Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1524 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη από κοινού. Απόρριψη αιτήσεων αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και για μη ορθή εφαρμογή του νόμου. Ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Πότε είναι επαρκής ο προσδιορισμός τους. Πότε είναι νόμιμοι και ορισμένοι οι ισχυρισμοί περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §§ 2α και 2ε ΠΚ.




Αριθμός 1524/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ασημακόπουλο και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Πολιτικό, για αναίρεση της 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Απριλίου 2008 και 3 Απριλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως της πρώτης αναιρεσείουσας και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται στο Δικαστήριο αυτό για συζήτηση: α) η από 14-4-2008 αίτηση-δήλωση αναιρέσεως της Χ1 και 2) η από 3-4-2008 αίτηση του Χ2 με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν αμφότεροι οι ως άνω σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών αντίστοιχα για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης από κοινού. Οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπρατουμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης υπαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 8/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ψ τον Μάρτιο του 1999 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λόγω κατασκευής πολυώροφης οικοδομής στα ... της ... . Τα ίδια προβλήματα αντιμετώπιζε τότε και ο πατέρας του ΑΑ που κατασκεύαζε άλλη πολυώροφη οικοδομή στο ... της ... . Για το λόγο αυτό ο ανωτέρω μηνυτής αναζητούσε τρόπο χρηματοδότησης. Ο γνωστός του ΑΑ πληροφορηθείς το πρόβλημά του ενημέρωσε αυτόν ότι υπήρχε ένα γραφείο στην ... που θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει ως προς το θέμα της χρηματοδότησης και τον έφερε σε επαφή με την πρώτη κατηγορουμένη, που διατηρούσε γραφείο επί της Λεωφόρου ... αρ. ... . Έτσι τον Μάρτιο του 1999 ο Ψ μετέβη στο ως άνω γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία του συνεστήθη ως εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "OPTISA INVESTMENT AND CONSULTING AE" με έδρα το ... . Παρευρίσκετο και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος συνεστήθη ως διευθυντής της προαναφερομένης εταιρίας. Και οι δύο κατηγορούμενοι παρέστησαν στον Ψ ότι δήθεν η ανωτέρω εταιρία είχε τη δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσει, για να αποπερατώσει ο ίδιος και ο πατέρας του τις ανεγειρόμενες πολυώροφες οικοδομές στα ... και στο ..., αντίστοιχα, με δάνειο ύψους 6.000.000 δολλαρίων. Για το λόγο αυτό ο εγκαλών προσκόμισε στους κατηγορουμένους τα οικονομικά του στοιχεία που του εζήτησαν. Ολίγον αργότερον οι κατηγορούμενοι του ζήτησαν μία εγγυητική επιστολή Ρουμανικής Τράπεζας, διότι δήθεν η χρηματοδότηση του δανείου θα γινόταν μέσω της Ενώσεως Ελβετικών Τραπεζών. Όταν όμως εξασφάλισε και προσκόμισε στους κατηγορουμένους την επιστολή αυτή, οι τελευταίοι παρέστησαν ότι έχουν άλλο συνεργάτη της εταιρίας τους στη ..., τον ΒΒ, ο οποίος είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσει και ότι έπρεπε όμως ο εγκαλών να καταβάλει το ποσό των 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ ως προμήθεια για το δάνειο των 6.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Όταν ο εγκαλών τους είπε ότι δεν έχει τόσα χρήματα να τους δώσει αλλά μόνο 200.000 δολλάρια ΗΠΑ, οι κατηγορούμενοι το δέχθηκαν και ο εγκαλών πείστηκε να τους καταβάλει δια του πατρός του ΑΑ στο ... την 6-9-1999 το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Το ποσό αυτό το παράλαβε ο ανωτέρω ΒΒ στο ... από τον πατέρα του εγκαλούντος, κατόπιν εντολής του τελευταίου και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι, όπως προέβλεπαν τα σχέδιά τους. Μάλιστα για να άρουν κάθε δισταγμό του εγκαλούντος και να τους καταβληθεί το πιο πάνω ποσό και να το παραδώσει ο πατέρας του στον ΒΒ στο ..., η πρώτη κατηγορουμένη Χ1 υπέγραψε στην ... μία απόδειξη με ημερομηνία 6-9-1999 ότι έλαβε την ίδια ημερομηνία δια χειρός του ΒΒ στο ... το ποσό των 200.000 δολ. από τον πατέρα του εγκαλούντος ΑΑ ως δήθεν άτοκο δάνειο το οποίο όφειλε να επιστρέψει. Στη συνέχεια με ημερομηνία 18-9-1999 στην ... υπογράφτηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της κατηγορουμένης Χ1 ως νόμιμης εκπροσώπου της εταιρίας "OPTISA INVESTMENT & CONSULTING AE" και του εγκαλούντος Ψ , βάσει του οποίου η ως άνω εταιρία αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει τον εγκαλούντα με το ποσό των 6.000.000 δολλ. ΗΠΑ με έξι (6) ισόποσες τμηματικές μηνιαίες καταβολές, αρχής γενομένης από 29-10-1999 και καθέκαστο μήνα των υπολοίπων μέχρι 31-3-2000. Όμως αν και παρήλθε η ως άνω εναρκτήρια ημεροχρονολογία καταβολής των δόσεων καμία δόση δεν καταβλήθηκε από την εταιρία των κατηγορουμένων, ούτε και ουδέποτε καταβλήθηκε κάποια δόση, ούτε και επεστράφη ποτέ το παραπάνω καταβληθέν ποσό των 200.000 δολ. ΗΠΑ. Και τούτο διότι τα παραπάνω γεγονότα, ότι δηλαδή η ανωτέρω εταιρία είχε τη δυνατότητα χρηματοδοτήσεως του εγκαλούντος καθώς και ότι ο ΒΒ είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια και επίσης δυνατότητα χρηματοδοτήσεως, τα οποία γεγονότα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ως αληθή, ήταν ψευδή, καθόσον ούτε η ως άνω εταιρία είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τον εγκαλούντα με το προαναφερόμενο ποσό, αλλά ούτε και ο ΒΒ είχε αυτή τη δυνατότητα, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός την εποχή εκείνη ήταν έγκλειστος στις φυλακές της ... . Συνέπεια των ψευδών αυτών παραστάσεων ήταν να παραπειστεί ο Ψ και να τους καταβάλει το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να αποκομίσουν το εξ αυτού παράνομο περιουσιακό όφελος, όπως είχαν σκοπό, το οποίο και καρπώθηκαν και κατά το οποίο μειώθηκε η περιουσία του εγκαλούντος, λόγω ακριβώς των ανωτέρω παραπλανητικών ενεργειών τους. Το ποσό δε αυτό υπερβαίνει το ποσό των 2.500.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Εάν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δηλαδή ότι η ως άνω εταιρία και οι συνεργάτες της δεν είχαν τη δυνατότητα να τον χρηματοδοτήσουν με το πιο πάνω ποσό και δεν παραπλανήτο δεν θα είχε πειστεί και δεν θα κατέβαλε το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ για δήθεν έξοδα και προμήθεια του υπό έγκριση δανείου και δεν θα είχε ζημιωθεί. Για όλα αυτά σαφείς και με λόγο γνώσεως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, από τους οποίους ο ένας είναι ο παθών και ο άλλος ο ΑΑ, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, συνέστησε τον πρώτο στην πρώτη κατηγορουμένη και παραβρέθηκε μάλιστα στην πρώτη συνάντησή τους. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την κατηγορία και ειδικότερα η πρώτη ισχυρίζεται ότι και αυτή την παραπλάνησε ο ΒΒ, ο οποίος παραπλάνησε και τον εγκαλούντα για να του καταβάλει το ποσό των 200.000 δολ. ΗΠΑ. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στις ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της ιδίας και του δεύτερου κατηγορουμένου βασίστηκε ο εγκαλών και μέσω του πατέρα του προέβη σ' αυτή την καταβολή. Εξάλλου η ίδια η πρώτη κατηγορούμενη υπέγραψε την από 6-9-1999 απόδειξη, δεχόμενη ότι αυτή δια χειρός του ΒΒ έλαβε το ποσό των 200.000 δολλ. ΗΠΑ. Μάλιστα ουδέποτε αμφισβήτησε την υπογραφή της στην απόδειξη αυτή, ενώ αν δεν υπέγραφε την απόδειξη ο εγκαλών δεν θα κατέβαλε τα χρήματα. Εδώ ας σημειωθεί ότι όπως αποδείχθηκε οι κατηγορούμενοι από την πρώτη συνάντησή τους με τον εγκαλούντα βεβαίωσαν αυτόν ότι μπορούσαν να του εξασφαλίσουν της ως άνω χρηματοδότηση. Επομένως, οι υποσχέσεις περί την χρηματοδότηση συνοδεύονταν και από ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονταν στο παρόν, όπως ότι η εταιρία και οι συνεργάτες της είχαν τη δυνατότητα χρηματοδότησης, και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως και δυνατότητας των δραστών κατηγορουμένων που είχαν ήδη λάβει την πρόθεση να μην εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους. Επομένως, υπάρχει γεγονός υπό την έννοια του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 1352/2000 ΠΧ ΝΑ'513). Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι αυτός διατηρούσε απλώς φιλικές σχέσεις με την πρώτη κατηγορουμένη και ότι πήγαινε περιστασιακά στα γραφεία της εταιρίας για να φτιάχνει τα κομπιούτερ της. Ο ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε όλα τα σχετικά με την δραστηριότητα της πρώτης κατηγορουμένης, γνώριζε ότι ο εγκαλών ενδιαφερόταν για χρηματοδότηση και μάλιστα συστήθηκε σ' αυτόν ως διευθυντής της εταιρίας, κατήρτιζε τα έγγραφα της εταιρίας, κατήρτισε και το συμφωνητικό της χρηματοδότησης του Ψ και μάλιστα το Νοέμβριο του 1999 μετέβη στη Γερμανία ως διευθυντής της εταιρίας, για να παραδώσει φάκελο στον ABAY. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, χορηγηθεί δε στον δεύτερο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρ. 84 παρ. 2 α ΠΚ). Αντίθετα το αίτημα της κατηγορουμένης για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μετά την πράξη παραμένει στις φυλακές". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε αμφότέρους τους αναιρεσείοντες ενόχους κακουργηματικής απάτης από κοινού και επέβαλε κατά τα ανωτέρω, στην μεν πρώτη αυτών ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, στο δε δεύτερο αυτών ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, επιπλέον δε υποχρέωσε καθένα των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων να καταβάλει στον εγκαλούντα πολιτικώς ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του. 'Ετσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1 και 3 β του ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει στο αιτιολογικό του με σαφήνεια και χωρίς καμμία αντίφαση σε τι συνίστανται οι ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων προς τον εγκαλούντα, προσδιορίζοντας μάλιστα τι καθένας αυτών ενήργησε σε βάρος του εγκαλούντος για να τον εξαπατήσει και παραδώσει σ' αυτούς το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Επίσης, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο τους και τον περαιτέρω σκοπό τους να αποκομίσουν από κοινού παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ που κατέβαλε σ' αυτούς ο εγκαλών κατά τον προμνημονευόμενο τρόπο, δεν απαιτείτο δε να προσδιορισθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ποίο ποσό τελικά ωφελήθηκε καθένας των αναιρεσειόντων-συγκατηγορουμένων στο έγκλημα της ως άνω κακουργηματικής πράξης της απάτης για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι. Εξάλλου η αιτίαση των αναιρεσειόντων περί εξαπάτησης και αυτών από τον αλλοδαπό ΒΒ, είναι απαράδεκτη, καθόσον με αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε τον κοινό δόλο αυτών να εξαπατήσουν τον εγκαλούντα με δικές τους ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί συμμετοχής του στο ως άνω κακούργημα ως απλός συνεργός και όχι ως συναυτουργός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικώς της σε βάρος του κατηγορίας και επομένως αιτιολογείται η απόρριψή του με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή του ως συναυτουργού, όπου προσδιορίζονται και οι δικές του ενέργειες που συντέλεσαν στην εξαπάτηση του εγκαλούντος Ψ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε λόγοι της ένδικης αίτησης αναιρέσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται μόνο απ' αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, κατά το μέρος που αναφέρεται στην καταδίκη αυτού ως συναυτουργού στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βεβαία η αναγνώρισή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο της δικογραφίας αναγνώστηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι ανάγκη να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του, που ενδεχομένως περιλαμβάνει και τον συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά (σελίδα 9 αυτών) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο περιλαμβάνεται υπ' αριθμ. 2 "Η από 6-6-1999 απόδειξη 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ". Υπό τα αναφερόμενα στοιχεία του ως άνω εγγράφου που φέρεται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκε, είναι επαρκή, ώστε να μη καταλείπεται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, παρά την ελλιπή αναφορά του συντάκτη της και του λήπτη της εν λόγω απόδειξης, καθόσον δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο και ιδιαίτερα από τον αναιρεσείοντα Χ2 ότι άπαξ έγινε παράδοση του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον εγκαλούντα - πολιτικώς ενάγοντα προς την πρώτη αναιρεσείουσα, ενόψει της απατηλής παράστασης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων για τη διαμεσολάβηση τους στη χρηματοδότησή του με το ποσό των 6.000.000 δολλαρίων ΗΠΑ. Επιπλέον το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι το ανωτέρω ποσό των 200.000 δολλαρίων ΗΠΑ δόθηκε ως άτοκο δάνειο από τον εγκαλούντα προς την αναιρεσείουσα. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ2 εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ του ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας του παραπάνω εγγράφου, που αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος και όσον αφορά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού αμφοτέρων των αναιρεσειόντων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, δηλονότι του ότι συμπεριφέρθηκαν καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πιο πάνω πράξη ισχυριζόμενοι ότι απορρίφθηκε με ελλιπή αιτιολογία, πλήττοντας έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, μάλιστα δε η πρώτη αναιρεσείουσα αποκλειστικά μόνο κατά τούτο, πρέπει να λεχθούν τα εξής: α) ο αναιρεσείων Χ2, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως πρόβαλε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό κατά τρόπο αορίστως και συγκεκριμένα αυτός ισχυρίστηκε "... Σε περίπτωση ενοχής να δικασθεί για απλή συνέργεια με τα ελαφρυντικά 84 παρ,. 2 α και ε' ΠΚ" (βλ. σελ. 15 των πρακτικών). Το Δικαστήριο της ουσίας, καίτοι δεν είχε υποχρέωση, να απαντήσει επί του πρόδηλα αορίστου ισχυρισμού αυτού και μάλιστα αιτιολογημένα, αυτό τον απέρριψε ως αβάσιμο (βλ. σελ. 39 των πρακτικών).
Εξάλλου και όσον αφορά την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσείουσας, πρέπει να αναφερθεί ότι μόνο η μνεία ότι συμπεριφέρθηκε για σχετικά μεγάλο διάστημα, κατά το οποίο είναι κρατουμένη δεν αρκεί για να καταστήσει τον εν λόγω ισχυρισμό ορισμένο και ερευνητέο κατά ουσίαν, καθόσον η συμπεριφορά της στη δικαστική φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησής της αλλά προϊόν φόβου και καταναγκασμού. Ειδικότερα με την μνεία από την αναιρεσείουσα στο σχετικό σημείωμά της που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και κατά την ανάπτυξη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της που την εκπροσώπησε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο δεν παρέστη η ίδια, ότι καθόλο το διάστημα της κράτησής της στις γυναικείες Φυλακές ... από της 3-5-2004 μέχρι την εκδίκαση της έφεσής της (7-1-2008) έχει επιδείξει καλή διαγωγή, ότι δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τις συγκρατούμενές της και το προσωπικό της φυλακής, ότι ασχολείται με τη ζωγραφική, με την επισήμανση ότι κατά το έτος 2006 βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο στην Πανελλήνια Έκθεση Χειροτεχνίας Κρατουμένων και ότι ολοκλήρωσε με επιτυχία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σχετικά με την πληροφορική που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (βλ. 3-4 σελίδες των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης) δεν καθίσταται ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός της ορισμένος, αφού όλα αυτά τα περιστατικά αναφέρονται σε συμπεριφορά και δραστηριότητές της αποκλειστικά μέσα στη φυλακή, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση ότι από αυτά και μόνο παρέχεται η βεβαιότητα ότι αυτή διαμόρφωσε πλέον έτσι το χαρακτήρα της με την παραμονή της στη φυλακή για 3,5 έτη περίπου, για να συμπεριφέρεται καλά και εκτός φυλακής και ότι θα διάγει βίο καθ' όλα έντιμο, υπό καθεστώς ελεύθερης ζωής, με δική της επιλογή, χωρίς να επηρεάζεται πλέον αρνητικά από έξεις και ροπές της και αίτια που την οδήγησαν στη φυλακή. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του ως άνω αορίστου αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, εκ περισσού δε αυτό με λιτή αλλά σαφή αιτιολογία τον απέρριψε. Μετά από αυτά είναι απορριπτέος ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως της Χ1. Συνακόλουθα δε όλων των προαναφερομένων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος παραδεκτός για έρευνα της κρινόμενης αίτησης του Χ2, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες α) στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2008 αίτηση της Χ1 και την από 3 Απριλίου 2008 αίτηση του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες: α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς και β) στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή