Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1521 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δήμευση.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Κατ' επάγγελμα τέλεση αυτών. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης εν μέρει κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Δεκτή εν μέρει αίτηση αναίρεσης ως προς τη διάταξη δήμευσης αντικειμένων χωρίς να είναι προϊόντα ή μέσα των εγκλημάτων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών.




Αριθμός 1521/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της 1230-1231/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1906/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' του κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά-ΚΝΝ 3459/2006), με την κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση της αγοράς ναρκωτικών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Περαιτέρω με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με άρθρο 2 παρ. 15 β' του ν. 2479/1997, "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 10.000.000 δραχμών μέχρι 200.000.000 δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του παρόντος νόμου που ενεργεί κατ' επάγγελμα ..."(ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006 που προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 29412 έως 588235 ευρώ για τον κατ' επάγγελμα παραβάτη του άρθρου 20 του νόμου αυτού). Για τη στοιχειοθέτηση δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως κάποιου εγκλήματος απαιτείται κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, όπως συμβαίνει στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (98 ΠΚ) όπου πρόκειται περί μορφής, πραγματικής ομοειδούς συρροής ή η διαπίστωση του σκοπού από την ύπαρξη συγκεκριμένης αξιολογικής υποδομής, από την οποία να γίνεται καταφανής ο σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος μέσω της επανειλημμένης τελέσεως. Έτσι και μία μεμονωμένη πράξη μπορεί να αξιολογηθεί ως κατ' επάγγελμα τελεσθείσα, αλλά εφόσον αποδεικνύεται ότι τελέσθηκε όχι ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου και η ύπαρξη αυτής της ειδικής κατά περίπτωση αξιολόγησης υποδομής για την επανειλημμένη τέλεση της κατά τρόπο που να εξασφαλίζει εισόδημα στο δράστη. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός του παραβάτη του νόμου περί ναρκωτικών περί της ιδιότητας του ως τοξικομανούς ατόμου, ή για αναγνώριση στο πρόσωπο αυτού (κατηγορουμένου) ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι, αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 αποφάσεώς του τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως και ο κατηγορούμενος ομολόγησε αυτός με περισσότερες πράξεις που ενήργησε με πρόθεση και κατ' εξακολούθηση στη Θεσσαλονίκη αγόρασε και κατείχε κατά το από 5-10-2004 έως 26-8-2005 χρονικό διάστημα ναρκωτικές ουσίες, τις πράξεις του δε αυτές ενεργούσε κατ' επάγγελμα και χωρίς να είναι τοξικομανής. Ειδικότερα αυτός κατά το ως άνω χρονικό διάστημα κατόπιν τηλεφωνικών παραγγελιών και επανειλημμένων συναντήσεων με τον Σ1 αγόρασε κατ' επανάληψη από αυτόν και εν συνεχεία κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική εξουσίασή του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους, και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, τις αναφερόμενες ειδικότερα στο διατακτικό επιμέρους ποσότητες μεταλλαγμένης κάνναβης (SKUNK), συνολικού βάρους 4190 γραμμαρίων (4 κιλών και 190 γραμμαρίων). Ως τίμημα αυτός κατέβαλε το ποσό των 10 ευρώ ανά γραμμάριο και συνολικά το ποσό των 41.190 ευρώ. Λόγω της μεγάλης ποσότητας των ως άνω ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες αφορούσαν όχι απλώς ακατέργαστη κάνναβη αλλά μεταλλαγμένη τοιαύτην, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτές προορίζοντο για να εξυπηρετήσουν αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες, Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μεταβολής της κατηγορίας σε παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987 (πλημμέλημα προμήθειας και κατοχής ναρκωτικής ουσίας αποκλειστικά για δική του χρήση). Αντίθετα αποδείχθηκε, από την ποσότητα των ως άνω ναρκωτικών, την ανεύρεση μικροσκοπικής ζυγαριάς - μπρελίκ κλπ, ότι την ως άνω ποσότητα ο κατηγορούμενος προόριζε για εμπορία. Ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ως άνω πράξεών του, που αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων, και από την υποδομή που είχε σχηματίσει ο κατηγορούμενος (εφοδιασμό του με ζυγαριά, μακρόχρονη συνεργασία του με τον Σ1 κλπ) προκύπτει σκοπό του για πορισμό εισοδήματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός είναι τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα από 2-9-2009 ιατροδικαστική έκθεση του Αναπληρωτή Καθηγητή της Ιατροδικαστικής του Α.Π.Θ ...., ο κατηγορούμενος δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως τοξικομανής. Στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί η συνδρομή στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια συνεργασθείς με τα Αστυνομικά Όργανα για τη σύλληψη του προμηθευτή του....".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 84 παρ. 2 περ. δ' και 98 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α' περ. 6, 5 παρ. 1 περ. Β' και ζ' και παρ. 2 και 8 του ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το ως άνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσίας με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης αυτών. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι αυτός είναι τοξικομανής και ότι στην ποσότητα των 4.190 γραμμαρίων μεταλλαγμένης κάνναβης προμηθεύτηκε αποκλειστικά για δική του χρήση και όχι προς εμπορία. Επομένως, οι τα αντίθετα διαλαμβάνοντες σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως (ο δεύτερος κατ' εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 504 παρ. 3, 492, 373, 310 παρ. 2, 463 και 476 ΚΠΔ, σαφώς προκύπτει ότι, κατά το μέρος της ποινικής αποφάσεως σχετικά με την απόδοση ή δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία πραγμάτων, επιτρέπεται η άσκηση αναιρέσεως στον κατηγορούμενο, τον πολιτικώς ενάγοντα και τον τρίτο, του οποίου τις αξιώσεις επί των κατασχεθέντων πραγμάτων έκρινε η απόφαση. Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 37 του ν. 3459/2006), σε περίπτωση καταδίκης για παράβαση των άρθρων 5 έως και 9 του νόμου αυτού, το Δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση όλων των πραγμάτων που προήλθαν από την πράξη, του τιμήματος τους. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ρυθμίσεις της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών και ιδία εκείνες του άρθρου 5 αυτού αναφορικά με τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, Περαιτέρω, η επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, όπως ήδη έχει προαναφερθεί λόγο αναιρέσεως της, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, απαιτείται να περιλαμβάνει, στην περίπτωση που διατάσσεται με την απόφαση η δήμευση των κατασχεθέντων, και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας έκρινε, με αναφορά στη συγκεκριμένη διάταξη που την προβλέπει, ότι συντρέχει νόμιμη κατ' ουσίαν περίπτωση για να δημευθούν τα κατασχεθέντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 απόφαση του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεως αποδεικτικών μέσων, αφού κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (μεταλλαγμένης ινδικής κάνναβης) κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι για πράξεις περιλαμβανόμενες τα άρθρα 5 και 8 του ν. 1729/1987 (άρθρα 20 παρ. 1 και 23 του ν. 3459/2006), και αφού τον καταδίκασε γι' αυτές σε ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, διέταξε περαιτέρω τη δήμευση των κατασχεθέντων κατά την προδικασία: 1)ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου με αριθμ. κυκλοφορίας ... και με τι λοιπά χαρακτηριστικά στοιχεία του που αναφέρονται σ' αυτήν, 2)μία μηχανική ζυγαριά ακριβείας, 3)το χρηματικό ποσό των 650 ευρώ, 4)ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με την κάρτα SIM και αριθμ. κλήσης .... και 5)τέσσερα δελτία καταθέσεως χρηματικών ποσών 900, 1100, 1800 και 900 ευρώ αντίστοιχα στο όνομα Σ1, με βάση τις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις του ν. 1729/1987 και 373 ΚΠΔ και αφού προηγουμένως έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο του αναιρεσείοντος (Βλ. σελ. 15 πρακτικών). Για τη δήμευση όλων αυτών των πραγμάτων, συμπεριλαμβανομένων του χρηματικού ποσού των 650 ευρώ, του κατασχεθέντος ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και του κινητού τηλεφώνου, ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Επειδή, πρέπει να διαταχθεί η δήμευση ή απόδοση, καταστροφή των κατασχεθέντων (άρθρα 19, 20 Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, άρθρο 373 ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι το ποσό των 650 ευρώ, τα προμνημονευόμενα ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινητό τηλέφωνο προήλθαν από την τέλεση των παραπάνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων ή χρησιμοποιήθησαν για την τέλεση αυτών, με την επισήμανση ότι κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της πώλησης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα ναρκωτικών και ότι δεν καθίσταται σαφές από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά ποιο τρόπο και με βάση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ειδικότερα το Εφετείο ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό των 650 ευρώ αποτελεί προϊόν των εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από τον αναιρεσείοντα και όχι τμήμα της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, πράξη για την οποία αυτός αθωώθηκε. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ σχετικός (τρίτος) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει ως προς τη διάταξη αυτής περί δημεύσεως μόνο των ως άνω τριών (3) πραγμάτων (γι' αυτά μόνο ζητείται η αναίρεση της σχετικής διάταξης της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο καθόσον αφορά τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε και η δήμευση των ως άνω μνημονευομένων πραγμάτων (χρηματικού ποσού 650 ευρώ, ΙΧΕ αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου) και να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη μόνο ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία διατάχθηκε η δήμευση : α)του χρηματικού ποσού των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ, β)του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, με αριθμ. πλαισίου ..., αριθμ. κινητήρα ...., εργοστασίου κατασκευής NISSAN, μοντέλου ALMERA με αριθμό θυρών (3) και χρώματος πρασίνου και γ)ενός κινητού τηλεφώνου μάρκας ΝΟΚΙΑ με την κάρτα SIM και αριθμ. κλήσης ... που κατασχέθηκαν ως κατεχόμενα από τον αναιρεσείοντα και για την οποία κατάσχεση συντάχθηκαν οι από 29-8-2005 σχετικές εκθέσεις κατάσχεσης του Α/Β ...της Δ/νσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης Υποδ/σης Δίωξης Ναρκωτικών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την από 7-11-2008 αίτηση-δήλωση του Χ1 κατοίκου .... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή .... κατά της υπ' αριθμ. 1230-1231/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ