Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2155 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Κήρυξη εφέσεως απαραδέκτου. Αίτηση αναίρεσης εκκαλούντος. Για να ληφθεί εγκύρως υπ' όψη έγγραφο, αρκεί να αναφέρεται ως αναγνωσθέν ακόμη και στο σκεπτικό της αποφάσεως. Η δήλωση κατοικίας, που διατυπώνεται στην έκθεση ανωμοτί εξέτασης του υπόπτου, παραδεκτώς λαμβάνεται υπ' όψη προς έλεγχο της νομιμότητας της προς αυτόν επίδοσης που έγινε στην εν λόγω διεύθυνση, της οποίας δεν γνωστοποιήθηκε νομίμως μεταβολή. Για την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα αρκεί ως αιτιολογία αυτή με την οποία το ένδικο μέσο κηρύσσεται ολοσχερώς ως απαράδεκτο. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2155/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών, των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων [ήδη] ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βαρελά.

Το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Μαρτίου 2009, αντιστοίχως ασκηθείσες, δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρήθηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 482/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου οι από 16 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, με τους αριθμούς 101 και 100/2009, που ασκήθηκαν, αντιστοίχως, από τους αναιρεσείοντες -κατηγορούμενους α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκους [ήδη] ... και στρέφονται κατά της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών. Οι λόγοι τους είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, ενός εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό περιεχόμενο αυτού (εγγράφου). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της κρίσεώς του ότι οι εφέσεις αυτών κατά της 75350/2005 ερήμην αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήσαν απαράδεκτες, ως εκπροθέσμως ασκηθείσες, έλαβε υπόψη τις δηλώσεις τους περί της κυρίας κατοικίας αυτών, οι οποίες είχαν συμπεριληφθεί στις ανωμοτί καταθέσεις που είχαν δώσει κατά την προδικασία ενώπιον του Πταισματοδίκη Ιλίου, εξεταζόμενοι για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν με την [τότε] εκκαλούμενη απόφαση, χωρίς οι καταθέσεις αυτές να αναφέρονται ως αναγνωσθέντα έγγραφα στην οικεία θέση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης. Η αιτίαση αυτή, όμως, είναι αβάσιμη, διότι οι εν λόγω καταθέσεις αναγνώσθηκαν κατά την ενώπιον του Εφετείου διαδικασία, γεγονός που βεβαιώνεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, αναφέρεται στην αιτιολογία της απόφασης η φράση "Την ως άνω διεύθυνση κατοικίας δήλωσαν και οι δυο εκκαλούντες, σύζυγοι, ως πραγματική διεύθυνση κύριας κατοικίας τους (κοινή συζυγική κατοικία), κατά τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ανωμοτί καταθέσεις τους ενώπιον της Πταισματοδίκου Ιλίου, εξεταζόμενοι ..." κλπ. Από την περικοπή αυτή προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, η ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, διότι αρκεί η μνεία του γεγονότος τούτου σε οποιοδήποτε σημείο των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη και στην αιτιολογία αυτής, χωρίς να απαιτείται όπως η σχετική αναφορά περιλαμβάνεται οπωσδήποτε στο οικείο σημείο των πρακτικών, όπου καταχωρούνται συλλήβδην τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ΑΠ 609/2009).
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31 παρ.2, 105 και 273 παρ.1 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, κατά την ποινική προδικασία, ο εξεταζόμενος είτε ως ύποπτος είτε ως κατηγορούμενος έχει την υποχρέωση να δηλώσει την ενεστώσα διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής αυτού, την οποία, μαζί με όλα τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητάς του, οφείλει ο επιλαμβανόμενος ανακριτικός υπάλληλος να καταχωρήσει στην έκθεση, την οποία συντάσσει σχετικώς. Και ότι, ωσότου η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και εκτελεσθεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως και η καταδικαστική απόφαση, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, εάν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός εάν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει νομοτύπως τη μεταβολή της, πριν από την επίδοση. Εξ άλλου, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι εάν η ως άνω εξέταση του υπόπτου έγινε ενόρκως ή ανωμοτί μεν, αλλά χωρίς να δοθεί σ' αυτόν η δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, τότε η σχετική έκθεση δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας, αλλά πρέπει να παραμείνει στο αρχείο της εισαγγελίας. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στην εξασφάλιση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ειδικότερα του δικαιώματος σιωπής και μη "αυτοενοχοποίησης" αυτού, ως εκδήλωση του ευρύτερου δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που αναγνωρίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (έτσι και ΚΠοινΔ 223 παρ.4, καθώς και άρθρο 14 παρ.3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, βλ. ΟλΑΠ 1/2004 και 2/1999). Τέλος, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με τον ως άνω σκοπό αυτών, συνάγεται ότι η απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης της εκθέσεως εξετάσεως του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, που έγινε στην προδικασία χωρίς τη δυνατότητα ασκήσεως των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, περιορίζεται στο επί της ουσίας περιεχόμενο της εκθέσεως και δεν επεκτείνεται στα όσα ο εξετασθείς έχει δηλώσει ως προς τα στοιχεία της ταυτότητας και τη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής αυτού, τα οποία είναι χρήσιμα για την τυπική πρόοδο της ποινικής διαδικασίας και δεν συντελούν στην "αυτοενοχοποίησή" του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, για το λόγο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του, έλαβε υπ' όψη τις προαναφερθείσες ανωμοτί καταθέσεις αυτών ενώπιον του Πταισματοδίκου Ιλίου, οι οποίες δεν θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Η αιτίαση, όμως, είναι αβάσιμη, διότι δεν ελήφθη υπ' όψη το επί της ουσίας περιεχόμενο των καταθέσεων, αλλά οι εμπεριεχόμενες δηλώσεις περί της κατοικίας των αναιρεσειόντων, οι οποίες, δυνάμενες και να απομονωθούν, ουχί παρανόμως αποτελούσαν μέρος της δικογραφίας.
4. Από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών προκύπτουν οι εξής παραδοχές, στις οποίες το δικαστήριο κατέληξε ύστερα από συνεκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρα ..., των αναγνωσθέντων εγγράφων και των απολογιών [= προφορικών διευκρινίσεων επί του παραδεκτού των εφέσεων] των κατηγορουμένων : Ότι οι εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες] κατά την εξέτασή τους στην προδικασία, είχαν δηλώσει ως κοινό τόπο κατοικίας την οικοδομή επί της οδού ..., στην περιοχή ... . Ότι οι ίδιοι, που καταδικάσθηκαν ερήμην από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την προανακριτική εξέτασή τους και μέχρι την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως ούτε είχαν δηλώσει, νομοτύπως, τη μεταβολή της εν λόγω κατοικίας ούτε και επικαλέσθηκαν, με τις εφέσεις τους, τέτοια δήλωση. Ότι η εκκαλούμενη, ερήμην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε επιδοθεί προς αυτούς, νομοτύπως, με θυροκόλληση στην ως άνω διεύθυνση, την 30-3-2007, από τον αρχιφύλακα ... του ΑΤ ... . Ότι οι εκκαλούντες είχαν ασκήσει τις υπό κρίση [τότε] εφέσεις την 2-12-2008 [ο Χ2] και 15-12-2008 [η Χ1], ήτοι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας. Ότι ο πρώτος, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση, επικαλέσθηκε το περιστατικό ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, διότι η επίδοση αυτής είχε γίνει με θυροκόλληση και αυτός πληροφορήθηκε το γεγονός μόλις την προηγούμενη της ασκήσεως ημέρα, από την οικεία αστυνομική αρχή. Ότι μόνη η επίκληση της θυροκόλλησης δεν αρκεί για τη θεμελίωση ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, μη οφειλόμενου σε υπαιτιότητα του εκκαλούντος, για την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως. Ότι η δεύτερη, για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση, επικαλέσθηκε το περιστατικό ότι δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, διότι κατά το χρόνο της επίδοσης διέμενε επί της οδού ... αρ. ..., στην περιοχή ... . Ότι μόνη η επίκληση του περιστατικού αυτού, χωρίς παράλληλο ισχυρισμό περί νομοτύπου γνωστοποιήσεως μεταβολής της αρχικώς δηλωθείσας διεύθυνσης και αναφορά των σχετικών αποδεικτικών μέσων, δεν αρκεί για την κατάφαση του παραδεκτού της εφέσεως. Και τέλος, ότι όλα αυτά ήσαν αντιφατικά προς τα κατατεθέντα στο ακροατήριο από τη μάρτυρα αποδείξεως και τους εκκαλούντες [σύμφωνα με τα οποία, που προκύπτουν από την επισκόπηση των πρακτικών, τα επιδοθέντα αντίγραφα παραλήφθηκαν από τη μητέρα και πεθερά των εκκαλούντων, η οποία λόγω ασθενείας λησμόνησε να τους τα παραδώσει], των οποίων επίκληση δεν είχε γίνει στις εκθέσεις εφέσεως. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε [= κήρυξε] τις εφέσεις των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτες. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς τη νομιμότητα της επίδοσης της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με θυροκόλληση όσο και ως προς τη μη επίκληση και συνδρομή λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εμπρόθεσμη άσκηση αυτών. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται, αντιστοίχως, με τους τέταρτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα.
5. Κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο, διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης που έχει προσβληθεί και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε στην πληρωμή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας, το ύψος των οποίων προκαθορίζεται στο νόμο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ως αιτιολογία, για την καταδίκη του ασκήσαντος το ένδικο μέσο στην πληρωμή των εξόδων, είναι επαρκής η ολοσχερής κήρυξη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, διότι δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ούτε η καταδίκη καθ' εαυτή ούτε ο προσδιορισμός του ύψους των εξόδων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες, ως εκκαλούντες, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, αφού προηγουμένως δέχθηκε, με τις εκτενείς αιτιολογίες που αναφέρονται στη σκέψη αρ.4 της παρούσας, ότι οι εφέσεις τους έπρεπε να απορριφθούν [= κηρυχθούν απαράδεκτες] στο σύνολό τους. Επομένως, τα αντίθετα που υποστηρίζονται στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το κεφάλαιο αυτό, είναι αβάσιμα.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία οι από 16 Μαρτίου 2009 συνεκδικαζόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠοινΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 16 Μαρτίου 2009 δύο αιτήσεις των: α) Χ1 και β) Χ2, κατοίκων [ήδη] ..., περί αναιρέσεως της 125/13-1-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή