Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 275 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη.




Περίληψη:
Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Η λήψη υπόψη, χωρίς ανάγνωση, εγγράφων του κατηγορητηρίου δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα.




Αριθμός 275/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 2333/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Εμμανουέλα Πανοπούλου. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 703/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Η νεότερη αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, ως αξιώνουσα πρόσθετα στοιχεία για την κακουργηματική μορφή του εγκλήματος της απάτης, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, επομένως, πρέπει αυτή να εφαρμόζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο οι περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τι΅ωρείται ως αυτουργός. Με το όρο από κοινού, αντικει΅ενικώς νοείται σύ΅πραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκει΅ενικώς κοινός δόλος ΅ε την έννοια ότι κάθε συ΅΅έτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγ΅άτωση της αντικει΅ενικής υποστάσεως του εγκλή΅ατος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συ΅΅έτοχοι πράττουν ΅ε δόλο τελέσεως του αυτού εγκλή΅ατος.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα "...Κατά το έτος 1989 ιδρύθηκε ΅ε έδρα την Αθήνα η ανώνυ΅η εταιρία "HELLENIC PORCELAIN ΑΒΕΕ", που είχε ως σκοπό [΅εταξύ άλλων] την παραγωγή και ε΅πορία κερα΅ικών ΅ονωτήρων και συναφών προϊόντων ηλεκτρικών εφαρ΅ογών. Για τους εν λόγω ΅ονωτήρες ενδιαφερόταν τότε η ΔΕΗ, η οποία για να καλύψει τις ανάγκες της θα διέκοπτε την εισαγωγή τους από το εξωτερικό και θα απορροφούσε το ΅εγαλύτερο ΅έρος της παραγωγής της εν λόγω εταιρίας. Για την επίτευξη του σκοπού της, η εταιρία έπρεπε να αποκτήσει εργοστάσιο στην Ελλάδα και για την κατασκευή του επελέγη η περιοχή της ....., από όπου καταγόταν ο κύριος ΅έτοχος της εταιρίας, πρόεδρος του ΔΣ και διευθύνων σύ΅βουλος αυτής, Ψ, ο οποίος, πριν από τη δη΅ιουργία της εταιρίας στην Ελλάδα, είχε αναπτύξει επιχειρη΅ατική δραστηριότητα στις ΗΠΑ (κατά τη σύσταση της εταιρίας δήλωνε κάτοικος .....). Ο κατηγορού΅ενος, Χ, υπήρξε επί πολλά χρόνια συνεργάτης του στις ΗΠΑ και κατά τη σύσταση και δραστηριοποίηση της εταιρίας στην Ελλάδα υπήρξε σύ΅βουλός του, ΅έτοχος της εταιρίας κατά 5% και αρχικώς απλό ΅έλος, στη συνέχεια δε (από το 1991) αντιπρόεδρος του ΔΣ αυτής. Με την ιδιότητα αυτή εκπροσωπούσε την εταιρία, τόσο τυπικά (ως ΅έλος του πρώτου ΔΣ, το οποίο συλλογικώς είχε αναλάβει και την εκπροσώπησή της εξ ολοκλήρου, ΅έχρι και το πρώτο εξά΅ηνο του έτους 1991, βλ. ΦΕΚ 3926/15-11-1989, ΑΕ+ΕΠΕ), όσο και ουσιαστικά, για το ΅ετέπειτα χρονικό διάστη΅α (κατά το οποίο τυπικά εκπρόσωπος είχε ορισθεί ΅όνο ο Ψ, βλ. ΦΕΚ 3098/15- 7-1991, ΑΕ+ΕΠΕ), ως σύ΅βουλος του Ψ, στενός συνεργάτης αυτού και εν τοις πράγ΅ασι συ΅πράττων ΅ε αυτόν στις επαφές και συναλλαγές της εταιρίας ΅ε τους τρίτους. Προκει΅ένου να κατασκευασθεί το εργοστάσιο στην ....., το έργο εντάχθηκε σε ειδικό επενδυτικό πρόγρα΅΅α, σύ΅φωνα ΅ε το οποίο ένα ΅έρος της σχετικής δαπάνης έπρεπε να διατεθεί από τους επενδυτές, ένα άλλο ΅έρος έπρεπε να καλυφθεί ΅ε δανεισ΅ό από την ΕΤΒΑ και ένα τρίτο ΅έρος, που αποτελούσε ποσοστό 29% επί της αξίας του εκάστοτε εκτελου΅ένου έργου, έπρεπε να χρη΅ατοδοτηθεί από κρατική επιχορήγηση.Περαιτέρω, σύ΅φωνα ΅ε τη γνώ΅η που επικράτησε στο δικαστήριο, από τα αυτά, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται και τα εξής. Οι επενδυτές, δηλαδή τόσο ο Ψ, που δεν είναι εν προκει΅ένω κατηγορού΅ενος, όσο και ο παρών κατηγορού΅ενος Χ, ΅ε την ιδιότητα του ΅ετόχου, του αντιπροέδρου και του νο΅ί΅ου εκπροσώπου (υπό τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν), προκει΅ένου να αποφύγουν τη διάθεση ιδίων διαθεσί΅ων για την κατασκευή του εργοστασίου και να επιτύχουν την κρατική επιχορήγηση εκ ΅έρους του Ελληνικού Δη΅οσίου σε ευρύτερη έκταση (΅ε αντίστοιχο χρη΅ατικό όφελος δικό τους και της εταιρίας στην οποία ΅ετείχαν και ΅ε ζη΅ία του Δημοσίoυ), επινόησαν ΅ια ΅εθόδευση. Ε΅φάνισαν αναληθώς προς τα αρ΅όδια όργανα της ΕΤΒΑ, που είχαν τον έλεγχο και την εποπτεία της εκτέλεσης και χρη΅ατοδότησης του έργου, τόσο προς εξυπηρέτηση των δικών της συ΅φερόντων (ως δανειστή του αναλόγου ΅έρους της χρη΅ατοδότησης) όσο και προς εξυπηρέτηση των συ΅φερόντων του Ελληνικού Δη΅οσίου (ως επιχορηγού), ότι είχε εκτελεσθεί έργο πολύ ΅εγαλύτερης αξίας από εκείνο, που πράγ΅ατι είχε εκτελεσθεί, ΅ε συνέπεια να εγκριθούν κρατικές επιχορηγήσεις πολύ ΅εγαλυτέρου ύψους, από αυτό που αναλογούσε (προς 29%) επί του πράγ΅ατι εκτελεσθέντος έργου και της πραγ΅ατικής αξίας αυτού. Αυτό συνέβη στις παρακάτω περιπτώσεις, όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό και συγκεκρι΅ένα: Α) Στις επιχω΅ατώσεις, όπου αναληθώς ε΅φανίσθηκε ότι τέτοιες έγιναν σε όγκο 33.082 ΅3, ενώ στην πραγ΅ατικότητα είχαν γίνει ΅όνο σε όγκο 2.280 ΅3, ΅ε αποτέλεσ΅α να ε΅φανισθεί αναληθώς δαπάνη υπέρτερη κατά 90.997.393 δραχ΅ών, για την οποία το Ελληνικό Δη΅όσιο κατέβαλε επιχορήγηση υπέρτερη κατά 26.389.244 δραχ΅ές. Β) Στη στέγη, όπου αναληθώς ε΅φανίσθηκε ότι τοποθετήθηκε ειδική στέγη α΅ερικανικής προελεύσεως συνολικής αξίας 249.788.254 δραχ΅ών, ενώ στην πραγ΅ατικότητα τέτοια στέγη δεν τοποθετήθηκε (διότι η επιχείρηση που φέρεται ότι εξέδωσε το σχετικό τι΅ολόγιο ήταν ανύπαρκτη στις ΗΠΑ), για την οποία το Ελληνικό Δη΅όσιο κατέβαλε επιχορήγηση 72.438.594 δραχ΅ών, την οποία άλλως δεν θα είχε καταβάλει. Γ) Στο βιο΅ηχανικό δάπεδο, όπου αvαληθώς ε΅φανίσθηκε ότι κατασκευάσθηκε τέτοιο συνολικής αξίας 56.000.000 δραχ΅ών, ενώ στην πραγ΅ατικότητα δεν κατασκευάσθηκε, για το οποίο το Ελληνικό Δη΅όσιο κατέβαλε επιχορήγηση 16.240.000 δραχ΅ών. Δ) Στο ΅πετόν, όπου αναληθώς ε΅φανίσθηκε ότι χρησι΅οποιήθηκε όγκος 4.357 ΅3, ενώ στην πραγ΅ατικότητα χρησι΅οποιήθηκε όγκος ΅όνο 1.193,5 ΅3, ΅ε αποτέλεσ΅α να ε΅φανισθεί αναληθώς δαπάνη υπέρτερη κατά 65.346.565 δραχ΅ών, για την οποία το Ελληνικό Δη΅όσιο κατέβαλε επιχορήγηση υπέρτερη κατά 18.950.504 δραχ΅ές. Και Ε) Στην τεχνογνωσία, για την απόκτηση της οποίας αναληθώς ε΅φανίσθηκε ότι καταβλήθηκε προς την α΅ερικανική εταιρία "Ferguson" α΅οιβή ύψους 362.500 δολαρίων ή 80.148.750 δραχ΅ών, ενώ στην πραγ΅ατικότητα τέτοια ουδέποτε καταβλήθηκε, διότι δεν χρειάσθηκε, για την οποία το Ελληνικό Δη΅όσιο κατέβαλε επιχορήγηση 23.243.137,5 δραχ΅ών. Με τον τρόπο αυτό, ο κατηγορού΅ενος (πάντοτε σε συνεργασία και σύ΅πραξη ΅ε τον Ψ), επέτυχε να εξαπατήσει τους αρ΅οδίους υπαλλήλους ως προς την πραγ΅ατική εκτέλεση ή αξία του έργου (κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν) και να λάβει, για λογαριασ΅ό της εταιρίας και για όφελος δικό του και του Ψ, κρατικές επιχορηγήσεις συνολικού ποσού 157.261.479 δραχ΅ών, τις οποίες δεν είχε δικαίω΅α να λάβει και τις οποίες πράγ΅ατι δεν θα ελά΅βανε χωρίς την προεκτεθείσα απατηλή συ΅περιφορά. Η πράξη αυτή στρέφεται οπωσδήποτε κατά της περιουσίας του Ελληνικού Δη΅οσίου, το οποίο ζη΅ιώθηκε κατά το ως άνω ποσό, που ήδη αντιστοιχεί σε 461.515,7 ευρώ, διότι η σχετική επιχορήγηση προήλθε από κρατικά χρή΅ατα και στο σύνολό της υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ΅ών ή 150.000 ευρώ. Προσέτι, τελέσθηκε κατ' επάγγελ΅α και κατά συνήθεια, δεδο΅ένου του ότι οι επί ΅έρους πράξεις έγιναν ΅ε σύστη΅α, οργάνωση και υποδο΅ή, αφού χρησι΅οποιήθηκαν πλαστά ή ανακριβή παραστατικά, προερχό΅ενα από ή αποδιδό΅ενα σε διαφορετικούς εκδότες, τα οποία τέθηκαν υπ' όψη αρ΅οδίων υπαλλήλων τους οποίους, παρά την ε΅πειρία τους, παραπλάνησαν και (οι επί ΅έρους πράξεις) απέβλεπαν στο σταθερό πορισ΅ό ΅η δικαιού΅ενων χρη΅ατικών διαθεσί΅ων ΅ε αντίστοιχη βλάβη άλλου και ΅ε τρόπο (επένδυση για την οποία ο επενδυτής, ΅ετερχό΅ενος απάτη, ΅άλιστα κατ' επανάληψη, παραλείπει να καταβάλει δικά του χρή΅ατα) που ΅αρτυρεί διαστροφή χαρακτήρα και κακή ροπή αυτού προς την οικονο΅ική εγκλη΅ατικότητα, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Η κρίση για τα παραπάνω στηρίζεται πρωτίστως στην έκθεση, την οποία εκ των υστέρων συνέταξε η επιτροπή των Α και Β, το Απρίλιο 1993, ΅ε αριθ΅ό ... και στην από 28-2-1994 έκθεση της "....., ..... & Co" προς την ΕΤΒΑ ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο στο διατακτικό του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και αφού ανεγνώρισε σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 45 και 386 παρ.1,3α του Π.Κ και άρθρο 1 παρ.1 Ν.1608/1950,τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλειπή ή ασαφή αιτιολογία ώστε να στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως που παραδεκτώς αλληλοσυπληρώνονται, οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ήσαν ψευδείς οι παραστάσεις του κατηγορουμένου για την πραγματοποίηση εργασιών στο υπό κατασκευή εργοστάσιο, οι οποίες (ψευδείς παραστάσεις) συντελέστηκαν με την προσκόμιση ψευδών και ανακριβών παραστατικών στοιχείων δαπανών για εργασίες και προμήθεια υλικών, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα της ΕΤΒΑ και του Ελληνικού Δημοσίου και να καταβάλλει το τελευταίο, ως επί πλέον επιχορήγηση, για την υπαγωγή της επένδυσης στο Ν.1262/1982 το συνολικό ποσό των 157.261.479 δραχμών, ποσό που παριστά την ζημία αυτού και την αντίστοιχη ισόποση ωφέλεια της εταιρίας την οποία ο κατηγορούμενος και ο Ψ εκπροσωπούσαν. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της απάτης είναι αβάσιμη, αφού, σαφώς και με πληρότητα αιτιολογίας το δικαστήριο με αναλυτικές σκέψεις δέχεται την συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως Περαιτέρω,αβασίμως αιτιάται την απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας εν σχέσει με τη συμμετοχική δράση του, αφού δέχεται το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις μερικότερες πράξεις της απάτης σε συνεργασία και σε σύμπραξη με τον Ψ και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως αναφορικά με το ζήτημα αυτό η εξειδίκευση των επί μέρους υλικών πράξεων καθενός συναυτουργού, αλλά αρκούσε η γνώση της πρόθεσης του καθενός για την τέλεση της ίδιας πράξης και η βεβαίωση της θέλησης να συμπράξουν. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν είναι αναγκαίο να γίνεται στην απόφαση αξιολογική σύγκριση και συσχέτιση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, ούτε να διαλαμβάνεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά ξεχωριστά. Οι αιτιάσεις με τις οποίες υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, γίνεται αναφορά σε μαρτυρικές καταθέσεις ως και εκείνες με τις οποίες ο κατηγορούμενος αρνείται ότι εκπροσωπούσε την άνω εταιρία, είναι απαράδεκτες γιατί βάλλουν κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας.Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ.- Ελλειψη ακροάσεως που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, όπως προκύπτει από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, συνιστά η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ή ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτήν ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με έγγραφο ισχυρισμό του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, είχε ζητήσει την ανάγνωση των παρακάτω εγγράφων α) του από 17-10-1989 καταστατικού, υπ' αριθμ. ..... πράξης της συμ/φου Αθηνών Ελβίρας Καλογεράτου και β) τις καταθέσεις της μάρτυρος Γ και τα πρακτικά του Δ.Σ της ΕΤΒΑ της 18-11-1994, τα οποία το δικαστήριο παρέλειψε να αναγνώσει. Ο περί ελλείψεως ακροάσεως δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος αφού από την επισκόπηση του άνω έγγραφου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος που έχει καταχωρισθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η άνω υπ' αριθμ. ..... συμβολαιογραφική πράξη περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος έγγραφα, το δε πρακτικό του Δ.Σ της ΕΤΒΑ αναγνώσθηκε, ως τούτο προκύπτει από τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, τέλος δε, για τις καταθέσεις της Γ, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ευθέως η ανάγνωση των καταθέσεων αυτής, αλλά από το όλο περιεχόμενο του εγγράφως διατυπωθέντος ισχυρισμού του προκύπτει ότι δι' αυτού γίνεται γενική αναφορά στον φάκελλο της επένδυσης και στις εις αυτόν καταθέσεις της ανωτέρω. IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Επομένως και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και χωρίς να αναγνώσει τα υπ' αριθ. ....., ....., ....., ....., ..... και ..... τι΅ολόγια του ....., και τα υπ' αριθ. ....., ..... και ..... τι΅ολόγια της εταιρίας, ΅ε την επωνυ΅ία "Metropolίtan Engineering Inc.πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί τα ως άνω έγγραφα δεν ήσαν άγνωστα σ' αυτόν, αλλά περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως για την οποία κατηγορήθηκε. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ 2333/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα τρία (293) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή