Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2182 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2182/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, για αναίρεση της 12/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο.

Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 30 Σεπτεμβρίου 2009 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1187/2009.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα ποινική δίωξη για την πράξη που τελέστηκε δια του τύπου και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 17-7-2009 αίτηση αναίρεσης του Χ1 και οι επ' αυτής από 30-9-2009 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατά της 12/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία, ως εξ αυτής προκύπτει, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, την οποία τέλεσε σε βάρος του Ψ1 δια των αναφερόμενων τηλεοπτικών σταθμών και για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση κατά του αυτού προσώπου δια των αναφερομένων εφημερίδων. Η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς ως και οι πρόσθετοι λόγοι κατά σύντμηση της προθεσμίας κλητεύσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα λόγω κινδύνου παραγραφής (άρθρ. 169 Κ.Πολ.Δ). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 12/2009 απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την ... ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Δημάρχου του Δήμου ... εμφανίσθηκε στους τηλεοπτικούς σταθμούς ... κανάλι, ... και ... και την επομένη ημέρα, ..., εμφανίσθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό ... και σε εκπομπές των σταθμών αυτών ισχυρίσθηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα, ότι έχει καταπατήσει δημοτική έκταση και ειδικότερα έκταση εμβαδού 5 τ.μ. της οδού ... και 1,5 τ.μ. της οδού ... του ίδιου παραπάνω Δήμου. Περαιτέρω την ... ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Δημάρχου απέστειλε προς τις ημερήσιες εφημερίδες των ... "....", "...", "...", "..." και "...", ανακοίνωση με το προαναφερόμενο περιεχόμενο για τον πολιτικώς ενάγοντα, η οποία και πράγματι δημοσιεύθηκε την τελευταία παραπάνω ημερομηνία. Όσα ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος για τον τελευταίο, τα οποία περιήλθαν σε γνώση των δημοσιογράφων, των τηλεθεατών των σχετικών εκπομπών, καθώς και του αναγνωστικού κοινού των εφημερίδων που προαναφέρθηκαν, αλλά και των εργαζομένων σ' αυτές, προς τους οποίους απευθυνόταν και επιδίωκε να τους ενημερώσει, ήταν ψευδή. Καθόσον ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε καταπατήσει δημοτική έκταση. Ο ίδιος είναι κύριος ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του οικισμού του παραπάνω Δήμου, στο οποίο έχει ανεγείρει από το 1960 οικία, στην οποία κατοικεί έκτοτε με την οικογένειά του. Το ακίνητο αυτό, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών ... και ..., ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα από τον παραπάνω χρόνο που κατασκευάστηκε η οικία του πολιτικώς ενάγοντος, αντικαταστάθηκε δε η περίφραξη αυτή με μανδρότοιχο το 1976 και παραμένει έκτοτε με την ίδια μορφή. Το 1999 με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ίδιου Δήμου αποφασίσθηκε η ρυμοτόμηση από το ακίνητο του πολιτικώς ενάγοντος τμήματος 5 τ.μ. για τη διαπλάτυνση της οδού ..., καθώς και τμήματος 1,5 τ.μ. για τη διαπλάτυνση της οδού .... Πλην όμως μέχρι και τις προαναφερόμενες ημερομηνίες εμφάνισης του κατηγορουμένου στους παραπάνω τηλεοπτικούς σταθμούς και δημοσίευσης της ανακοίνωσής του στις ίδιες εφημερίδες η διαδικασία της απαλλοτρίωσης των τμημάτων του ακινήτου του τελευταίου δεν είχε ολοκληρωθεί.
Συνεπώς ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε απολέσει την κυριότητα αυτών των τμημάτων του ακινήτου του και δεν είχαν περιέλθει αυτά στην κυριότητα του Δήμου, ώστε να αποτελέσουν δημοτικές εκτάσεις, οι οποίες και είναι το αντικείμενο της αναφοράς του κατηγορουμένου στους τηλεοπτικούς σταθμούς που προαναφέρθηκαν και της σχετικής ανακοίνωσης στις παραπάνω εφημερίδες. Έτσι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε καταπατήσει δημοτικές εκτάσεις, αλλά οι φερόμενες από τον κατηγορούμενο ως καταπατηθείσες αποτελούσαν τμήμα του ακινήτου του, της αναμφισβήτητης κυριότητας του, όπως ήταν τούτο περιφραγμένο από το 1960 και περιλαμβάνονταν εντός της περίφραξης. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα ισχυρίστηκε παραπάνω ήταν ψευδή. Καθόσον ως κάτοικος του ίδιου Δήμου έβλεπε ότι τα φερόμενα ως καταπατηθέντα περιλαμβάνονταν εντός της περίφραξης του μείζονος ακινήτου του πολιτικώς ενάγοντος, γνώριζε με την ιδιότητα του Δημάρχου ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και έτσι διατηρούσε την κυριότητά του ο τελευταίος σ' αυτά, ούτε άλλωστε ο ίδιος (πολιτικώς ενάγων) τα είχε παραχωρήσει πριν από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης στο Δήμο. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την απαλλοτριωτική διαδικασία, καθόσον ασχολείται με την τοπική αυτοδιοίκηση πολλά χρόνια, υπήρξε Νομάρχης στο παρελθόν και επί οκτώ χρόνια Δήμαρχος ... και οπωσδήποτε κατά τη διάρκεια της μακράς του θητείας είχε αντιμετωπίσει σχετικές περιπτώσεις.
Συνεπώς γνώριζε όταν προέβαινε στις παραπάνω ενέργειες ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν είχε καταπατήσει δημοτικές εκτάσεις. Τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του πολιτικώς ενάγοντος, καθόσον αποδίδοντας σ' αυτόν την ιδιότητα του καταπατητή δημοτικών, εκτάσεων, διατύπωσε προσβλητική ιδιότητα για το πρόσωπό του και δραστηριότητα από την οποία δημιουργείται αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας, ως μέλους της κοινωνίας και ως προέδρου του Συλλόγου Περιβάλλοντος .... Δε θα πρέπει να παραληφθεί το γεγονός ότι λίγες ημέρες πριν από την τέλεση των πράξεων στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος, ο πολιτικώς ενάγων με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δημόσια είχε καταγγείλει ότι ο Δήμος ... επιχωμάτωνε παράνομα περιοχή της λίμνης των Ιωαννίνων. Στις παραπάνω πράξεις προέβη ο κατηγορούμενος με δόλια προαίρεση, καθόσον γνώριζε ότι όσα ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, όπως ήθελε, για τον πολιτικώς ενάγοντα ήταν αναληθή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα των αξιοποίνων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμισης της κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών. Επίσης περαιτέρω εκτίθενται σε αυτήν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύονται κατ' είδος και ότι ελήφθησαν όλα υπόψη για την κρίση περί της ενοχής του όπως επίσης και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών τούτων περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 98, 363 ΠΚ, 47 αν. 1092/1938 και άρθρου μόνου του ν.2243/1994, που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, εκ των ανωτέρω εκτεθέντων και ιδίως εκ του περιεχομένου του όλου σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρεται μεν ότι λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που εξετάσθηκε ανωμοτί, συνάγεται όμως σαφώς και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις καταθέσεις των λοιπών ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και εκείνη του προαναφερομένου πολιτικώς ενάγοντος, αφού έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις "όλων των μαρτύρων κατηγορίας" και με αυτή την ιδιότητά του ο πολιτικώς ενάγων ο οποίος είναι ο κατ' εξοχήν μάρτυρα κατηγορίας μνημονεύεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το Πενταμελές Εφετείο η κατάθεση του ανωτέρω Ψ1 και ως εκ τούτου η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής ως προς τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης. Ως πραγματική δε πλάνη, που έχει ως αποτέλεσμα τον μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξης στο δράστη θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ.1 ΠΚ, η παντελής άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψή του σχετικά με ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που τον οδήγησε χωρίς υπαιτιότητά του στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν πράττει κάτι το αξιόποινο. Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης πρέπει να προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο γιατί σε αντίθετη περίπτωση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σε αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατά την απολογία του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων και ότι "παραπλανήθηκα διότι πίστευα ότι εφαρμόζεται ο ν.1337 σύμφωνα με τον οποίο ο πολίτης είναι υποχρεωμένος να παραχωρήσει έκταση. Δεν είχα πρόθεση να θίξω την τιμή και την υπόληψη του Ψ1...αλλά περιμέναμε να κάνει και ο Ψ1 το ίδιο που έκαναν οι άλλοι. Τη δεύτερη ημέρα κάλεσα εγώ τα κανάλια για να πω ότι έγινε λάθος. Είπα ότι αυτά είναι τα μέτρα που πρέπει να αφήσει αλλά έκανα λάθος...". Ο ισχυρισμός όμως αυτός που προέβαλε ο αναιρεσείων χωρίς να επικαλεστεί τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά άγνοιας ή εσφαλμένης αντιλήψεως κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υπόστασης της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως είναι αόριστος και το Εφετείο δεν όφειλε να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία σε αυτόν. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ Δ' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει αν απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε τη διάταξη του τρίτου εδαφίου του άνω άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς, και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ζήτησε την αναβολή της δίκης "προκειμένου να προσκομιστούν οι κασέτες από τις οποίες προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δήλωσε στους τηλεοπτικούς σταθμούς ότι παραπλανήθηκε". Το αίτημα τούτο, το Πενταμελές Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη με την άνω οριστική, το απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία "το αίτημα του κατηγορουμένου για την αναβολή της δίκης, το οποίο υποβλήθηκε μετά την απολογία του προκειμένου να προσκομισθούν οι κασέτες στις οποίες έχει καταγραφεί η δήλωση του σε τηλεοπτικούς σταθμούς ότι παραπλανήθηκε σε σχέση με όσα ισχυρίστηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα, περί καταπάτησης δηλαδή δημοτικών εκτάσεων, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κανένα αποδεικτικό μέσο ούτε και από τους μάρτυρες υπεράσπισής του αποδείχτηκε ότι υπήρξε μεταγενέστερη των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, δημόσια δήλωσή του περί παραπλάνησής του και συγνώμης του προς τον πολιτικώς ενάγοντα". Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής εφόσον αναφέρεται με σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο δεν κρίνεται δικαιολογημένη η αναβολή και αιτιολογείται η απόρριψη του σχετικού αιτήματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης, είναι αβάσιμοι. Επομένως η αναίρεση και ο προτεινόμενος μόνος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολικώς ενάγοντος που παρέστη στην παρούσα δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-07-2009 αίτηση και τους από 30-09-2009 προσθέτους λόγους του Χ1, για αναίρεση της 12/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή