Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 611 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Λόγος από 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ. Απορρίπτεται ως αλυσιτελείς .Λόγος από αριθμό 14. Απορρίπτει ο λόγος από 1 για παραβίαση δικονομικών διατάξεων απορρίπτεται ως απαράδεκτος.




Αριθμός 611/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Γεωργίου, κατοίκου ..., 2) Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Α. του Γ., συζ. Γ. Ξ. και 4) Γ. Ξ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Δ. Ξ.. Οι 1ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Γεωργία Βούλγαρη, η 2η παραστάθηκε με την ίδια ως άνω δικηγόρο.
Στο σημείο αυτό η πληρεξουσία δικηγόρος δήλωσε ότι η κόρη της 3ης και του 4ου των αναιρεσειόντων Ε. Ξ. ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.
Των αναιρεσιβλήτων: Α) Σ. Β., χήρας Σ., κατοίκου ..., 2)Μ. Β. του Σ., κατοίκου ..., και 3) Ε. Χ. του Θ., χήρας Δ. Β., κατοίκου ... ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Σ. Β. του Δ., η τελευταία ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος Δ. Β. του Σ.. Όλες δεν παραστάθηκαν.
Β) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του Σελιβείου Πτωχοκομείου - Γηροκομείου, νομίμως εκπροσωπούμενου με έδρα το ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Γ) Δανειστών που επισπεύδουν την εκτέλεση: 1) Σελίβειου Πτωχοκομείου-Γηροκομείου, νομίμως εκπροσωπούμενου, με έδρα το ..., 2) Σ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 3)Α. Τ., συζ. Ε., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., οι 2ος και 3η ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Γ.. Όλοι δεν παραστάθηκαν.
Δ) Καθ'ών η εκτέλεση: 1) Μ. Π., συζ. Π., κατοίκου ..., 2) Β. Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Α. Μ., χήρας Δ., κατοίκου ..., 5) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Π. Μ. του Δ., συζ. Ε. Τ., κατοίκου ..., 8) Γ. Β. του Β., κατοίκου ..., 9) Ν. Β. του Β., κατοίκου ..., 10) Κ. Β. του Β., κατοίκου ..., 11) Γ. Β. του Β., κατοίκου ... και 12) Λ. Β. του Β., κατοίκου .... Οι 1η και 2η ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Κ. Μ. του Σ. και Π. Μ., συζ. Κ., οι 4η, 5ος, 6η και 7η ως νόμιμοι κληρονόμοι του μεταποβιώσαντος κληρονόμου του αρχικού διαδίκου (Κ. Μ.), Δ. Μ., οι 9ος, 10ος, 11ος και 12η ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Β. του Ν.. Όλοι δεν παραστάθηκαν.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Χ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο.
Υπέρ των ήδη (Α) αναιρεσιβλήτων και κατά των ήδη αναιρεσειόντων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/1977 διεκδικητική ανακοπή του αρχικού διαδίκου-αποβιώσαντος Σ. Β. και την από 3/4/2001 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2001 μη οριστική, 39/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 913/2003, 726/2004, 372/2009 μη οριστικές και 368/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/11/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 21/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο ’ρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο τον οποίον ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με αριθμό 7496 Β/3-7-2012, 7507 Β/10-7-2012, 7487 Β/31-7-2012, 7868 Β/8-11-2012, 7869 Β/8-11-2012, 7862 Β/8-11-2012, 7853 Β/7-11-2012, 7856 Β/7-11-2012, 7854 Β/7-11-2012, 7855 Β/7-11-2012, 7850 Β/7-11-2012, 7849 Β/7-11-2012, 7867 Β/8-11-2012, 7851 Β/7-11-2012, 7852 Β/7-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ..., καθώς και από τις με αριθμό 714Β/30-7-2012, 823Β/8-11-2012, 824Β/8-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη περί ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 9-1-2013 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με φροντίδα των επισπευδόντων την συζήτηση αναιρεσειόντων στους αναιρεσίβλητους Μ. θυγ. Σ. Β., Ε. Χ. του Θ. χήρας Δ. Β. με τις ιδιότητες που παρίσταται, ΣΕΛΙΒΕΙΟ Πτωχοκομείο - Γηροκομείο, Σ. Γ. του Β., Α. σύζ. Ε. Τ., Κ. Π. του Π. ως κληρονόμο της αποβιώσασας διαδίκου μητέρας του Μ. συζ. Π. Π., Θ. Π. του Π. ως κληρονόμο της αποβιώσασας διαδίκου μητέρας της Μ. συζ. Π. Π., Β. σύζ. Κ. Α. ως κληρονόμο των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων Κ. Μ. και Π. συζ. Κ. Μ., Σ. Μ. του Δ., Α. χήρα Δ. Μ. ως κληρονόμο του μεταποβιώσαντος κληρονόμου του αρχικού διαδίκου (Κ. Μ.) Δ. Μ., Κ. Μ. του Δ. ως κληρονόμο του μεταποβιώσαντος κληρονόμου του αρχικού διαδίκου (Κ. Μ.) Δ. Μ., Κ. Μ. του Δ. ως κληρονόμο του μεταποβιώσαντος κληρονόμου του αρχικού διαδίκου (Κ. Μ.) Δ. Μ., Π. Μ. του Δ., Γ. Β. του Β., Ν. Β. του Β. ως κληρονόμο του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Β., Ι. Β. χήρα και μοναδική κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου Κ. Β., Γ. Β. του Β. ως νόμιμο κληρονόμο του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Β. και Λ. Β. ως νόμιμη κληρονόμο του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Β. Β.. Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ). Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). ’ρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ' αυτό από τους δύο γενείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 1436/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκαν η προσβαλλόμενη 368/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών ήταν και η ανήλικη Ε. Ξ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους δύο γονείς της Ε. Α. σύζ. Γ. Ξ. και Γ. Ξ., που ασκούσαν τη γονική μέριμνά της. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκε και από την προαναφερόμενη ανήλικη, εκπροσωπουμένη από τους νομίμους αντιπροσώπους της (γονείς της). Όμως, η ανωτέρω διάδικος Ε. Ξ. ενηλικιώθηκε ήδη και συνεπώς νομίμως αυτή παραστάθηκε με το δικό της όνομα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή της κατέστη ικανή για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων της. Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996). Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ. Έννομο δε συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 8/1998, ΑΠ 1171/2012). Εξάλλου, ως τρίτος, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, μη ταυτιζόμενος νομικώς με κάποιον από αυτούς, όπως συμβαίνει επί καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ενώ θεωρούνται ως τρίτοι, δικαιούμενοι να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, ανεξαρτήτως του χρόνου που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, προ ή κατά την διάρκεια της δίκης. Από τις ίδιες δε ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 215 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση, εκκρεμούσης αναιρέσεως, ασκείται διά καταθέσεως δικογράφου, κοινοποιουμένου σε όλους τους διαδίκους και περιέχοντος τα στην παρ. 1 του άρθρου 81 οριζόμενα στοιχεία.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Χ. Β. άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 5-11-2012, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εν αρχή αναιρεσιβλήτων και κατά των αναιρεσειόντων. Έχει δε έννομο συμφέρον ο ανωτέρω να παρέμβει στην εκκρεμή κύρια δίκη, γιατί, όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της προσθέτου παρεμβάσεως, αποδεικνύεται δε και από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο προσθέτως παρεμβάς απέκτησε την ιδιότητα του ειδικού διαδόχου επί του επίδικου ακινήτου διά της προς αυτόν από τον δικαιοπάροχο των ως άνω αναιρεσιβλήτων Σ. Β. πωλήσεως του επίδικου ακινήτου με το υπ' αριθμ. .../1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Παναγιώτη Μακρυγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ορίστηκε δε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης από τον Προεδρεύοντα του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 9-1-2013 και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 10 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών. Από δε τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες με αριθμούς 7541Β/3-12-2012, 7542 Β/3-12-2012, 7543 Β/3-12-2012, 7544 Β/4-12-2012, 7547 Β/4-12-2012, 7548 Β/4-12-2012, 7549 Β/4-12-2012, 7550 Β/4-12-2012, 7551 Β/4-12-2012, 7552 Β/4-12-2012, 7553 Β/4-12-2012, 7554 Β/4-12-2012, 7555 Β/4-12-2012, 7556 Β/4-12-2012, 7557 Β/4-12-2012, 7558 Β/4-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ..., καθώς και με αριθμούς 11426β, 11427β, 11428β, 11429β, 11430β, 11431β/16-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι εμπρόθεσμα επιδόθηκε η πρόσθετη παρέμβαση σε όλους του διαδίκους. Επομένως, η άνω πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη λόγω υπάρξεως εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβάντος από τις αντανακλαστικές, γι' αυτόν, έννομες συνέπειες της αποφάσεως που θα εκδοθεί, και αφού έχει επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναιρέσεως.
Επειδή, η κυρία παρέμβαση, η οποία κατά περιεχόμενο, σκοπό, συνέπειες και δύναμη εξομοιώνεται με την κυρία αγωγή, από την οποία τυπικώς διαφέρει γιατί δεν είναι εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης αλλά παρεμπίπτουσα αγωγή τρίτου κατά των αρχικών διαδίκων ή των υπεισελθόντων στη θέση τους, αποτελεί διαδικαστική πράξη με την οποία τρίτος συμμετέχει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη και έχει αυτοτέλεια έναντι της αγωγής, καθόσον ο κυρίως παρεμβαίνων υποβάλλει αίτημα παροχής έννομης προστασίας με την μορφή της διαγνώσεως ότι δικαιούχος του επίδικου αντικειμένου είναι αυτός. Η κυρία παρέμβαση στηρίζεται στο ίδιο δικαίωμα ή στην ίδια έννομη σχέση ως προς όλους τους κυρίους διαδίκους, το επικαλούμενο δε δικαίωμα είναι τέτοιο που να μπορεί να στραφεί εναντίον όλων των αρχικών διαδίκων, χωρίς να απαιτείται να στηρίζεται η αξίωση του παρεμβαίνοντος στην ίδια ιστορική και νομική αιτία που στηρίζεται και η αγωγή του κυρίου διαδίκου. Έτσι η κυρία παρέμβαση, με την οποία εισάγεται αυτοτελής έναντι της αγωγής αίτηση παροχής έννομης προστασίας για το αντικείμενο της αγωγής, αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή που απλώς συνεκδικάζεται λόγω συνάφειας με την αγωγή, για την οποία δημιουργείται νέα παρεμπίπτουσα δίκη, αυτοτελής έναντι της αρχικής, με αντιδίκους του παρεμβαίνοντος τους αρχικούς διαδίκους, χωρίς την δημιουργία σχέσεως ομοδικίας απλής ή αναγκαστικής των τελευταίων έναντι του παρεμβαίνοντος (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 847/2007). Ο παρεμβαίνων πρέπει κατά τον χρόνο ασκήσεως της παρεμβάσεως να είναι τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, ούτε να ταυτίζεται με τους αρχικούς διαδίκους και γι' αυτό αν ασκήθηκε κυρία παρέμβαση στην πρωτόδικη δίκη, αποκλείεται η άσκηση νέας παρέμβασης στην κατ' έφεση δίκη από τον πρωτοδίκως παρεμβάντα και αν ακόμη απορρίφθηκε αυτή, γιατί είχε καταστεί αυτός διάδικος. Έτσι αν απορρίφθηκε πρωτοδίκως η κυρία παρέμβαση αποκλείεται και είναι απαράδεκτη η επανάληψή της στον δεύτερο βαθμό. Χωρεί μόνον έφεση από τον έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον κυρίως παρεμβαίνοντα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απέρριψε την κυρία παρέμβασή του. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 374/2012, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 14/2004) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 448/1996, 1668/2005). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρεί αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 963/1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι στην εκκρεμή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκη, που είχε ανοιγεί με την άσκηση της από 31-12-1977 διεκδικητικής ανακοπής του Σ. Β., άσκησαν την από 3-4-2001 κυρία παρέμβασή τους οι ήδη αναιρεσείοντες, με την οποία ζήτησαν να απορριφθεί η ως άνω διεκδικητική ανακοπή και αναγνωριστούν οι ίδιοι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου συνολικά του επίδικου ακινήτου εκτάσεως 200 στρεμμάτων, καθώς και τμήματος μείζονος ακινήτου εκτάσεως 638,68 τ.μ. στρεμμάτων, άλλως 342,50 τ.μ. στρεμμάτων αυτού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε την κυρία παρέμβαση με την ανακοπή και την πρόσθετη παρέμβαση που είχε ασκήσει ο Υπουργός των Οικονομικών υπέρ του πρώτου εκ των καθών η ανακοπή Σελίβειου Πτωχοκομείου - Γηροκομείου και εξέδωσε την 108/2001 οριστική του απόφαση, η οποία δέχτηκε εν μέρει την διεκδικητική ανακοπή, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κυρία παρέμβαση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν εφέσεις οι καθών η ανακοπή Σελίβειο Πτωχοκομείο κ.λ.π. και ο προσθέτως παρεμβάς Υπουργός των Οικονομικών, οι οποίες έγιναν δεκτές με την 913/2003 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος της που αναφέρεται στην ανακοπή και κηρύχθηκε απαράδεκτη η μετ' απόδειξη συζήτηση της ανακοπής, την οποία είχε επισπεύσει ο Χ. Β., συνεχίζοντας τη δίκη ως ειδικός διάδοχος του ανακόπτοντος Σ. Β. χωρίς όμως να ασκήσει ο ίδιος παρέμβαση στη δίκη. Ακολούθως, οι καθολικοί διάδοχοι του αρχικού ανακόπτοντος και ήδη με στοιχείο Α) αναιρεσίβλητοι, επανέφεραν με κλήση τους προς μετ' απόδειξη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την διεκδικητική ανακοπή, το οποίο εξέδωσε την 39/2004 οριστική του απόφαση, με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την διεκδικητική ανακοπή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της προσβαλλόμενης εκθέσεως και την κυριότητα του αρχικώς ανακόπτοντος Σ. Β. στο επίδικο ακίνητο και διέταξε την απόδοση αυτού στους αναιρεσίβλητους καθολικούς διαδόχους του. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το προσθέτως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο, ενώ οι ασκήσαντες την απορριφθείσα πρωτοδίκως από 3-4-2001 κυρία παρέμβασή τους και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν εκ νέου ενώπιον του Εφετείου την από 6-10-2008 κυρία παρέμβασή τους. Εδώ ας σημειωθεί, ότι κατά της ως άνω 108/2001 πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση είχαν επίσης ασκήσει οι κυρίως παρεμβάντες έφεση καθώς και το από 27-1-2004 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 726/2004 απόφαση του Εφετείου, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη 108/2001 πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 3-4-2001 κυρία παρέμβαση ως απαράδεκτη με το αιτιολογικό ότι αυτή "δεν στρέφεται και κατά του ανακόπτοντος Σ. Β., ο οποίος εξακολουθεί να είναι διάδικος, αλλά στρέφεται κατά το μη διαδίκου Χ. Β., ο οποίος μη νομίμως επέσπευσε τη συζήτηση της ανακοπής, και ότι άλλως η συζήτηση της κυρίας παρέμβασης θα ήταν επίσης απαράδεκτη, αφού παραμένει εκκρεμής η κύρια δίκη επί της ανακοπής, με την οποία συνεκδικάζεται η παρέμβαση". Στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, κατά της ανωτέρω 39/2004 απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου οι ασκήσαντες την απορριφθείσα από 3-4-2001 κυρία παρέμβασή τους και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν εκ νέου ενώπιον του Εφετείου την από 6-10-2008 κυρία παρέμβασή τους κατά των καθολικών διαδόχων του αρχικού ανακόπτοντος και του προσθέτως παρεμβάντος Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσιβλήτων, αντιποιούμενοι το επίδικο ακίνητο και ζητώντας όσα ακριβώς ζητούσαν με το δικόγραφο της από 3-4-2001 κυρίας παρεμβάσεώς τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την εκ νέου ασκηθείσα ένδικη κυρία παρέμβαση με το αιτιολογικό ότι "η επαναλαμβανόμενη ενώπιον του Εφετείου κυρία παρέμβαση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αιτήματα με την απορριφθείσα κατ' ουσίαν κυρία παρέμβαση που είχε ασκηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είναι απαράδεκτη". Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους, που νόμιμα πρόβαλαν, ότι αυτοί είχαν ασκήσει έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της 108/2001 απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ενώπιον του τελευταίου ασκηθείσα από 3-4-2001 κυρία παρέμβασή τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ενώπιόν του εκ νέου ασκηθείσα κυρία παρέμβαση με την παραδοχή, η οποία επαρκώς στηρίζει την κρίση του και τη σχετική διάταξη του διατακτικού, ότι επαναλαμβάνεται ενώπιόν του η κυρία παρέμβαση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αιτήματα με την απορριφθείσα κατ' ουσίαν κυρία παρέμβαση που είχε ασκηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη από 6-10-2008 κυρία παρέμβαση των αναιρεσειόντων με την προαναφερομένη αιτιολογία, ότι επαναλαμβάνεται ενώπιόν του η κυρία παρέμβαση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αιτήματα με την απορριφθείσα κατ' ουσίαν κυρία παρέμβαση που είχε ασκηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνακόλουθα δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ αναφέρεται στην παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλουν κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. ’ρα, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όσον αφορά στην παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υπό την επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει την άσκηση της κυρίας παρέμβασης, επειδή το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα ενώπιόν του από 6-10-2008 κυρία παρέμβαση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου με στοιχείο Β) αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, καθώς και του παρισταμένου προσθέτως παρεμβάντος υπέρ των αναρεσιβλήτων και κατά των αναιρεσειόντων Χ. Β. (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 1-11-2011 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Ι. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 368/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών με την από 5-11-2012 πρόσθετη παρέμβαση του Χ. Β. υπέρ των εν αρχή αναιρεσιβλήτων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου με στοιχεία (Β) αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, και του παρισταμένου προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσιβλήτων Χ. Β., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή