Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 205 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Προθεσμία της αναίρεσης. Αιτιολογημένη καταδίκη αναιρεσείοντος για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Έλλειψη αιτιολογίας μόνο σε σχέση με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ.




ΑΡΙΘΜΟΣ 205/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 1696/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Οκτωβρίου 2006 και 1 Νοεμβρίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις του αναιρέσεως, η οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2006.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναίρεσης και να γίνει δεκτή εν μέρει η από 23 Οκτωβρίου 2006 τοιαύτη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθμ. 1696/28-6-2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ...... οι από 23-10-2006 και 1-11-2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως η πρώτη με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, εκτός από την τήρηση των οριζόμενων στο άρθρο 474 παρ.1 ΚΠΔ και με δήλωση που περιέχει όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου τούτου, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία 20 ημερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή και όχι κατ'άλλο τρόπο, όπως είναι η αποστολή του ταχυδρομικώς ή η εγχείρισή του στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση από 1-11-2007 αίτηση αναιρέσεως όπως από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 1696/28-6-2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ. Η εν λόγω όμως αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει απ' αυτή και τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη διακρίβωση του παραδεκτού της αναιρέσεως, δεν επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με δικαστικό επιμελητή, κατόπιν εντολής προς αυτόν από τον αναιρεσείοντα, αλλά περιήλθε στην υπηρεσία της Εισαγγελίας, κατόπιν διαβιβάσεώς της από την Κλειστή Φυλακή Κέρκυρας και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό 10034/9-11-2007.
Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις, πρέπει, προεχόντως εκ του λόγου αυτού, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως, με το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναιρέσεως που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η υπ' αριθ. 1252/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, γιατί το πρωτόδικο τούτο δικαστήριο, δεν απάντησε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Από τις διατάξεις των εδαφ. β' και ζ' της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται ως βασικά εγκλήματα, πλην άλλων, η αγορά και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Η αγορά των ουσιών αυτών πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Ως κατοχή θεωρείται η φυσική εξουσία της ναρκωτικής ουσίας από το δράστη ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη δική του βούληση. Εξ άλλου η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Δεν απαιτείται επίσης και ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση και την εξέδωσε δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα αναιρετική κρίση του, με εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Αλβανός υπήκοος (δεν είναι τοξικομανής και ομιλεί καλώς την ελληνική γλώσσα), κατά τους αναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσε, από δόλο, κατά πραγματική συρροή, τις πράξεις: Α) της παράνομης κατοχής ναρκωτικών ουσιών, διότι: α) κατά τη σύλληψή του, κατείχε ποσότητα μισού κιλού ηρωίνης σε στερεή μορφή "βράχου", σε σχήμα κυλίνδρου, περιτυλιγμένο με κολλητική ταινία, που είχε τοποθετήσει εντός μιας φραντζόλας ψωμιού που κρατούσε, κατά τη σύλληψή του (αφαίρεσε την ψίχα και στη θέση της τοποθέτησε την ηρωίνη), και β) στο διαμέρισμά του, κατά την επακολουθήσασα έρευνα, κατείχε και άλλη ποσότητα μισού κιλού ηρωίνης τέτοιου είδους και με την ίδια συσκευασία, έχοντας τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά την δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά και Β) της παράνομης αγοράς της ως άνω συνολικής ποσότητας ηρωίνης (ενός κιλού), από άγνωστο άτομο με άγνωστο τίμημα. Για τα περιστατικά αυτά, κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός. Ο ίδιος αρνείται την αγορά, ενώ για την κατοχή των ναρκωτικών (που κατασχέθηκαν), ισχυρίζεται δήθεν ότι κατείχε αυτά, ως απλός συνεργός, για λογαριασμό ενός άλλου Αλβανού, με το όνομα ".....", που τον απειλούσε. Ο ισχυρισμός δεν είναι βάσιμος, διότι ο ίδιος αγόρασε και κατείχε για δικό του λογαρισμό τα ναρκωτικά και όχι δήθεν σαν βοηθός ενός άλλου Αλβανού. Με ένα μαχαίρι (που βρέθηκε στο σπίτι του με ίχνη ηρωίνης) τεμάχιζε την ηρωίνη για να την διαθέτει σε μικρότερες ποσότητες.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις αυτές, χωρίς τα επικαλούμενα ελαφρυντικά διότι: α) δεν έζησε έντιμη πριν την τέλεση των πράξεων (έμπορος ναρκωτικών), β) ενήργησε από ταπεινά αίτια (φιλοκέρδεια), γ) δεν έδειξε ειλικρινή μετάνοια, αλλά προσποιείται τον μετανοημένο και δ) δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, που είναι κρατούμενος, διότι η συμπεριφορά του στη δικαστική φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης αλλά προϊόν φόβου και καταναγκασμού". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδάφ. β', ζ', 2 ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Έφ' όσον δε ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, ως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητού και το ύψος του τιμήματος αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου δεδομένου ότι η παραδοχή αυτής ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων. Κατόπιν όλων αυτών, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε 'του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, α) "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή" (περ.α), β) και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην δεύτερη περίπτωση, πρέπει, να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, κατέθεσε εγγράφως τους πιο κάτω ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να γίνουν δεκτά πλην άλλων τα παρακάτω ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α, 2ε Π.Κ. Α) το ότι έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Αυτό διότι ουδέποτε στο παρελθόν απασχόλησε τις αστυνομικές ή δικαστικές αρχές της Ελλάδας ή της Αλβανίας, έχει μόνιμη διαμονή στη χώρα, εργαζόταν νόμιμα στην Ελλάδα και τηρούσε τις υποχρεώσεις που του επέβαλε η διαμονή του στην Ελλάδα. Β) το ότι κατά την κράτησή του στη Φυλακή δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και επιδεικνύει καλή διαγωγή .
Τους πιο πάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο της ουσίας τούς απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως αναφέρθηκε, με την εξής αιτιολογία: Ο κατηγορούμενος: 1) δεν έζησε έντιμη ζωή πριν την τέλεση των πράξεων (έμπορος ναρκωτικών) και 2) δεν συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, που είναι κρατούμενος, διότι η συμπεριφορά του στη δικαστική φυλακή δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης αλλά προϊόν φόβου και καταναγκασμού. Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο με τα στοιχεία Β ισχυρισμός (ότι ο αναιρεσείων συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά τις πράξεις του αυτές. Η απλή αναφορά, της καλής του συμπεριφοράς του στη φυλακή, ως μόνο συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό δεν αρκεί για να καταστήσουν ορισμένο τον ανωτέρω ισχυρισμό του. Το Δικαστήριο της ουσίας, εντούτοις, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, απάντησε, ως εκ περισσού, στον πιο πάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του η οποία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Σε σχέση με τον πρώτο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως (84 παρ.2α ΠΚ), που ήταν σαφής και ωρισμένος η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη ειδική αιτιολογία, ενόψει του ότι δεν εκθέτει αρνητικά περιστατικά που να δικαιολογούν την μη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον όσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ. και όχι ως προς την περί ενοχής διάταξη, ως και προς την περί ποινής διάταξη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1696/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την 1696/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, καθώς και ως προς την περί ποινής διάταξη της απόφασης αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 23 Οκτωβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως του ......
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ