Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 395 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Κλοπή, Εκβίαση, Πλάνη νομική.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για κλοπή και απόπειρα εκβιάσεως. Στοιχεία εγκλημάτων. Η αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και επί των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον αυτοί είναι ορισμένοι. Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης τι πρέπει να περιέχει για να είναι ορισμένος. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ο οποίος, πάντως, είχε προβληθεί αορίστως. Απόρριψη αιτήσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 395/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη (σύμφωνα με την υπ' αριθμό 56/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Σ. (G. S.) του S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της 9609/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Κινητό δε πράγμα είναι εκείνο που, κατά την κοινή αντίληψη, μπορεί να μετακινηθεί, ανεξαρτήτως από την έννοια που του προσδίδεται από τις διατάξεις του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται: α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ' επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαιτήσεως, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεώς του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβιάσεως έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θελήσεως του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδηλώσεως και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ., να επιχειρήσει ο δράστης πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως αυτού, δηλαδή να προβεί σε ενέργεια, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 παρ. 1του Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εντεύθεν και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9609/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κλοπής και απόπειρας εκβιάσεως σε βάρος του Δ. Τ. και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο μηνυτής και ο κατ/νος ίδρυσαν στις 13-12-05 την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία AL-GRE-TRANS, σύμφωνα με το Αλβανικό δίκαιο η οποία καταχωρίσθηκε στο εμπορικό μητρώο του Υπουργείου Οικονομίας Αλβανίας με την 34549/2005 απόφαση του Δικαστηρίου των Τιράνων στις 15-12-2005. Συνεταίροι ήσαν ο μηνυτής και ο κατ/νος με ποσοστό 50% ο καθένας και διαχειριστής αυτής ορίσθηκε ο κατ/νος. Σκοπός της εταιρείας ήταν η εκμετάλλευση του υπό στοιχ. κυκλ. ... ΔΧ λεωφορείου το οποίο εκτελούσε δρομολόγια από την Ελλάδα προς την Αλβανία και αντιστρόφως. Το λεωφορείο, αρχικώς, οδηγούσε ο κατ/νος αλλά το φθινόπωρο του έτους 2006 οι συνεταίροι διαφώνησαν ως προς την εκμετάλλευση του λεωφορείου και ειδικότερα το μερίδιο καθενός στα κέρδη και τις δαπάνες του, ο κατηγορούμενος απεχώρησε από την συνεκμετάλλευση του λεωφορείου και έπαψε να το οδηγεί καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την μεταξύ των συνεταίρων εταιρία. Επίσης ο κατ/νος με το από 3-10-2006 έγγραφο του προς την Γενική Δ/νση εσόδων και φόρων της Αλβανίας, ζήτησε, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της ως άνω εταιρίας, να τον βοηθήσει η φορολογική αστυνομία προκειμένου να αφαιρεθεί η άδεια κυκλοφορίας του λεωφορείου διότι το χρησιμοποιούσε παράνομα ο μηνυτής ο οποίος διέπραττε φορολογικές και άλλες παραβάσεις, συνομολογώντας με τον τρόπο αυτό ότι δεν είχε πλέον την συνεκμετάλλευση του οχήματος. Ακολούθως ο κατ/νος και ενώ αποκλειστικός κάτοχος του αυτοκινήτου ήταν ο μηνυτής, στις 21-2-07 το αφαίρεσε από την κατοχή του από το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο στον Κολωνό Αθηνών επί των οδών Μοναστηριού και Δράκωνος και το μετέφερε στην Αλβανία εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό την θέλησή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ακολούθως κατά το χρονικό διάστημα από 21-2-2007 έως 13-2-2007 τηλεφώνησε στον μηνυτή από τα Ιωάννινα όπου βρισκόταν και τον απείλησε ότι δεν θα του επιστρέφει το όχημα αν δεν του καταβάλει χρηματικό ποσό το ύψος του οποίου δεν προσδιόρισε, αλλά ο μηνυτής δεν ενέδωσε στις πιέσεις του και υπέβαλε μήνυση εναντίον του ... . Ο κατ/νος συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται για τις πράξεις που του αποδόθηκαν".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κλοπής και της απόπειρας εκβιάσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 παρ. 1 α και 385 παρ. 1 γ του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο επαρκώς αιτιολογεί ότι ο αναιρεσείων δεν είχε νόμιμο δικαίωμα επί του λεωφορείου, με την παραδοχή ότι αυτός από το φθινόπωρο του 2006 αποχώρησε από τη συνεκμετάλλευση του λεωφορείου και έπαυσε να το οδηγεί, καταγγέλλοντας, με αυτόν τον τρόπο, την μεταξύ αυτού και του μηνυτή εταιρία, με το να υποβάλει δε προς την Γενική Διεύθυνση Εσόδων και Φόρων της Αλβανίας το από 3-10-2006 έγγραφο, είχε συνομολογήσει ότι δεν είχε την συνεκμετάλλευση του λεωφορείου και αποκλειστικός κάτοχος αυτού ήταν ο μηνυτής. Με δεδομένη, δηλαδή, την καταγγελία της εταιρίας από μέρους του κατηγορουμένου, έπαυσε και η από τον τελευταίο διαχείριση αυτής, εντεύθεν δε και η συνεκμετάλλευση του λεωφορείου, ασχέτως αν αυτός υπέβαλε το ως άνω έγγραφο, ισχυριζόμενος ότι ήταν διαχειριστής της εταιρίας. β) Αιτιολογείται και ο σκοπός παράνομης ιδιοποιήσεως με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων αφαίρεσε το λεωφορείο από την κατοχή του μηνυτή, από το σημείο όπου ήταν σταθμευμένο στον Κολωνό Αθηνών, και το μετέφερε στην Αλβανία. γ) Σαφώς διευκρινίζεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος στην εταιρία, που είχε συστήσει με το μηνυτή, με την παραδοχή ότι κατήγγειλε αυτός την εταιρία και αποχώρησε από τη συνεκμετάλλευση του λεωφορείου. Δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι, μετά την καταγγελία, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν είχε, πλέον, τη διαχείριση και εκπροσώπηση αυτής. δ) Επαρκώς αιτιολογείται και η απόπειρα εκβιάσεως με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, απείλησε, τηλεφωνικώς, το μηνυτή ότι δεν θα του επέστρεφε το λεωφορείο, εάν αυτός δεν του κατέβαλε χρηματικό ποσό, πλην ο τελευταίος δεν ενέδωσε, αλλά υπέβαλε μήνυση εναντίον του, δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διευκρινίζεται το αποδεικτικό μέσο, από το οποίο προκύπτει η παραδοχή αυτή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, υπό στοιχ. Αi και iii και B, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 372 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Οι, περιεχόμενες στον πρώτο λόγο, αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, καταθέσεως του μοναδικού μάρτυρα και μηνυτή Δ. Τ.) είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ, "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986). Περαιτέρω, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπεια, στην απαλλαγή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, "ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός, ήταν αόριστος, αφού ο αναιρεσείων, εκπροσωπούμενος από το συνήγορό του, δεν ανέφερε τις ειδικές περιστάσεις και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία του δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι είχε δικαίωμα να τελέσει τις πράξεις, με ειδική αναφορά ότι, υπό τις συνθήκες που ενήργησε, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, η πλάνη του ήταν συγγνωστή γιατί δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο των πράξεών του. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, στο σκεπτικό του παραθέτει, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, συγκεκριμένα, ότι "ο ισχυρισμός του κατ/νου ότι στο πρόσωπο του συνέτρεχε νομική πλάνη είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τα ως άνω αποδειχθέντα γεγονότα προκύπτει ότι αυτός είχε πλήρη συνείδηση του αδίκου χαρακτήρα των πράξεών του και επέδειξε περιφρόνηση στις προσταγές του Δικαίου". Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ, πρώτος, κατά το στοιχ. Αii, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος. Η, περιεχόμενη στο λόγο αυτό, αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (εγγράφων που αναγνώσθηκαν με αύξ. αριθ. 5 και 6, ήτοι του από 14.12.2006 φωτοαντιγράφου σε μετάφραση εγγράφου από τα Τίρανα με αρ. 9911/3.10.2006 απάντηση σε αίτηση για άρση άδειας κυκλοφορίας και του από 14.12.2006 φωτοαντιγράφου σε μετάφραση εγγράφου από τα Τίρανα με αρ. 25/3/25.10.2006 με θέμα ακινητοποίηση του λεωφορείου) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ανεξαρτήτως του ότι η αοριστία του ως άνω ισχυρισμού, ο οποίος δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε στο Δικαστήριο και εγγράφως, δεν μπορεί να θεραπευθεί με την παραπομπή σε έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Δεκεμβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 7933/2014) αίτηση (δήλωση) του Γ. Σ. (G. S.) του S., για αναίρεση της 9609/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή