Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1687 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Απόπειρα.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την πράξη της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Όταν δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την μη απέλαση αλλοδαπού (Αλβανού) υπηκόου, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την διατασσόμενη απέλαση. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.





Αριθμός 1687/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ε' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά, περί αναιρέσεως της 498/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον x2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"... Στις αστυνομικές αρχές είχε περιέλθει ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία ότι άτομο Αλβανικής υπηκοότητας που οδηγεί αυτοκίνητο PEUGΕOT, χρώματος ασημί και με αριθμό κυκλοφορίας ...... διακινεί ποσότητες ηρωΐνης σε τοξικομανείς του Κέντρου Αθηνών και σε μικροεμπόρους ναρκωτικών. Κατόπιν τούτου εντοπίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση, διαπιστώθηκε δε ότι ερχόταν σε επαφή και επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι επισκεπτόταν τακτικά διαμέρισμα που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ....., όπου δεν διέμενε κανένας, δοθέντος ότι ο μεν πρώτος κατηγορούμενος διέμενε μονίμως στα .... (......), ο δε δεύτερος στην Αθήνα επί της οδού ....... Τις βραδυνές ώρες της 25.2.2004 ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το ανωτέρω αυτοκίνητο ................... στο παραπάνω διαμέρισμα. Αφού στάθμευσε πρόσκαιρα το αυτοκίνητο επί της οδού ....., ανέβηκε στο εν λόγω διαμέρισμα, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά που κατείχε, και, ακολούθως, κατήλθε κρατώντας μία νάυλον σακκούλα και με ιδιαίτερες προφυλάξεις επιβιβάστηκε στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο και μετέβη επί της οδού ....., όπου, ύστερα από προσυνεννόηση, τον περίμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο και παρέδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και, ακολούθως, κινήθηκε πεζός προς την οδό ...... Ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου άνοιξε αυτό και πήρε τη νάυλον σακκούλα που υπήρχε μέσα σ' αυτό. Όμως, τη στιγμή αυτή επενέβησαν οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τους κατηγορουμένους και τους συνέλαβαν. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι μέσα στη νάυλον σακκούλα υπήρχε η απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωΐνη σε στερεή μορφή (βράχου) μικτού βάρους 464 γραμμαρίων. Αμέσως μετά τη σύλληψή του, ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι συνεργαζόταν με τον πρώτο και ότι την παραπάνω ναρκωτική ουσία επρόκειτο να πουλήσουν σε τρίτο άτομο. Αντίθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος αρχικά τήρησε αρνητική στάση και απέκρυψε από τους αστυνομικούς τόσο την ύπαρξη του επιβατηγού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των ναρκωτικών, όσο και την ύπαρξη του διαμερίσματος το οποίο εχρησιμοποιείτο για τη φύλαξη αυτών. Επακολούθησε έρευνα στο παραπάνω διαμέρισμα και βρέθηκε πάνω από το ντουλάπι της κουζίνας, επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε άλλες σακκούλες με τρόφιμα, μία νάυλον συσκευασία που περιείχε ηρωΐνη μικτού βάρους 190 γραμμαρίων, καθώς και δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας μάρκας "TEFAL" και "ΤΑΝΙΤΑ", κατάλληλες για ζύγιση ναρκωτικών. Επίσης, στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 320 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας "ΝΟΚΙΑ", στην κατοχή δε του δεύτερου κατηγορουμένου βρέθηκε το ποσό των 780 ευρώ και 23 δολλαρίων ΗΠΑ και ένα κινητό τηλέφωνο, επίσης μάρκας "ΝΟΚΙΑ". Τα εν λόγω κινητά τηλέφωνα τα χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι για να έρχονται σε επαφή με διάφορους υποψήφιους αγοραστές ναρκωτικών ουσιών, τα δε χρηματικά ποσά που κατείχαν προέρχονταν από την πώληση ναρκωτικών ουσιών. Τούτο ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι στα χέρια του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν όχι μόνο χαρτονομίσματα ευρώ αλλά και δολλαρίων ΗΠΑ. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρέπει ν' απαλλαγεί από την κατηγορία της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, καθόσον τα ναρκωτικά που κατασχέθηκαν βρέθηκαν στο διαμέρισμα επί της οδού ......., όπου διέμενε ο αδελφός του, χωρίς να γνωρίζει την προέλευσή τους. Όμως, ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον ο ίδιος, απολογούμενος ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, παραδέχτηκε πως ο ίδιος αγόρασε μισό κιλό ηρωΐνης από άτομο με το όνομα "......", αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνείται την αγορά και κατοχή των ναρκωτικών ουσιών και διατείνεται ότι απλά και μόνο διαμεσολάβησε στην πώληση των 464 γραμμαρίων ηρωΐνης. Όμως, και ο παραπάνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, αφού από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή αποδείχθηκε ότι αμφότεροι, οι οποίοι είναι ομοεθνείς (Αλβανοί), γνωρίζονταν καλά και συνεργάζονταν στη διακίνηση ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της αστυνομίας. Έτσι, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 15ης και 25ης Φεβρουαρίου 2004, στην Αθήνα και σε άλλο σημείο της Αττικής, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ενεργώντας, ύστερα από συναπόφαση, από κοινού και με κοινό δόλο, αγόρασαν, με σκοπό την εμπορία, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωΐνης, από άτομο του οποίου τα στοιχεία δεν διακριβώθηκαν, έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος. Οπωσδήποτε, οι κατηγορούμενοι αγόρασαν τουλάχιστον 654 γραμμάρια ηρωΐνης που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν. Από τις ως άνω ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών κατείχαν, με σκοπό την εμπορία, οι κατηγορούμενοι, από κοινού, με την έννοια ότι τις εξουσίαζαν φυσικά ο καθένας απ' αυτούς και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τις διαθέσουν, κατελήφθησαν δε να κατέχουν από κοινού κατά το χρόνο της συλλήψεώς τους 464 γραμμάρια ηρωΐνης επί της ενταύθα οδού ......, καθώς και 190 γραμμάρια της ιδίας απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας στο διαμέρισμα που προαναφέρθηκε επί της οδού ........, όπου υπήρχαν και οι δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, οι οποίες ήταν κατάλληλες για τη ζύγιση των ναρκωτικών ουσιών. Αντίθετα, από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή, δεν προέκυψε ότι από τις προαναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών είχαν προλάβει οι κατηγορούμενοι να πουλήσουν σε τρίτους, επιχείρησαν όμως να πουλήσουν σε τρίτο άτομο - έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος - 464 γραμμάρια ηρωΐνης, χωρίς να ολοκληρώσουν την πράξη τους, όχι από δική τους θέληση, αλλά γιατί συνελήφθησαν από τους αστυνομικούς. Κατόπιν τούτων, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, όπως και πρωτοδίκως, και ένοχοι απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επιτρεπτή μεταβίβαση κατηγορίας. Σημειώνεται ότι στους κατηγορουμένους πρέπει να επιβληθεί μία ποινή κατ' άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1729/87, αφού οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Τέλος, τα αιτήματα των κατηγορουμένων για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Πιο συγκεκριμένα, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αφού αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έχουν εισέλθει παράνομα στη χώρα, για αρκετό χρονικό διάστημα πριν συλληφθούν, ασχολούνταν με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και είχαν αναπτύξει έντονη εγκληματική δραστηριότητα, προωθώντας ναρκωτικά σε διαφόρους τοξικομανείς και μικρεμπόρους ναρκωτικών, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της αστυνομίας, με αποτέλεσμα να τεθούν υπό παρακολούθηση οι κατηγορούμενοι και να συλληφθούν. Επίσης, δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ (μετέπειτα καλής συμπεριφοράς), αφού οι κατηγορούμενοι από της συλλήψεώς τους και εντεύθεν κρατούνται στις φυλακές και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους το ως άνω ελαφρυντικό, αφού η προαναφερθείσα διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου στην κοινωνία (ΑΠ 268/96 ΠΧ ΚΣΤ/1946, ΑΠ 1553/95 ΠΧ ΚΣΤ/896). Αλλά ούτε και η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας συντρέχει στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου (x2), αφού το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, οι δε δηλώσεις του κατηγορουμένου, ενώπιον του δικαστηρίου, περί μετανοίας και συγγνώμης, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης (ΑΠ 1312/93 ΠΧ ΜΓ/1135). Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επέβαλε σ' αυτόν μία ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, επέβαλε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και διέταξε την ισόβια απέλασή του από την χώρα μετά την έκτιση της ποινής. Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις πράξεις της από κοινού αγοράς και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας "ηρωΐνη" διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1β',ζ'και 2 του Ν.1729/1987, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίησή του με το Ν.3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Άλλωστε για την καταδίκη του για τις πράξεις αυτές, ο αναιρεσείων ουδεμία προσάπτει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η αιτιολογία της αποφάσεως για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με τους οποίους επικαλέσθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε παράνομα εισέλθει στη χώρα και συστηματικά ησχολείτο και σε προγενέστερο της συλλήψεώς του χρόνο, με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, για δε την καλή συμπεριφορά, ότι δεν αποδεικνύεται άλλη πλην εκείνης της υπό το καθεστώς της κρατήσεώς του στις φυλακές. Κατά τούτο επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ορίζοντος του άρθρου 17 παρ.2 του Ν. 1729/1987 ότι επί αλλοδαπού κατηγορουμένου, η καταδίκη του συνεπάγεται υποχρεωτική απέλαση από τη χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι προς τούτο λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, με σαφήνεια προκύπτει ότι υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την διατασσόμενη απέλαση, δημιουργείται όταν ο κατηγορούμενος επικαλείται και αποδεικνύει την συνδρομή σπουδαίου λόγου που αποκλείουν την απέλαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου όταν έλαβε τον λόγο επί της ποινής ζήτησε, κατά λέξη ".. για τον α' κατηγορούμενο ο συνήγορος ζήτησε να μην απελαθεί από την χώρα.." χωρίς να προτείνει παντάπασι πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σπουδαίου λόγου για την μη απέλαση. Επομένως, το δικαστήριο που διέταξε την απέλαση του κατηγορουμένου, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του και αβασίμως παραπονείται και κατά τούτο ο αναιρεσείων. Καθόσον όμως, αφορά την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών για την οποία επίσης πρωτοδίκως καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών μετέτρεψε σε απόπειρα πώλησης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε στο σκεπτικό της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι την ποσότητα των 464 γραμ. ηρωίνης δεν πρόλαβαν να την πωλήσουν, επεχείρησαν όμως να την πωλήσουν σε τρίτο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος, χωρίς να ολοκληρώσουν την πράξη τους όχι από δική τους θέληση αλλά γιατί συνελήφθησαν από αστυνομικούς. Στο ίδιο όμως σκεπτικό της αποφάσεως διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι η σύλληψη των κατηγορουμένων έγινε όχι κατά την διάρκεια κάποιας επαφής αυτών με υποψήφιο αγοραστή, αλλά κατά την έρευνα του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και την ανεύρεση εντός αυτού της άνω ποσότητος ναρκωτικής ουσίας τοποθετημένης σε νάϋλον σακούλα την οποία ο μη αναιρεσείων κατηγορούμενος x2 κρατούσε στα χέρια του. Και αν είναι αληθές ότι οι κατηγορούμενοι την ποσότητα των ναρκωτικών προόριζαν τελικώς να πωλήσουν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά δηλωτικά αρχής εκτελέσεως του κακουργήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών.
Συνεπώς, είναι βάσιμος κατά το σκέλος τούτο ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της έλλειψης αιτιολογίας και πρέπει κατά τούτο και μόνο, για την πράξη της απόπειρας πώλησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη αυτής ως προς την ποινή, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης της αναιρέσεως κατά τα λοιπά.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 498/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο για την πράξη της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών και την περί ποινής διάταξη αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο και μόνο την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ