Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1832 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο. Απαιτείται και για την επί αιτήματος αναβολής κατ" άρθ. 349 ΚΠΔ παρεμπίπτουσα απόφαση. Σημαντικό αίτιο για την αναβολή κατά την διάταξη αυτή αποτελεί και η αδυναμία εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος, την φύση και την διάρκεια του σημαντικού αιτίου αναβολής έχει την ευχέρεια αντί για αναβολή να διατάξει την διακοπή της δίκης μέχρι την άρση του αιτίου αυτού. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής και αντ’ αυτής διακοπή της δίκης λόγω του είδους κλπ. του προβαλλομένου αιτίου (λιποθυμικό επεισόδιο του συνηγόρου υπεράσπισης) σε συνδυασμό και με κίνδυνο παραγραφής, καθώς και λόγω αδυναμίας εμφάνισης ενός από τους τρεις συνηγόρους του κατηγορουμένου, για την πλήρη υπεράσπιση του οποίου επαρκούν οι υπόλοιποι. Λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατ’ άρθ. 510§1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Αιτιολογημένη καταδίκη για λαθρεμπορία με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που με την επίκληση έλλειψης αιτιολογίας πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Η εκπροσώπηση κατ’ άρθ. 340§2 ΚΠΔ του απόντος κατηγορουμένου από συνήγορο δεν περιλαμβάνει και την απολογία του, η οποία προϋποθέτει πάντοτε την φυσική παρουσία του. Απορρίπτει λόγο αναίρεσης από τα άρθ. 171 § 1 στοιχ. Δ' και 510§ 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη απολογίας και μη παροχής εξηγήσεων εκ μέρους του εκπροσωπούντος απόντα κατηγορούμενο συνηγόρου.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1832/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο και 2. Χ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σωτηρίου, περί αναιρέσεως της 354/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και στους από 19 Αυγούστου 2009 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 962/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι από 10-6-2009 αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2 καθώς και ο από 19-8-2009 πρόσθετος λόγος αναίρεσης του δεύτερου κατά της 354|2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών (που συνεδρίασε στην Χαλκίδα) ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473, 474, 507 και 509 ΚΠΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συνάφειας.
II. Επί της αιτήσεως του Χ1.
Οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθ. 2 παρ. 5 ν. 2408|1996, επιβάλλουν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όλων χωρίς εξαίρεση των δικαστικών αποφάσεων, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια ή την ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, επομένως και της παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης. Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων έλλειψη της επιβαλλομένης απ' αυτές αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, υπάρχει, όταν στην απόφαση δεν μνημονεύονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και στήριξε την απορριπτική του αιτήματος της αναβολής κρίση του, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα ως άνω περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κατέληξε στο απορριπτικό πόρισμα του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 ν. 3346 (2005, το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση, μπορεί δε επίσης να διατάξει την διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για τον λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σημαντικό αίτιο για την αναβολή της δίκης αποτελεί και η αδυναμία, από ανυπέρβλητο κώλυμα, εμφάνισης του συνηγόρου του κατηγορουμένου, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο συνήγορος του κατηγορουμένου αδυνατεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο λόγω απασχόλησης του σε άλλη δίκη ενώπιον άλλου, ανωτέρου, δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη "σημαντικών αιτίων", η παραδοχή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρεωτικώς την αναβολή της δίκης, αλλά παρέχεται στο δικαστήριο η εναλλακτική ευχέρεια και δυνατότητα της διακοπής της δίκης μέχρι την άρση του σημαντικού αιτίου, το οποίο δυσχεραίνει ή παρεμποδίζει την πρόοδο της δίκης, ύστερ' από στάθμιση του είδους, της φύσης και της διάρκειας του σημαντικού αυτού αιτίου. Η επιλογή της λύσης της διακοπής της δίκης, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, και η απόρριψη του αιτήματος αναβολής δεν σημαίνει την μη αποδοχή των περιστατικών που προβάλλονται ως συνιστώντα το σημαντικό αίτιο αναβολής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η δυνατότητα της διακοπής της δίκης ή της συνεδρίασης, αντί της αναβολής, προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής σημαντικών αιτίων. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλομένης 354/2008 απόφασης του συνεδριάσαντος στην Χαλκίδα Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών προκύπτει ότι: 1) Κατά την έναρξη της δίκης την 4-11-2008 ο απών πρώτος κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ1 διά των συνηγόρων του Δημ. Βενέτη και Νικ. Καρπέτα ζήτησε την αναβολή της δίκης προβάλλοντας ως σημαντικό αίτιο λιποθυμικό επεισόδιο που υπέστη εντός του δικαστηρίου, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο εξετασθείς για το θέμα αυτό μάρτυρας ΒΒ. Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, όπως εκτίθεται στην σχετική ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη, παρεμπίπτουσα απόφαση του, το μεν τον κίνδυνο παραγραφής του αξιοποίνου των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αυτόν πράξεων, συμπληρουμένης την 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2009, το δε ότι το κώλυμα εμφάνισης του στο δικαστήριο, συνιστάμενο σε λιποθυμικό επεισόδιο που υπέστη εντός του ακροατηρίου, ήταν δυνατόν ν' αντιμετωπισθεί με ολιγοήμερη διακοπή της δίκης, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την διακοπή μέχρι την 11-11-2008. Από την προπαρατεθείσα αιτιολογία της απόφασης αυτής προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη του ως άνω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αφού έλαβε προδήλως υπόψη, αν και αυτό δεν αναφέρεται ρητά, την κατάθεση του εξετασθέντος προς τούτο μάρτυρα, καθόσον από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι για το ζήτημα αυτό δεν προσκομίσθηκαν, ούτε χρησιμοποιήθηκαν άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα κλπ.), και στην συνέχεια με βάση τις παραδοχές αυτές προέκρινε, ενόψει και της φύσεως του προταθέντος και γενομένου δεκτού σημαντικού αιτίου, την λύση της διακοπής της δίκης, κατά την παρεχομένη από την διάταξη του άρθ. 349 παρ. 1 ΚΠΔ ευχέρεια, ουδόλως, επομένως, στήριξε την κρίση του για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής μόνο στον κίνδυνο παραγραφής. Κατά συνέπεια η απόφαση αυτή περιέχει την απαιτουμένη ως άνω αιτιολογία. 2) Στην συνέχεια κατά την συνεδρίαση της 25-11-2008, για την οποία είχε διακοπεί η εκδίκαση της υπόθεσης από την ορισθείσα ως άνω της!|·11-2008 (ύστερα από νέο αίτημα αναβολής, υποβληθέν και από τους δύο αναιρεσείοντες) και όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά κατά την έναρξη της διαδικασίας η ΓΓ δήλωσε προς το δικαστήριο ότι ο εκ των τριών συνηγόρων υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου αναιρεσείοντος (Χ1), απόντος σε εκείνο χρονικό σημείο της διαδικασίας, Αθανάσιος Τάρτης ζητεί την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, διότι είναι απασχολημένος στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών χειριζόμενος άλλη υπόθεση που εκδικάζεται ύστερα από διακοπή και βρίσκεται στο στάδιο των αγορεύσεων, μη δυνάμενος ως εκ τούτου να παραστεί ενώπιον του ως άνω εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου. Το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφαση του, ταυτάριθμη με την προσβαλλομένη, απέρριψε το αίτημα αναβολής το μεν λόγω επικείμενης παραγραφής εντός του έτους 2009, το δε διότι ο ως άνω κατηγορούμενος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις (πλημμελήματα) είχε διορίσει τρεις συνηγόρους υπεράσπισης, από τους οποίους παρίσταντο οι δύο και συγκεκριμένα οι Δημ. Βένετης και Νικ. Καρπέτας, που επαρκούσαν για την πλήρη υπεράσπιση του, δεν χρειαζόταν δε να παραβρίσκεται και ο τρίτος συνήγορος του Αθαν. Τάρτης, ο οποίος θα μπορούσε να επανέλθει και να τον υπερασπισθεί μέχρι την περάτωση της δίκης με την έκδοση της οριστικής απόφασης περί της ενοχής του εντολέα του. Η απόφαση αυτή ,και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το αίτημα αναβολής δεν υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή για λογαριασμό αυτού αλλά από τρίτο άτομο για λογαριασμό του ως άνω συνηγόρου του, δεν στηρίχθηκε μόνο στον κίνδυνο παραγραφής αλλά και στην επάρκεια υπεράσπισης του κατηγορουμένου από τους άλλους δύο συνηγόρους του, προκειμένης μάλιστα κατηγορίας για πλημμελήματα, και έχει την απαιτουμένη αιτιολογία. Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, ο με στοιχ. Α' λόγος της αίτησης αυτής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ.
III. Επί των αιτήσεων αμφοτέρων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων.
Η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 510 παρ. στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, ειδικότερα, αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Δεν ιδρύουν, όμως, λόγους αναίρεσης, και δη τον προβλεπόμενο ως άνω, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του στοιχ. Ε' της παρ. 1 του αυτού ως άνω άρθρου 510 ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμον αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 παρ. παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. θ' του ν. 1165/1918 λαθρεμπορία είναι η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξαγωγή απ' αυτά εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής η σε άλλον από τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διαφορετικό εκείνου που ορίζει ο νόμος, ενώ ταυτόσημες και ουσιαστικά όμοιες είναι οι διατάξεις του άρθ. 155 παρ. παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 εδ. ζ' του ν. 2960|2001 (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα) που ισχύει από 1-1-2002 (άρθ. 185 αυτού). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 157 παρ. 1 εδ. β'περ. δ' του ως άνω ν. 2960|2001, ο οποίος περιέχει συνολικά ευμενέστερες διατάξεις ως προς την ποινική μεταχείριση του ενόχου λαθρεμπορίας (βλ. και άρθ. 160 παρ. Ι και 2 αυτού) σε σχέση με τον προηγούμενο τελωνειακό κώδικα (το άρθ. 102 παρ. 1 Α και Β περ. δ' του οποίου κατά τα λοιπά περιέχει την αυτή ποινική πρόβλεψη) και εφαρμόζεται και σε πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του και δεν έχουν εκδικασθεί αμετάκλητα, η λαθρεμπορία τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 354/2008 απόφαση του και όπως προκύπτει απ' αυτήν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα συνεκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ. τις περιεχόμενες στα ταυτάριθμα πρακτικά καταθέσεις των μαρτύρων, τ' αναφερόμενα εκεί και αναγνωσθέντα πολυάριθμα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την από τους αναιρεσείοντες τελεσθείσα αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, στην οποία και μόνον (και όχι και στην ετέρα πράξη του άρθ. 187 παρ. 3β ΠΚ, εγκληματική οργάνωση, για την οποία επίσης καταδικάσθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) αναφέρονται κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενες με τις αιτήσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, και κατ' ορθή εκτίμηση αυτών αιτιάσεις: Την 29-9-2001 μετά από ενέργειες του Τμήματος Ασφαλείας ... και του Λιμενικού Σταθμού ..., εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στην περιοχή ... τέσσερα (4) φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με λαθραία τσιγάρα και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο φορτωμένο με 900 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 800 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA", 1.000 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA ΟΝΕ", 3.450 κούτες τσιγάρων "GR LIGHTS", 1.250 κούτες τσιγάρων "ΒF LIGHTS", 1.500 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIΑ FILTER", 8.900 κούτες τσιγάρων "KARELIA LIGHTS" και 9.250 κούτες τσιγάρων "ΑSSOS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", ήτοι συνολικά με 27.050 κούτες τσιγάρων, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητο φορτωμένο με 1.750 κούτες τσιγάρων "ΒF ULTRA ΟΝΕ", 3.950 κούτες τσιγάρων "GR LIGHTS", 850 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 1.100 κούτες τσιγάρων "ΒF SUPER LIGHTS", 6.450 κούτες τσιγάρων "ΑSSOS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", 1.850 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS" και 8.900 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", ήτοι συνολικά με 24.850 κούτες τσιγάρων, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο φορτωμένο με 1.800 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIΑ ΚΑΣΕΤΙΝΑ", 5.000 κούτες τσιγάρων "ΒF", 3.350 κούτες τσιγάρων "GR", 7.750 κούτες τσιγάρων "ΑSSΟS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL" και 9.250 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", ήτοι συνολικά με 27.150 κούτες τσιγάρων και το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο φορτωμένο με 9.350 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA LIGHTS", 8.900 κούτες τσιγάρων "ΑSSΟS ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL", 6.500 κούτες τσιγάρων "ΒF", 2.650 κούτες τσιγάρων "GR", 1.350 κούτες τσιγάρων "ΚΑRELIA ΚΑΣΕΤΙΝΑ", ήτοι συνολικά με 28.250 κούτες τσιγάρων, τα οποία τσιγάρα είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών και χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σε αυτά και ανέρχονταν στα ποσά των 157.056.736, 144.283.175, 157.637.353 και 164.024.133 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 623.001.397 δραχμών, το οποίο με τον τρόπο αυτό στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Τα ως άνω φορτηγά τα οδηγούσαν και τα συνόδευαν οκτώ (8) συνολικά άτομα, όλοι τους ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και συγκεκριμένα ο ΑΑ, ο ΔΔ, ο ΕΕ, ο ΣΤ, ο ΖΖ, ο ΗΗ, ο ΘΘ και ο ΚΚ, οι οποίοι και συνελήφθησαν για κατοχή εμπορευμάτων κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας και συγκεκριμένα για κατοχή λαθραίων τσιγάρων για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι νόμιμοι δασμοί και φόροι και παραπέμφθηκαν για να δικασθούν για την πράξη τους αυτή και από τους οποίους οι ΑΑ, ΔΔ, ΕΕ και ΗΗ έχουν ήδη καταδικασθεί αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 3105/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κατοχή εμπορευμάτων κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας από περισσότερους από τρεις δράστες ενωμένους, με στέρηση του Δημοσίου δασμών και τελών ποσού 623.001,397 δραχμών. Περαιτέρω, από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων που έγινε με τα αναγνωσθέντα υπ' αριθμ. 2196/2002 και 2779/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για την διαλεύκανση του αδικήματος της ως άνω λαθρεμπορίας, προέκυψαν συχνές τηλεφωνικές επαφές του ενός εκ των ανωτέρω συλληφθέντων και καταδικασθέντων ΕΕ, ο οποίος οδηγούσε ένα από τα φορτηγά με τα λαθραία τσιγάρα και συνελήφθη κατά την ανωτέρω ημερομηνία (29-9-2001) και περί ώρα 09:15 από άνδρες του Τ.Α. ..., με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος τότε υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ... ως Διοικητής και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο που γινόταν η μεταφορά των λαθραίων τσιγάρων. Επίσης προέκυψε τηλεφωνική επαφή και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της μεταφοράς των λαθραίων τσιγάρων με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, με τον οποίο είχε γνωριμία από παλιά και ο οποίος, όπως αποδείχθηκε είναι ιδιοκτήτης του αμαξώματος του φορτηγού αυτ/του μάρκας ΣΚΑΝΙΑ 141, χρώματος πορτοκαλί, που είχε αριθμό ... και το οποίο χρησιμοποιήθηκε κατά την μεταφορά των ως άνω λαθραίων τσιγάρων στις 29-9-2001 φέροντας κλεμμένες πινακίδες και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. ..., οδηγούμενο από τον ΑΑ και το οποίο κατασχέθηκε από το Τ.Α. ... μαζί με το παράνομο φορτίο του. Μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε τον δεύτερο κατηγορούμενο από το έτος 1998 όταν τον είχε συλλάβει μαζί με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο ως ύποπτο στα ... και παρόλο που και τότε το φορτηγό αυτοκίνητο δεν είχε τις πινακίδες που έπρεπε, δεν τον κατήγγειλε και τον άφησε και έκτοτε ανέπτυξαν φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ακόμη προέκυψαν τηλεφωνικές επαφές και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με τον ΛΛ, Αστυφύλακα του Α.Τ. ..., ο οποίος ήταν σκοπός πύλης από 06:00 έως 14:00 του οικήματος της Α.Δ. ..., όπου συστεγάζονται όλες οι Υπηρεσίες, για να πάρει πληροφορίες από τον τελευταίο για τις κινήσεις των Αστυνομικών Υπηρεσιών έδρας, ιδίως του Τμήματος Ασφαλείας, σχετικά με τον εντοπισμό, τη σύλληψη και προσαγωγή στην Αστυνομική Δ/νση ... των διακινητών λαθραίων τσιγάρων μετά των φορτηγών και του παράνομου φορτίου τους. Τέλος προέκυψαν τηλεφωνικές επαφές και επικοινωνία του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 με τον άγνωστο κάτοχο της υπ' αριθμ. ... ΒΕ FRΕΕ καρτοκινητής τηλεφωνικής σύνδεσης, με τον οποίο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της μεταφοράς των λαθραίων τσιγάρων, επικοινώνησε τρεις φορές και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 καθώς επίσης και ο ΕΕ που οδηγούσε κατά τα ανωτέρω το ένα από τα φορτηγά με τα λαθραία τσιγάρα και ο οποίος κατά την ημέρα που γινόταν η μεταφορά και συνελήφθη επικοινώνησε με τον άγνωστο κάτοχο της ως άνω καρτοκινητής σύνδεσης ΒΕ FRΕΕ δέκα τέσσερις (14) φορές κατά τις ώρες από 00:07 έως 04:28, δηλαδή κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Έτσι, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν και κυρίως από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδέσεων, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 και ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, στα ... Ν. ... και κατά το χρονικό διάστημα από 28-9-01 έως 29-9-01, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους αλλά και με άλλο άγνωστο πρόσωπο που χρησιμοποιούσε την προαναφερθείσα καρτοκινητή σύνδεση ΒΕ FRΕΕ, ο δε πρώτος εξ αυτών ενώ κατείχε θέση δημοσίου υπαλλήλου και κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εμπνεύστηκαν και κατέστρωσαν σχέδιο εισαγωγής λαθραίων τσιγάρων με την συνδρομή και άλλων ατόμων τους οποίους χρησιμοποίησαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού και οι οποίοι συνελήφθησαν, μετερχόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα και δη συντονίζοντας μέσω κινητών τηλεφώνων όλη την παράνομη αυτή επιχείρηση της λαθρεμπορίαςτσιγάρων, κατευθύνοντας τους οδηγούς των φορτηγών με τα λαθραία τσιγάρα πώς να κινηθούν προκειμένου να αποτρέψουν τον εντοπισμό αυτών από τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα δίωξης οικονομικών εγκλημάτων, εισήγαγαν εντός του τελωνειακού εδάφους με άγνωστης εθνικότητας πλοίο και κατείχαν τις αναφερόμενες ανωτέρω και στο διατακτικόποσότητες λαθραίων τσιγάρων που μεταφέρονταν με τα προαναφερθέντα με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ..., ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα, οδηγούμενα από τους ήδη καταδικασθέντες για λαθρεμπορία ΑΑ, ΔΔ, ΕΕ και ΗΗ, αντιστοίχως, τα οποία λαθραία τσιγάρα είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να φέρουν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών και χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σε αυτά και ανέρχονταν στα ποσά των 157.056.736, 144.283.175, 157.637.353 και 164.024.133 δραχμών, αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 623.001.397 δραχμών, το οποίο ποσό με αυτόν τον τρόποστερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. παρ. Γ και β και 2ζ, 157 παρ. 1β περ. δ', 159 παρ. 1, 160 ν. 2960|2001 και 100 παρ. Γ, β και 102 παρ. 1Β στοιχ. γ', δ' του ν. 1165|1918, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, πλήρης και σαφής αιτιολογία υπάρχει ως προς την μορφή συμμετοχής του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1 στην πράξη της λαθρεμπορίας, αφού ρητά εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτός και ο δεύτερος κατηγορούμενος "μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους αλλά και με άλλο άγνωστο πρόσωπο, εμπνεύστηκαν και κατέστρωσαν σχέδιο εισαγωγής λαθραίων τσιγάρων με την συνδρομή και άλλων ατόμων τους οποίους χρησιμοποίησαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού", ο ως άνω δηλ. κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ως συναυτουργός της πράξης αυτής, ενώ η περαιτέρω παραδοχή της απόφασης περί συνδρομής και άλλων προσώπων που χρησιμοποιήθηκαν ως εκτελεστικά όργανα του σχεδίου αυτού κατ' ουδέν συνιστά παραδοχή περί ηθικής αυτουργίας του ως άνω κατηγορουμένου, καθόσον ουδόλως περιέχει, ως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων αυτός, και στοιχεία της κατ' άρθρο 46 παρ. 1α ΠΚ ηθικής αυτουργίας, δηλ. την πρόκληση σε άλλον της απόφασης για την εκτέλεση της άδικης πράξης, η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός, ότι στο σκεπτικό της απόφασης παρατίθεται μεταξύ των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και αφορούν την πράξη αυτή μόνον η διάταξη του άρθ. 45 ΠΚ περί συναυτουργίας και όχι η ως άνω περί ηθικής αυτουργίας. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο συναφής με στοιχ. Γ λόγος της αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος Χ1. Επίσης, η αναιρεσιβαλλομένη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθ. 157 παρ. 1β περ. δ' ν. 2960/2001 περί τελέσεως της πράξης με ιδιαίτερα τεχνάσματα και ορθώς υπήγαγε σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δηλ. ότι οι κατηγορούμενοι συντόνιζαν μέσω κινητών τηλεφώνων όλη την παραπάνω επιχείρηση της λαθρεμπορίας τσιγάρων κατευθύνοντας τους οδηγούς των φορτηγών αυτοκινήτων με τα λαθραία τσιγάρα προκειμένου ν' αποτρέψουν τον εντοπισμό τους από τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα, καθόσον και οι ενέργειες αυτές αποσκοπούν στην συγκάλυψη της λαθρεμπορίας και την παραποίηση των αρχών, διέλαβε δε πλήρη αιτιολογία ως προς το ζήτημα αυτό και κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης Δ του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος και Ιδ' του δευτέρου Χ2 από το άρθ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά τα λοιπά σκέλη τους οι λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ενώ οι περιεχόμενες στην αίτηση αναίρεσης του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 αιτιάσεις ότι 1) η απαγγελία κατηγορίας κατ' αυτού του και η καταδίκη του στηρίχθηκε στην πνευματική συγγένεια του με τον πρώτο, καθώς και στην συγγένεια της συζύγου με έναν από τους καταδικασθέντες, με άλλη απόφαση, για την πράξη αυτή και στην πραγματοποίηση τηλεφωνήματος, το περιεχόμενο του οποίου δεν αναφέρεται, από την σύζυγο του και όχι από τον ίδιο προς τον πρώτο κατηγορούμενο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της τέλεσης της λαθρεμπορίας, όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία 2) χωρίς αιτιολογία και χωρίς την αναφορά οποιουδήποτε πραγματικού περιστατικού ή εγγράφου, δημοσίου ή ιδιωτικού, έγινε δεκτό ότι ήταν κύριος του αμαξώματος του αναφερομένου εκεί φορτηγού αυτοκινήτου που χρησιμοποιήθηκε, μαζί με άλλα, για την μεταφορά των λαθραίων τσιγάρων, καθώς και ότι (έγινε επίσης αναιτιολόγητα δεκτό) το έτος είχε συλληφθεί με το ίδιο φορτηγό αυτοκίνητο, ενώ αποδείχθηκε ότι αυτό ανήκε σε άλλον 3) αναιτιολόγητα αποδίδεται σ' αυτόν με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με άγνωστο άτομο κάτοχο της εκεί αναφερομένης καρτοκινητής σύνδεσης, χωρίς ν' αναφέρεται με ποιο τηλέφωνο πραγματοποιήθηκε αυτή η επικοινωνία, του ιδίου ή της συζύγου του, ποιος ο αριθμός του κινητού αυτού, ποιο το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος κλπ. (με στοιχ. Ια, β, γ και ε της αίτησης αναίρεσης του Χ2), οι οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.
IV. Επί του από 19-8-2009 προσθέτου λόγου αναίρεσης του Χ2.
Από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθ. 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει, όταν ο κατηγορούμενος, κατά την συζήτηση έφεσης κατά καταδικαστικής απόφασης, εκπροσωπείται από τον συνήγορο του που έχει εδική προς τούτο εντολή, η εκπροσώπηση του αυτή δεν περιλαμβάνει και την κατ' άρθρο 366 του ως άνω Κώδικα απολογία του, η οποία είναι πάντοτε προφορική και άμεση, προϋποθέτει δηλ. την φυσική παρουσία του, και γι' αυτό δίδεται από τον ίδιο και όχι από τον συνήγορο που τον εκπροσωπεί. Ο τελευταίος, από την δυνατότητα που του παρέχει ο νόμος να εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο, δεν αποκτά ταυτόχρονα την ιδιότητα και δικονομική θέση του κατηγορουμένου και συνεπώς δεν μπορεί ν' απολογηθεί γι' αυτόν, ν' απαντά, αντί γι' αυτόν, στις τυχόν υποβαλλόμενες από το δικαστήριο ερωτήσεις και να παρέχει, αντ' αυτού, διασαφήσεις και διευκρινίσεις επί της κατηγορίας. Επομένως, εφόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο δεύτερος αναιρεσείων - κατηγορούμένος Χ2 εκπροσωπήθηκε από τους αναφερομένους εκεί συνηγόρους του με βάση νομότυπα χορηγηθείσες εξουσιοδοτήσεις, στους οποίους ο διευθύνων την συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου, έδωσε τον λόγο και οι οποίοι ανέπτυξαν την υπεράσπιση του, χωρίς προηγουμένως να τους καλέσει ν' απολογηθούν ή να παράσχουν εξηγήσεις αντ' αυτού επί της κατηγορίας στην συνέχεια δε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, έδωσε (τελευταία) τον λόγο σ' αυτούς, οι οποίοι ζήτησαν να του επιβληθεί το ελάχιστο της ποινής, ουδεμία επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία να δημιουργεί τον από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης και επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Χ2 πρέπει ν' απορριφθεί.
Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει ν' απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης αμφοτέρων των αναιρεσειόντων καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Χ2 και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 10-6-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 καθώς και τον από 19-8-2009 πρόσθετο λόγο του Χ2 για αναίρεση της 354|2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή