Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1078 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Πολιτική αγωγή, Φθορά ξένης ιδιοκτησίας.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη και απόπειρα φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Απόρριψη αναιρετικού λόγου για απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής παράστασης πολιτικής αγωγής. Νομίμως, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οι κληρονόμοι του παθόντος ο οποίος στην προδικασία είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής. Από τη μη καταβολή του παραβόλου, δεν δημιουργείται, σύμφωνα με το άρθρο 172 ΚΠΔ, ακυρότητα της πολιτικής αγωγής. Δυνατότητα καταβολής του παραβόλου κατά την προδικασία και σε οποιοδήποτε στάδιο της κυρίας διαδικασίας (άρθρο 63 παρ. 2 ΚΠΔ). Απορρίπτει.





Αριθμός 1078/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


E' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Μπάλλα, περί αναιρέσεως της 220/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ξάνθο και 2) Ψ2, που παρέστη με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 67/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 220/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά: "... Μεταξύ του κατηγορουμένου Χ1 και του ήδη θανόντος -αρχικού εγκαλούντος Ψ υπήρχε ήδη από το έτος 1997 αντιδικία σχετικά με το ακίνητο στη θέση ..... του χωριού ...... Άνδρου, το οποίο διεκδικούσαν αμφότεροι. Μάλιστα με την 9/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άνδρου (ασφαλιστικά μέτρα), ο τότε αιτών Ψ είχε αναγνωριστεί νομέας του εν λόγω ακινήτου, η δε έφεση του Χ1 κατά της απόφασης αυτής είχε απορριφθεί με την 18/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Επίσης με την 4/28-1-2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ο τότε ενάγων Ψ είχε αναγνωριστεί νομέας του εν λόγω ακινήτου. Στις 22-12-2000 ο Ψ και ο Ψ2 μετέβησαν στο παραπάνω ακίνητο για να εκτελέσουν αγροτικές εργασίες με το τρακτέρ, το οποίο οδηγούσε ο Ψ2. Μετά την άφιξη τους στο ακίνητο εμφανίστηκαν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι πήγαν με σκοπό να εμποδίσουν τους εγκαλούντες να ενεργήσουν αγροτικές εργασίες. Προκειμένου μάλιστα να επιτύχουν το σκοπό τους, ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, επιχείρησε να κόψει τα λάστιχα του υδραυλικού του τρακτέρ με σουγιά τον οποίο κρατούσε. Τότε επενέβη ο Ψ2 για να προστατέψει το τρακτέρ, όμως οι κατηγορούμενοι του επιτέθηκαν με ξύλο και με πέτρα και τον κτύπησαν στο κεφάλι προξενώντας του θλαστικά τραύματα στη μετωπιαία χώρα. Επίσης, με τα ίδια μέσα επιτέθηκαν και στο Ψ κτυπώντας αυτόν στο κεφάλι και προξενώντας του θλαστικά τραύματα στη μετωπιαία χώρα. Οι σωματικές αυτές κακώσεις, ενόψει των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά και του σημείου που πλήγηκαν τα θύματα, μπορούσαν να προκαλέσουν στους παθόντες βαριά σωματική τους βλάβη. Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι της παραπάνω επίθεσης των κατηγορουμένων προηγήθηκε επίθεση των παθόντων κατά των κατηγορουμένων και ότι οι τελευταίοι βρέθηκαν σε άμυνα. Άλλωστε, ουδείς λόγος συνέτρεχε για τέτοια συμπεριφορά των παθόντων, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν δικαιωθεί στα πολιτικά δικαστήρια και έτσι προέβαιναν σε νόμιμες πράξεις νομής στο επίδικο, ενώ αντίθετα, οι κατηγορούμενοι πήγαν στο επίδικο με σκοπό να προβούν σε "αυτοπροστασία νομής", όπως ο πρώτος κατηγορούμενος ανέφερε στην απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μάλιστα κρατώντας ένα σουγιά, με τον οποίο όπως παραδέχθηκαν, προσπάθησαν να σταματήσουν το τρακτέρ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι...".
Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επιπλέον δε, τον κατηγορούμενο Χ1 για την πράξη της απόπειρας φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και επέβαλε σε αυτόν μεν συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και δέκα (10) ημερών, στον δε κατηγορούμενο Χ2 συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την οποία ανέστειλε και για τους δύο. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τους κήρυξε ενόχους, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή αυτών, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 45, 309, 308, 381 του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι από τα μέσα που οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν για να πλήξουν τους παθόντες και σημείο του σώματος των τελευταίων στο οποίο επέφεραν τα πλήγματα, μπορούσε να προκληθεί η εκ των διαζευκτικώς στο άρθρο 309 του ΠΚ διακινδυνεύσεων, εκείνη της βαριάς σωματικής βλάβης. Εντεύθεν, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επανεξετάζοντας την υπόθεση στην ουσία, αποκαθιστά τις πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως και αιτιολογημένα δέχεται ότι η κάκωση των παθόντων με το μέσα και τον τρόπο που προκλήθηκε μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη, η αιτίαση των κατηγορουμένων ότι την προβληθείσα με το δικόγραφο της εφέσεώς τους ένσταση κατά των παραδοχών του πρωτόδικου δικαστηρίου που δέχθηκε ότι από την πράξη των κατηγορουμένων μπορούσε να προκληθεί "κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική βλάβη", το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο την αντιμετώπισε ως ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και όχι ως ένσταση κατά των παραδοχών του πρωτόδικου δικαστηρίου, ανεξάρτητα του πως το δικαστήριο εκτίμησε την ένσταση, δεν θεμελιώνει κάποιον, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. του Κ.Π.Δ. λόγους αναιρέσεως και συνεπώς είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, με τις παραδοχές ότι της επίθεσης των κατηγορουμένων δεν προηγήθηκε επίθεση των παθόντων και ότι δεν συνέτρεχε λόγος για τέτοια ενέργεια των τελευταίων (παθόντων) οι οποίοι είχαν δικαιωθεί στα πολιτικά δικαστήρια, η προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική σκέψη και επαρκή αιτιολογία απέρριψε τον περί άμυνας αυτοτελή ισχυρισμό που πρότειναν οι κατηγορούμενοι κατά την απολογία τους. Η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται ο δόλος των κατηγορουμένων είναι αβάσιμη. Στα εγκλήματα των άρθρων 309 και 381 του Π.Κ.δεν απαιτείται να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών, ειδικώς δε για την πράξη της απόπειρας φθοράς ξένης ιδιοκτησίας με τις εκ του πράγματος παραδοχές της αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος Χ1 με τον σουγιά τον οποίο κρατούσε επιχείρησε να κόψει τα λάστιχα του υδραυλικού συστήματος του τρακτέρ, πρόδηλο είναι ότι το δικαστήριο αποκλείει την από αμέλεια απόπειρα φθοράς.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τις οποίες, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες.

ΙΙ.- Απόλυτη ακυρότητα, η οποία καθιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., επιφέρει κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της τελευταίας διατάξεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 παρ. 2, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς τον χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια που αφορά την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, εφόσον οι πλημμέλειες αυτές αφορούν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Έτσι και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 172 του Κ.Π.Δ. δεν δημιουργείται ακυρότητα ως προς την δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής εάν ο προς τούτο δικαιούμενος τη δήλωσή του δεν συνοδεύει με αποδεικτικό καταβολής του οικείου παραβόλου, το οποίο σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 Κ.Π.Δ. μπορεί να καταβληθεί είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κυρία διαδικασία. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 932, 933, 1710 και 1846 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο κληρονόμος εκείνου ο οποίος στη διάρκεια της προδικασίας είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και ακολούθως απεβίωσε πριν την εκδίκαση της μηνύσεώς του, έχει το δικαίωμα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ενόψει αυτών ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης των πολιτικών εναγόντων, εγκείμενης στο ότι ο εκ των παθόντων Ψ μέχρι το θάνατό του την 11-4-2002 μαζί με την έγκλησή του δεν είχε καταβάλει και καταθέσει το κατά νόμο παράβολο της πολιτικής αγωγής, αλλά το κατέθεσαν οι κληρονόμοι του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ2 και Ψ1 (άρθρα 583 παρ. 1 και 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 220/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες α) στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα και β) στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ για καθένα απ' αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ