Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2173 / 2007    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ποινών συγχώνευση, Απόλυση υφ' όρο.




Περίληψη:
Προϋποθέσεις καθορισμού συνο-λικής ποινής. Δεν μπορεί να συγχωνευθεί η ποινή για την πράξη που τελέστηκε από αυτόν, που απολύθηκε υπό όρο, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε, κατ’ άρθρ. 108 ΠΚ επέρχεται άρση της αναστο-λής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς





Αριθμός 2173/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z΄ Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Mιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 1772/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 700/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 551παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ.), οία είναι και το προδιαληφθέν άρθρο, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Τέλος, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχε ι καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχε ι συμπλήρωσε ι τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η αυτοδίκαιη άρση της υφ' όρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι μεσολάβησε προηγουμένως ανάκληση αυτής, κατά το άρθρο 107 ΠΚ, για το λόγο ότι ο καταδικασμένος παραβίασε τις υποχρεώσεις που του τέθηκαν με την απόλυση, ούτε από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1772/5-7-2006 (συγχωνευτική) απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων Χ1, ενώ εξέτιε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε (25) ετών και αθροιστικώς εκτιόμενη ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και 10 μηνών για απόδραση, η οποία είχε καθορισθεί με την υπ' αρ. 444/6-3-2002 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για ληστείες, απόπειρες ληστειών, διακεκριμένες κλοπές, αποδράσεις κ.λ.π., έτυχε υφ' όρον απολύσεως με το υπ' αριθ. 233/19-9-2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών και απολύθηκε από τις φυλακές στις 19-9-2003, ενώ υπολειπόταν ποινή προς έκτιση οκτώ (8) ετών, δέκα (10) μηνών και δύο (2) ημερών. Όμως σε διάφορες ημεροχρονολογίες μέσα στο χρονικό διάστημα από τις 16-3-2004 έως τις 4/5-6-2004, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του, τέλεσε αυτός από δόλο και νέα σοβαρά εγκλήματα και συγκεκριμένα διακεκριμένη κλοπή, ηθική αυτουργία σε ληστείες κατά συρροή, μετάθεση πινακίδων κυκλοφορίας οχημάτων, λαθρεμπορία, αντίσταση και παράνομη οπλοφορία, για τα οποία καταδικάστηκε, με την υπ' αριθ. 2015/2005 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών σε συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και πέντε (5) μηνών (6 έτη + 12 έτη + 12 έτη + 12 έτη + 10 μήνες + 1 έτος + 3 έτη + 1 έτος). Επακολούθησε η υποβολή της από 5-8-2005 αιτήσεως του συγκεκριμένου καταδίκου προς το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την οποία ζήτησε τη συγχώνευση: 1) Της συνολικής ποινής καθείρξεως των είκοσι πέντε (25) ετών και αθροιστικώς εκτιόμενης ποινής φυλακίσεως 4 μηνών και 10 μηνών, που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 444/6-3-2002 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 2) της συνολικής ποινής καθείρξεως των είκοσι τεσσάρων (24) ετών και πέντε (5) μηνών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 2015/2005 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και 3) της ποινής καθείρξεως των πέντε (5) και ημίσεως (1/2) ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 58/12-1-2004 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για διακεκριμένη κλοπή. Επί της αιτήσεως δ' αυτής εκδόθηκε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1772/5-7-2006 απόφαση του Πενταμέλους Εφετείου Αθηνών, με την οποία συγχωνεύθηκαν· μόνο οι δύο από τις τρεις ως άνω στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα αυτές που είχαν επιβληθεί στον αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα με τις υπ' αριθ. 2015/2005 και 58/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καθορίστηκε δε ως συνολική ποινή καθείρξεως η τοιαύτη των είκοσι έξι (26) ετών και πέντε (5) μηνών (με επαύξηση της μεγαλύτερης ποινής καθείρξεως των είκοσι τεσσάρων (24) ετών και πέντε (5) μηνών κατά δύο (2) έτη από την ποινή καθείρξεως των 5 και 1/2 ετών), ως εκτιτέα δε υπ' αυτού συνολική ποινή καθείρξεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 εδ. τελευταίο του ΠΚ, η τοιαύτη των είκοσι πέντε (25) ετών. Αντιθέτως, δεν συμπεριελήφθη στις προς συγχώνευση ποινές, αν και συναντήθηκε με αυτές κατά την εκτέλεση, και η συνολική ποινή καθείρξεως των είκοσι πέντε (25) ετών και αθροιστικώς εκτιόμενη ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και 10 μηνών, που είχε καθορισθεί με την υπ' αριθ. 442/2002 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και για την οποία είχε τύχει ο ίδιος υφ' όρο απολύσεως, με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής που ανερχόταν σε 8 έτη, 10 μήνες και 2 ημέρες, με την αιτιολογία ότι μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του καταδικάστηκε ο ίδιος με την υπ' αριθ. 2015/2005 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για νέα σοβαρά εγκλήματα τελεσθέντα από δόλο σε ποινές καθείρξεως, αλλά και ποινές φυλακίσεως άνω των έξι μηνών. Συγκεκριμένα. καταδικάστηκε, όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω οριστική απόφαση για τα εγκλήματα της διακεκριμένης κλοπής, ηθικής αυτουργίας σε ληστείες κατά συρροή, μετάθεσης πινακίδων κυκλοφορίας οχημάτων, λαθρεμπορίας, αντίστασης και παράνομης οπλοφορίας, τα οποία φέρεται ότι διέπραξε αντίστοιχα στις 16-3-2004 και 22-3-2004 το πρώτο, στις 28-5-2004, 18-5-2004 και 1-4-2004 το δεύτερο, στις 1-6-2004, 4/5-6-2004 και 4/5-6-2004 το τρίτο, στις 4/5-6-2004 το τέταρτο, την 1-6-2004 το πέμπτο και στις 28-5-2004 και 1-6-2006 το έκτο. Πρέπει, κατόπιν τούτου, να εκτίσει ο ως άνω αιτών αθροιστικά και το ανερχόμενο σε οκτώ (8) έτη, δέκα (10) μήνες και δύο (2) ημέρες υπόλοιπο της ποινής που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 444/6-3-2002 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και για την οποία του χορηγήθηκε το ευεργέτημα της υφ' όρο απολύσεως με τον όρο της ανάκλησης.
Με αυτά που δέχθηκε το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις των άρθρων 94 § 1, 96 § 1, 97, 105, 108 και 109 του ΠΚ και του άρθρου 551 §§ 1 & 2 του ΚΠΔ, ενώ δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αβασίμως παραπονείται ο αναιρεσείων, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιτρέπεται να προσμετρηθεί η επιβληθείσα στον εν θέματι κατάδικο με την υπ' αριθ. 2015/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και πέντε (5) μηνών στην επιβληθείσα στον ίδιο κατάδικο με την υπ' αριθ. 444/6-3-2002 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι πέντε (25) ετών και αθροιστικώς εκτιόμενη ποινή φυλακίσεως 4 μηνών και 10 μηνών, αν και συναντώνται αμφότερες κατά την εκτέλεση, καθόσον η πρώτη από τις παραπάνω συνολικές ποινές αναφέρεται σε εγκλήματα (κακουργήματα και πλημμελήματα) που τελέστηκαν από δόλο κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας αυτού, που έχει απολυθεί υπό όρο, υπερβαίνουν οι επί μέρους ποινές που την απαρτίζουν τους έξι μήνες για το καθένα από τα εγκλήματα αυτά και πρόκειται να εκτιθεί αθροιστικά μετά την έκτιση ολόκληρου του ανασταλέντος υπολοίπου της δεύτερης συνολικής ποινής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 1 § 7 του ν. 2207/1994, εάν παραμείνει τελικώς ως έχει ή δεν διαφοροποιηθεί ουσιωδώς η καταδίκη του με την υπ' αριθ. 2015/2005 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καταστεί μέχρι σήμερα αμετάκλητη. Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στη σελίδα 4 της προσβαλλόμενης απόφασης η υπ' αριθ. 2015/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών ως απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, δεν επάγεται το γεγονός αυτό απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω είναι αβάσιμοι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως (της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της απόλυτης ακυρότητας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) και πρέπει να απορριφθούν, συνακόλουθα δε πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 13-4-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 περί αναιρέσεως της 1772/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2007.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή