Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1274 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Κατηγορίας μεταβολή.




Περίληψη:
Ασφαλιστικές εισφορές. Καταδίκη αναιρεσειόντων για μη εμπρόθεσμη καταβολή τέτοιων εισφορών. Μεταβολή κατηγορίας από Δικαστήριο ουσίας. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Λόγος αναίρεσης κατ' άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ. Παραδοχή αυτού ως βασίμου και αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για το λόγο αυτό και παραπομπή υπόθεσης στο ίδιο Δικαστήριο της ουσίας για νέα συζήτηση.




Αριθμός 1274/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)..., και 2)..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 2865/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Απριλίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 895/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 22-4-2008 δύο αιτήσεις των ... και ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2865/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν με αντίστοιχη δήλωση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εμπρόθεσμα, αφού η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, που απαγγέλθηκε με την παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου αμφοτέρων των αναιρεσειόντων στις 22-2-2008, έχει καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, στις 2-4-2008 (βλ. σχετική σημείωση της αρμόδιας γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στην αρχή της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασης. Επομένως, αφού ασκήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις νόμιμα και παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/67, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής, ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ή ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση (δηλαδή κατά το άρθρο 375 του ΠΚ) με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών. Ο νέος νόμος 3346/2005 για την "Επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων", με το άρθρο 33 ορίζει ότι "Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο [εργοδοτικών], καθώς και των παρακρατουμένων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τα δύο χιλιάδες [2000] ευρώ". Από τη διάταξη αυτή, με την οποία προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, συνάγεται ότι [α] το όριο των δύο χιλιάδων ευρώ αναφέρεται στο σύνολο της εργατικής ή εργοδοτικής εισφοράς, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές πράξεις, [β] αν η οφειλή είναι μικρότερη, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, και [γ] είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη, αφού δεν αρκεί η μη καταβολή ή η παρακράτηση των άνω εισφορών, αλλά απαιτείται προσθέτως η οφειλή να υπερβαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ, και επομένως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζεται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 17.6.2005, όταν άρχισε η ισχύ του άνω άρθρου, και [δ] όταν πρόκειται για οφειλές περισσότερες του ενός μηνός, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του 11Κ "αν περισσότερες από μια πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το Δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή' για την επιμέτρησή της το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχειρίσεως του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνονται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το Δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Συνεπώς, η καθεμιά από τις μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα, διατηρεί την αυτοτέλειά της. 0 χρόνος δε τελέσεως εκάστης των μερικότερων πράξεων αποτελεί, σύμφωνα μα τη διάταξη του άρθρου 17 ΠΚ, πραγματικό περιστατικό και για το λόγο αυτόν υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο έχει τη δυνατότητα να καθορίσει χρόνο τελέσεως εκάστης εξ αυτών διαφορετικό από τον αναφερόμενο στο κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτικό βούλευμα, μόνο εάν η μεταβολή αυτή δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως ή δεν αποκλείει την παραγραφή. Τέλος, από τις περί ασκήσεως της ποινικής διώξεως διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43 και 49 του Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57 επ., 246 επ., 250 και 321 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο μπορούν να αποφαίνονται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη, όχι δε για κάποια άλλη, έστω και συναφή, γιατί διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ. Όταν δε η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε να δικασθεί, κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές συνθήκες, ώστε να αποτελεί νέο έγκλημα, αντικειμενικά διαφορετικό, υφίσταται μεταβολή κατηγορίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510, παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ για απόλυτη ακυρότητα (βλ. ΑΠ 2368/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των εγγράφων της δικογραφίας, ασκήθηκε κατ' αμφοτέρων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων ποινική δίωξη, για μη έγκαιρη καταβολή, εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, προς το ΙΚΑ κατ' εξακολούθηση για την οποία και παραπέμφθηκαν να δικασθούν, με την πρωτόδικη δε υπ' αριθμ. 14367/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης καταδικάσθηκαν καθένας των αναιρεσειόντων σε συνολική ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ, και επιπλέον σε συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ. Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησαν οι αναιρεσείοντες τις από 29-3-2007 εφέσεις επί των οποίων επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων περί του ανεγκλήτου της πράξης τους και την παραδοχή του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' του ΠΚ στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, κήρυξε και πάλι ενόχους τους δύο κατηγορουμένους και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών που μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε (5) ευρώ την καθεμία ημέρα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενη απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, ως προς την ενοχή των αναιρεσειόντων, ότι αποδείχθηκε ότι "οι κατηγορούμενοι στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 έως 1-2-2005, ως εργοδότες της επιχείρησης οικοδομοτεχνικού έργου με την επωνυμία "MODULUS ΕΠΙΠΛΟΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ ΑΕ" και δη ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο πρώτος και ως αντιπρόεδρος του ΔΣ της εν λόγω ανώνυμης εταιρίας ο δεύτερος, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 1-5-2002 έως 31-12-2004, στην επιχείρησή τους προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή που ασφαλίζονταν στο ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ), προς το οποίο έπρεπε να καταβάλουν για την ασφάλιση του προσωπικού τις παραπάνω εισφορές (μέσα σε 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία) δεν κατέβαλαν στον άνω Οργανισμό ασφαλιστικές εισφορές ύψους 11.908,84 ευρώ, για τις οποίες συντάχθηκε η ΠΕΕ 298, 299 και 300/2005, ποσό από το οποίο 7.939,23 ευρώ αφορούσε βαρύνουσες τους ίδιους (εργοδοτικές) εισφορές, που δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, ενώ το ποσό των 3.969,61 ευρώ αφορούσε ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στην επιχείρησή τους (εργατικές), τις οποίες παρακράτησαν με σκοπό να τις αποδώσουν στον άνω Οργανισμό και δεν τις κατέβαλαν μέσα στο μήνα στον οποίο έγιναν απαιτητές, γενόμενοι με τον τρόπο τούτο υπαίτιοι για υπεξαίρεση του ποσού αυτού....". Όπως όμως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 3905/3-8-2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που παραδεκτώς επισκοπείται, η ποινική δίωξη σε βάρος αμφοτέρων των αναιρεσειόντων (και του συγκατηγορουμένου τους ..., που κηρύχθηκε αθώος με την πρωτόδικη απόφαση) και παραπέμφθηκαν να δικαστούν α)για μη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ύψους 5721,50 ευρώ και β) για υπεξαίρεση εργατικών εισφορών ύψους 2.860,75 ευρώ, δηλαδή για μη καταβολή συνολικών εισφορών ύψους 8.582,25 ευρώ, οι οφειλές δε αυτές αφορούσαν εργαζομένους τους κατά τη χρονική περίοδο από το Μάϊο του 2002 έως το Δεκέμβριο του 2004, δηλαδή για χρονικό διάστημα συνολικά 32 μηνών. Δηλονότι οι αναιρεσείοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάσθηκαν για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ επιπλέον των διαλαμβανομένων στο κλητήριο θέσπισμα, που αφορούσαν άλλη ΠΕΕ, για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Έτσι, όμως επήλθε μεταβολή της κατηγορίας ως προς την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των αναιρεσειόντων, από άποψη των μερικοτέρων πράξεων που αποδόθηκαν σ' αυτούς και του ύψους των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, με αποτέλεσμα η μεταβολή αυτή να επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως. Η μεταβολή δε αυτή της κατηγορίας είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη, ανεπίτρεπτη και κατά συνέπεια επήλθε στην προκειμένη περίπτωση απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. β' του ΚΠΔ ακυρότητα. Κατ' ακολουθίαν, λοιπόν τούτων πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων, ενώ παρέλκει μετά ταύτα η εξέταση των λοιπών λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2865/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ