Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2268 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Έγκληση, Καταδολίευση δανειστών.




Περίληψη:
Στα εγκλήματα που η ποινική δίωξη ασκείται έπειτα από την υποβολή έγκλησης, αυτή συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Στην προβαλλόμενη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση της τελεσθείσας πράξης καθώς και τον υπαίτιο ή κάποιον από τους συμμετόχους, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την τέλεση της πράξης προκειμένου να κριθεί το εκπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεως. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 397 ΠΚ, διότι δεν υπάρχει αναφορά πότε έλαβε γνώση της εικονικής δικαιοπραξίας ο παθών, καθόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της ως άνω άδικης πράξης.




Αριθμός 2268/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της με αριθμό 82/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 5 Αυγούστου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 920/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά το άρθρο 397 του Π.Κ., ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη....Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, το οποίο διώκεται κατ' έγκληση, μπορεί να τελεσθεί με τέσσαρες τρόπους, ήτοι α) με τη βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών. Ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική, δηλαδή αυτή που δεν γίνεται σπουδαίως, αλλά μόνο κατά το φαινόμενο. Οι παραπάνω τρόποι τέλεσης του αδικήματος δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους η απαλλοτρίωση χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, η οποία είναι αληθινή δικαιοπραξία και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως η εικονική δικαιοπραξία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους. Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει στη δικαστική απόφαση, όταν δεν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οικονομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικώς, η απόφαση για έγκλημα κατ' έγκληση διωκόμενο, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει την ανωτέρω αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση της πράξης που τελέσθηκε και για το πρόσωπο του δράστη ή ενός από τους συμμετόχους του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 82/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, ενώ έπαυσε οριστικά, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, η κατά της συγκατηγορουμένης του ασκηθείσα ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια στην ως άνω αξιόποινη πράξη, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ, προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση κατ' αυτού απαιτήσεως 17.900.000 δραχμών, επιδιωκόμενης με τις υπ' αρ. 12.379/1999 και 7844/1999 Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταβίβασε το αναφερόμενο στο διατακτικό ακίνητο στη δεύτερη κατηγορουμένη - μητέρα του (για την οποία η ποινή έχει παραγραφεί κατ' άρθρο 32 Ν. 3346/05). Αυτό αποτελούσε και τη μόνη εμφανή περιουσία του και η υπό του πρώτου κατηγορουμένου μεταβίβαση προς τη δεύτερη έγινε δολίως, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση απαιτήσεων κατ' αυτού. Πρέπει, κατόπιν τούτων, να κηρυχθεί ένοχος, στο δε διατακτικό, το οποίο συμπληρώνει το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κηρύσσεται ένοχος διότι, το αναφερόμενο μοναδικό του ακίνητο, το μεταβίβασε στη μητέρα του με εικονική δικαιοπραξία και συγκεκριμένα με το υπ' αρ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Σαραγιώτη, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση του δανειστή - εγκαλούντος Ψ, προερχόμενη από της προαναφερθείσες Διαταγές Πληρωμής. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε, αναφορικά με την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 397 Π.Κ., για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, την επιβαλλόμενη από τις μνησθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη σαφώς αναφέρεται σε κατάρτιση εικονικής δικαιοπραξίας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενο κάνει λόγο, τόσο για κατάρτιση αληθινής δικαιοπραξίας, όσο και για κατάρτιση (ψευδούς) εικονικής δικαιοπραξίας, με συνέπεια να δημιουργείται αντίφαση στις παραδοχές της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Αβασίμως, επίσης, υποστηρίζεται ότι, για την πληρότητα της αιτιολογίας, θα έπρεπε να αναφέρεται η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι, όπως σαφώς τονίζεται στην προσβαλλόμενη, το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε, ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη και συνεπώς, η ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή επήλθε από την κατάρτιση και μόνο της εικονικής δικαιοπραξίας. Η αναφορά αυτή θα είχε σημασία μόνο στην περίπτωση που ο οφειλέτης είχε και υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία, η οικονομική αξιολόγηση των οποίων θα καθιστούσε εφικτή ή μη την ικανοποίηση του δανειστή.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όμως, σε σχέση με το δεύτερο μέρος του και το μοναδικό λόγο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αναφορικά δηλαδή με το εμπρόθεσμο ή μη της υποβληθείσας έγκλησης, ενόψει του ότι από το χρόνο τελέσεως της πράξεως του εγκλήματος, ήτοι την 6.2.2001, μέχρι την εγχείριση της έγκλησης στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε στις 15.1.2002, είχε παρέλθει τρίμηνο, έπρεπε να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο ο εγκαλών δανειστής έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου του αναιρεσείοντα ή της συγκατηγορουμένης μητέρας του, με συνέπεια, η έλλειψη αυτή της αναφοράς, να στερεί την προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του κυρίου δικογράφου και τον μοναδικό τοιούτο του προσθέτου δικογράφου της αίτησης του αναιρεσείοντα είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, κατά τούτο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 82/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 29 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ