Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 368 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη.




Περίληψη:
Απάτη. Ζημία από έλλειψη συνομολογηθείσας ιδιότητας. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού γίνεται δεκτό ότι το παραδοθέν ήταν εντελώς άχρηστο και συνεπώς η ζημία του εγκαλούντος ανέρχεται στο ποσό του τιμήματος που κατέβαλε. Δεν προκλήθηκε ακυρότητα από παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος, τη μη επισκόπηση φωτογραφιών και την ανάγνωση εγγράφων. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 368/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Χούρσογλου, περί αναιρέσεως της 186/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κάσση.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1393/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους, των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του απ' αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: 1) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος ή τρίτος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και 3) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Τέτοια μείωση της περιουσίας του παθόντος συνιστά και η από μέρους του ανάληψη υποχρεώσεως χωρίς ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως αντίστοιχης αξίας από το δράστη, όπως και η καταβολή παροχής χωρίς λήψη αντίστοιχης αντιπαροχής, στην περίπτωση δε κατά την οποία τα γεγονότα που παρέστησε ή απέκρυψε ο δράστης αφορoύν συνομολογηθείσες ιδιότητες πωληθέντος πράγματος η θετική ζημία του απατηθέντος αγοραστού έγκειται στη διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας την οποία θα είχε το πράγμα αν υπήρχε η συνομολογηθείσα ιδιότητα και εκείνης που αυτό έχει λόγω ελλείψεως της ιδιότητας. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, όσον αφορά το έγκλημα της απάτης, πρέπει στην καταδικαστική απόφαση όχι μόνο να εκτίθεται ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία αλλά και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναίρεσης της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην ...... κατά το χρονικό διάστημα από 13-7-2001 έως και 31-7-2001, με την ιδιότητα του Διευθυντή και για λογαριασμό της διαχειρίστριας της εταιρείας παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος " Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", , που πούλησε και παρέδωσε η εταιρία τμηματικά στον εγκαλούντα, ο οποίος είχε λάβει οικοδομική άδεια κατασκευής κατοικίας στη θέση ..... συνολικά 144 κυβικά μέτρα σκυροδέματος με συνολικό τίμημα 2.208.960 δρχ. και συγκεκριμένα 128 κυβ. μέτρα την 13-7-2001 και 16 την 24-7-2001 αξίας 1.963.520 δρχ. και 245.440 δρχ. αντίστοιχα, που κατέβαλε ο εγκαλών την 15-6-2001 και 31-7-2001 με τις υπ'αρίθμ. .... και ..... αποδείξεις, παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα, διαβεβαιώνοντας τον ρητά, ότι επρόκειτο για σκυρόδεμα συμβατικής αντοχής Β225 (0 16/20 κατά το νέο κανονισμό (κατάλληλο για τη σκυροδέτηση θεμελίωσης και των κολώνων, ανταποκρινόμενο στις προδιαγραφές της στατικής επάρκειας και αντισεισμικότητας του σκυροδέματος), πλην όμως εν γνώσει του το πωληθέν σκυρόδεμα ήταν τύπου Β160 μειωμένης αντοχής και ακατάλληλο για τον προορισμό του, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αντοχή και ευστάθεια του σκυροδέματος στον οπλισμό. Τα παραπάνω διαπιστώθηκαν μετά την αφαίρεση του ξυλότυπου, όταν παρατηρήθηκε θραύση σκυροδέματος σε εξώστη της οικοδομής και ο επιβλέπων μηχανικός, που είχε λάβει δείγματα του σκυροδέματος που είχε παραδοθεί από την άνω επιχείρηση, που διηύθυνε και διαχειριζόταν (όπως και ο ίδιος δέχεται) ο κατηγορούμενος και είχε χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή, προέβη σε εξέταση, σε ειδικό εργαστήριο και διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω ποσότητες ήταν μειωμένης αντοχής - κατατασσόμενης στην κατηγορία Β 160 - και μη αποδεκτές για το είδος της κατασκευής που αφορούσαν, σε σχέση με τον κανονισμό και τη στατική μελέτη, για την περαιτέρω φόρτισή τους, το ίδιο δε διαπιστώθηκε και κατά τον έλεγχο "καρότων", που λήφθηκαν από τα επίμαχα σημεία (θεμελίωση, κολώνες), αλλά και κατά τον επανέλεγχο που διενεργήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ και, όπως αναφέρεται στη σχετική ...... έκθεση, διαπιστώθηκε ότι κατά την ημέρα του ελέγχου (30-10-2001) το σκυρόδεμα αυτό ανήκε στην κατηγορία Β160 (αντίστοιχα 012/15 κατά το νέο κανονισμό). Ο κατηγορούμενος, ο οποίος και στο πρωτοβάθμιο και σ' αυτό το Δικαστήριο απολογούμενος κατέθεσε ότι το εργαστήριο παραγωγής σκυροδέματος της εταιρίας λειτουργεί αυτοματοποιημένα με αντίστοιχα προγράμματα παραγωγής, τύπου Β 225, Β 160, 0 16/20, ότι ο χειριστής του συστήματος (μίξερ) είναι εμπειρότατος και δεν ήταν δυνατόν να πατήσει λάθος πρόγραμμα στη συγκεκριμένη περίπτωση παραγγελίας (αντί 225 που παραγγέλθηκε, Β160),αποδίδει τη διαφοροποίηση που προέκυψε στα αποτελέσματα και τη μειωμένη αντοχή του σκυροδέματος, σε εξωγενείς παράγοντες και δη, είτε στην υψηλή θερμοκρασία που επικρατούσε κατά τη ρίψη του σκυροδέματος στην οικοδομή, είτε σε πρόσθεση μεγάλων ποσοτήτων νερού πριν τη ρίψη, από τον εργολάβο, για να διευκολυνθεί στη διάστρωση του και για την αποφυγή ρίψης ρευστοποιητή, ώστε να ωφεληθεί το ποσό που είχε λάβει από το μηνυτή για την αγορά του. Όμως οι ισχυρισμοί του ελέγχονται αβάσιμοι, καθόσον α)από την αυτοματοποιημένη λειτουργία των μηχανημάτων παραγωγής, που εμφανίζουν την ποιότητα και τον τύπο του παραγόμενου κάθε φορά σκυροδέματος, ο ίδιος, που ασκεί προσωπική εποπτεία στην παραγωγή, γνώριζε τον τύπο του σκυροδέματος (Β160) που παρήγαγε και απέστειλε στη συγκεκριμένη οικοδομή και παρόλα αυτά, στα αντίστοιχα δελτία αποστολής που διαβάστηκαν, αναγράφεται ότι παραδίδεται ποιότητας και τύπου Β225, β)όταν οι συνθήκες θερμοκρασίας είναι ακατάλληλες, είτε δεν παραδίδεται σκυρόδεμα, είτε, για να επιτυγχάνεται η ομαλή διάστρωσή του, χρησιμοποιείται ρευστοποιητής, τέτοιο δε υλικό χρησιμοποιήθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. κατάθεση μάρτυρα .... μηχανικού) και όχι νερό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι μάρτυρες του, οδηγοί των φορτηγών μεταφοράς του σκυροδέματος, οι καταθέσεις των οποίων δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον, σε τέτοια περίπτωση έπρεπε, και είχαν οδηγίες από τον κατηγορούμενο, να αναγράφεται το γεγονός στα Δ. Αποστολής και να υπογράφει αυτά ο εργολάβος και τέτοια εγγραφή δεν προκύπτει, ενώ, σε περίπτωση που τον ενημέρωσαν προφορικά τις επόμενες ημέρες γι' αυτό (βλ. απολογία του στα πρακτικά) ασφαλώς θα ειδοποιούσε τον υπεύθυνο μηχανικό σχετικά, αφού ο ίδιος από τη θέση και το επάγγελμα του, γνώριζε ότι με τη χρησιμοποίηση νερού το σκυρόδεμα γίνεται ακατάλληλο για τη χρήση που προορίζεται, γ) ενώ η επιχείρηση τηρούσε βιβλία παραγωγής, όπου το εργαστήριο κατ έγραφε τις παραγόμενες ποσότητες κάθε τύπου σκυροδέματος, ο κατηγορούμενος, δεν προσκόμισε τα σχετικά βιβλία, όπου θα υπήρχε εγγραφή για την παραγωγή τις συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες της παραγγελθείσας ποσότητας σκυροδέματος Β225, επικαλούμενος ότι αυτά χάθηκαν. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή, ότι το πωληθέν και παραδοθέν, σ' αυτόν σκυρόδεμα ήταν τύπου Β225 και τον διαβεβαίωσε, αναγράφοντας αυτό στα σχετικά Δελτία Αποστολής, γνωρίζοντας ότι το σκυρόδεμα ήταν τύπου Β160, μειωμένης αντοχής και ακατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προόριζε, την πράξη του δε αυτή τέλεσε προκειμένου να περιποιήσει στην ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "..... Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στην αξία του σκυροδέματος, τιμήματος 2.208.960 δρχ. με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή ο οποίος αν γνώριζε την ποιότητα του σκυροδέματος που του πουλήθηκε και παραδόθηκε δεν θα δεχόταν να παραλάβει το ακατάλληλο σκυρόδεμα, που θα καθιστούσε επικίνδυνη και άχρηστη την οικοδομή του και να πληρώσει το τίμημα που προαναφέρθηκε και έτσι δεν θα ζημιωνόταν κατά το παραπάνω ποσό. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο απάτης άρθ. 386 παρ.1 Π.Κ.) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο και κρίθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς αιτιολογίες. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, συνολικού ποσού 2.208.960 δραχμών, η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επήλθε με την καταβολή όλου του τιμήματος αγοράς του σκυροδέματος, το οποίο κατά την παράδοση δεν είχε τη συνομολογηθείσα ιδιότητα, με την παραδοχή δε ότι από την έλλειψη της ιδιότητας αυτής το παραδοθέν σκυρόδεμα ήταν εντελώς άχρηστο για τον εγκαλούντα, αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του, ότι η συνολική ζημία του εγκαλούντος ανήλθε στο ποσό αυτό, το οποίο ταυτίζεται με το συνολικό τίμημα του σκυροδέματος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ειδικής αιτιολογίας, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτήν η αξία του παραδοθέντος σκυροδέματος, τύπου Β160 και η διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος και αυτής, είναι αβάσιμη, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, αφού το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι το παραδοθέν σκυρόδεμα ήταν εντελώς άχρηστο για τον πολιτικώς ενάγοντα και συνεπώς ότι αυτός δεν είχε κάποια ωφέλεια, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται και τα παραπάνω στοιχεία. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης του ως άνω εγκαλούντος και της ελλείψεως νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι. Εξάλλου αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αναφερομένου στη μη αυτενοχοποίηση του και ειδικότερα διότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην περί ενοχής κρίση του, έλαβε υπόψη του την παράλειψη του αναιρεσείοντος να προσκομίσει τα βιβλία καταγραφής της παραγωγής των ποσοτήτων σκυροδέματος της εταιρίας, στην οποία και στηρίχθηκε, τούτο δε γιατί θεμελιώνεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από το σκεπτικό της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο για την κρίση του αυτή στηρίχθηκε στα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, τα οποία λεπτομερώς προσδιορίζει, η δε μνεία και της μη προσκομιδή των παραπάνω βιβλίων γίνεται εκ περισσού, αφού δεν προκύπτει από την απόφαση, ότι εξ αιτίας αυτής, ειδικά, το Δικαστήριο κατέληξε σε δυσμενή για τον κατηγορούμενο κρίση. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Προκειμένου για φωτογραφίες ή απεικονίσεις και σχεδιαγράμματα, τα έγγραφα αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από το διευθύνοντα τη συζήτηση. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και φωτογραφίες, η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν οι φωτογραφίες από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους, κατόπιν επιδείξεως αυτών από το διευθύνοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη διατύπωση στα πρακτικά της δίκης ότι "αναγνώσθηκαν τρεις φωτογραφίες", είναι σαφές ότι επιδείχθηκαν από την πρόεδρο οι φωτογραφίες και έλαβε γνώση του περιεχομένου τους και ο αναιρεσείων. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, λόγω μη επιδείξεως και επισκοπήσεως των τριών φωτογραφιών που λήφθηκαν υπόψη, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ 1 του ΚΠΔ στο ακροατήριο διαβάζονται τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Διαβάζονται επίσης τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Εξάλλου από την παραπάνω διάταξη και εκείνη του άρθρου 171 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι η ανάγνωση από το δικαστήριο της ουσίας απόφασης πολιτικής ή ποινικής δίκης χωρίς να προκύπτει ότι είναι αμετάκλητη και χωρίς προηγούμενη απόφαση ότι ήταν κρίσιμη η ανάγνωση αυτής δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιας απόφασης δεν θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' εδ. α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει τούτων ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας διότι αναγνώσθηκαν η υπ' αριθμ. 92/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας και η 150/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι αυτές κατέστησαν αμετάκλητες και ότι ήταν χρήσιμες, είναι απαράδεκτος λαμβανουμένου μάλιστα υπόψη ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αντίρρηση πριν από την ανάγνωσή του. Τέλος απαράδεκτος είναι και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχείο Δ' ΚΠΔ συναφής λόγος, που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, ως προς τη χρησιμότητα των παραπάνω αποφάσεων, γιατί ελλείπει νόμιμη προϋπόθεση. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος(άρθ.176 και 183 ΚΠολ Δ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2008 αίτηση του ...., για αναίρεση της 186/5-5-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή