Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2371 / 2007    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.




Περίληψη:
Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόρριψη ενός αυτοτελούς ισχυρισμού ως ουσιαστικού αβάσιμου. Έννοια αυτοτελών ισχυρισμών. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προτείνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. Αιτιολογημένη απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. Απορρίπτεται αίτηση αναιρέσεως




Αριθμός 2371/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιφιγένεια Καρανδρέα, περί αναιρέσεως της 5/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 712/06.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των ποινικών αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης προκειμένου περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβασίμου αυτοτελούς ισχυρισμού, υπάρχει όταν εκτίθενται στην απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τον αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν και στήριξαν την κρίση για τη μη συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν τον αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση για απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Ειδικότερα σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Ως αυτοτελής θεωρούνται οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο Δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, υπάγονται η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις και ο περί ελλείψεως ή μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμόν των άρθρων 34 και 36 του ΠΚ, αντιστοίχως, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη ή την επιβολή μειωμένης ποινής. Για την πληρότητα όμως του ισχυρισμού αυτού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεστεί τις σχετικές μόνο διατάξεις του ΠΚ αλλά πρέπει και να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Διαφορετικά, αν έχει προταθεί κατά τρόπο αόριστο, δεν υποχρεούται το δικαστήριο να απαντήσει ούτε να περιλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 5/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αυτός είχε ζητήσει με συναφείς αυτοτελείς ισχυρισμούς και α) την αναγνώριση ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξεως λόγω ψυχικής νόσου και κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν ήταν πλήρως ανίκανος προς καταλογισμό άλλως περιωρισμένως ικανός προς καταλογισμό και β) την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ', δ' και ε' ΠΚ. Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά εν σχέση με τους προβληθέντες πιο πάνω ισχυρισμούς "..... Με βάση τ' ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση που του αποδίδεται και ειδικότερα ενεργώντας με πρόθεση σκότωσε τον αδελφό του Θ1. Το έγκλημα αυτό αποφάσισε να διαπράξει και διέπραξε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι κάποιος ερεθισμός επηρέασε και διατάραξε την ήρεμη αυτή ψυχική του κατάσταση όταν αποφάσισε και εκτέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας ούτε άλλωστε επικαλείται και τέτοιο ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος προβάλλει τους παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς α) ότι δεν πρέπει να του καταλογισθεί η πράξη διότι τελέστηκε υπό το κράτος σχιζοφρένειας από την οποία πάσχει άλλως πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 36 ΠΚ περί ελαττωμένου καταλογισμού, β) ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και συνεπώς συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 34 και 36 ΠΚ γ) ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας και δ) ότι συντρέχει στην περίπτωσή του η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 84 παρ. 2 δ. γ, δ και ε ΠΚ. Οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί αποδεικνύονται αβάσιμοι. Ειδικότερα, αναφορικά με τον υπό στοιχείο α' αυτοτελή ισχυρισμό αποδεικνύονται τα εξής : Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Αυτός φέρεται πάσχων από διαταραχή προσωπικότητας μικτού τύπου με προεξάρχοντα χαρακτηριστικά της αντικοινωνικής (ψυχοπαθητικής) διαταραχής προσωπικότητας με ψυχωτικές εκτροπές! Όμως ουδόλως αποδεικνύεται ότι αυτός κατά την τέλεση του εγκλήματος παρουσίαζε διαταραχή των ψυχικών λειτουργιών η οποία να του αφαιρούσε πλήρως ή έστω μερικώς την επίγνωση των πραττομένων υπ' αυτού. Την κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο αφενός στην από ..... ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε ο ψυχίατρος Ψ1 που διορίσθηκε με την 31/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και στην συμπεριφορά του κατηγορουμένου τόσο κατά την τέλεση της πράξης όσο και μετ' αυτήν. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον παραπάνω πραγματογνώμονα ο κατηγορούμενος "δεν παρουσίαζε στοιχεία διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών εξαιτίας κάποιας νοητικής ή ψυχικής διαταραχής, τα οποία τον εμπόδιζαν να αντιληφθεί ότι διέπραττε κάποιο αδίκημα ή να λειτουργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του περί δικαίου". Εξάλλου η συμπεριφορά του κατά την διάρκεια του εγκλήματος, αλλά μετά τη διάπραξή του είναι αποκαλυπτική της συνειδησιακής διαύγειάς του. Ο κατηγορούμενος κινούμενος αποκλειστικά με σκοπό να αφαιρέσει από το θύμα το βιβλιάριο καταθέσεών του και γνωρίζοντας ότι το τελευταίο, ως συνέβαινε πάντα, θα αντιδρούσε σ' αυτό, εφοδιάστηκε με ένα καδρόνι το οποίο όπως προαναφέρθηκε ήταν και το όπλο του εγκλήματος προκειμένου να το εξουδετερώσει. Ενήργησε ψύχραιμα, με ανθρωποκτόνο πρόθεση, για να επιτύχει τον παραπάνω σκοπό του. Στη συνέχεια, μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, πήρε το βιβλιάριο καταθέσεων και κλείδωσε την πόρτα του δωματίου του θύματος προκειμένου να μην εισέλθει κανένας και το βρει. Την επομένη το πρωί εισέπραξε τα χρήματα της κατάθεσης και έφυγε από την πόλη των .... χωρίς να ενημερώσει τα συγγενικά του πρόσωπα. Μετέβη στην Αθήνα όπου κρύβονταν επιμελώς με αποτέλεσμα να ανευρεθεί και συλληφθεί ενάμισυ έτος μετά. 'Αλλωστε το ότι είχε πλήρη συνείδηση του φόνου που διέπραξε προκύπτει αναμφισβήτητα και από το γεγονός, όπως προαναφέρθηκε, του τηλεφωνήματος που έκανε προς την ...... για να της ζητήσει χρήματα την οποία μάλιστα και την απείλησε να κάτσει καλά για να μη πει ότι είναι ένοχη για το θάνατο του Θ1.
Συνεπώς ο εκ των άρθρων 34 και 36 ΠΚ προβληθείς ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ομοίως απορριπτέοι ως αβάσιμοι τυγχάνουν και οι ανωτέρω υπό στοιχεία β και γ ισχυρισμοί περί μέθης και κατάστασης άμυνας. Συγκεκριμένα ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν λόγω μέθης σε κατάσταση διαταραγμένης συνείδησης. 'Αλλωστε όπως προαναφέρθηκε αυτός ενήργησε ψύχραιμα και μεθοδικά γεγονός που αποκλείει τα ανωτέρω...... Τέλος αναφορικά με τον υπό στοιχείο δ' ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ, δ και ε ΠΚ, κατ' αρχήν προτείνεται αορίστως χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών που να δικαιολογούν την συνδρομή των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων και συνεπώς είναι απορριπτέος για το λόγο αυτό. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι της διάπραξης του εγκλήματος προηγήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια αφού αυτός μετά την τέλεση του εγκλήματος διέφυγε στην Αθήνα κρυπτόμενος και ξοδεύοντας τα χρήματα που εισέπραξε από την τράπεζα, ούτε επέδειξε συμπεριφορά καλή μετά την πράξη του για τον προαναφερθέντα λόγο, ενώ η επιδειχθείσα καλή συμπεριφορά μετά τη σύλληψη και εγκλεισμό του στη φυλακή οφείλεται όχι στη δική του θέληση αλλά στο γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να πράξει διαφορετικά". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, ότι κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν πλήρως ανίκανος προς καταλογισμό άλλως μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, ότι ωθήθηκε στην πράξη από ανάρμοστη συμπεριφορά του θύματος, ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις και η ανικανότητα προς καταλογισμό, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Ειδικότερα σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης απολογίας κατηγορουμένου) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη απορριπτική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό της αποφάσεως μόνο της από .... ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Ψ1, γίνεται γιατί το δικαστήριο αποδίδει μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία (αυτή αναφέρεται στην ψυχιατρική κατάσταση του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως), χωρίς από αυτό ο γεγονός να υποδηλώνεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν και όλα τα άλλα, δηλαδή, οι μάρτυρες καθώς και οι από.... και ..... γνωματεύσεις της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ιωαννίνων. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ. δ και9 ε του ΠΚ, όπως προτάθηκε με μόνη την επίκληση της νομικής διάταξης που τις προβλέπει, χωρίς αναφορά και όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, είναι παντελώς αόριστος και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα όμως ο δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη των εν λόγω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος. Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Μαρτίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ