Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2279 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2279/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη-Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασακόπουλο, περί αναιρέσεως της 2322/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Φ1.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 800/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ., όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του Π.Κ.) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρος είτε με την θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτου, που να τον εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και τον σκοπό του δράστου να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Για την στοιχειοθέτηση του ανωτέρω αδικήματος δεν είναι απαραίτητος όρος η προσκόμιση του σώματος του πλαστού εγγράφου στο δικαστήριο, αρκεί η διαπίστωση της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου από τον φυσικό αυτουργό προς τον σκοπό της χρήσεως αυτού για την παραπλάνηση άλλου. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α' του Π.Κ., δια της οποίας ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για να συντελεσθεί η αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέξουν: α) με οποιοδήποτε τρόπο εκ προθέσεως πρόκληση αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης αδίκου πράξεως και β) ο άλλος να διέπραξε την άδικη αυτή πράξη, την οποία απεφάσισε με τον πιο πάνω τρόπο. Εκ δε του συνδυασμού της αμέσως ανωτέρω διατάξεως προς εκείνη του άρθρου 45 Π.Κ. ορίζουσα ότι αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως, συνάγεται ότι είναι δυνατή η ύπαρξη ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία, όταν περισσότεροι από κοινού παρήγαγον εκ προθέσεως την απόφαση της εκτελέσεως ορισμένου εγκλήματος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κωδικός, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, δια των οποίων έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται, τι προέκυψε κεχωρισμένως από το καθένα από αυτά, ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ανενδοιάστως ότι για τον σχηματισμό της περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίσεως το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνον, επιλεκτικώς, ορισμένα από αυτά. Ειδικά στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να αναφέρονται σαφώς ο τρόπος και τα μέσα, δια των οποίων ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία τα δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά σε άλλον την απόφαση αυτή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τοιαύτης διατάξεως συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ως αληθή στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι το πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού προς το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο υπό του Αρείου Πάγου ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρούνται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δίκασαν κατ' έφεση, εδέχθη, ανελέγκτως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται κατά το είδος τους, απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι το Νοέμβριο του 2001, έλαβαν από τον Ο1 με τον οποίο συνδέονταν φιλικά το ποσόν των 400.000 δραχμών, προκειμένου να μεσολαβήσουν να λάβει στο όνομά του άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας, χωρίς την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών (εξετάσεις επιτυχείς), χρησιμοποιώντας τον Υ1, ο οποίος τους εμφανιζόταν ως υπάλληλος του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Πράγματι οι δύο κατηγορούμενοι, συνάντησαν τον Υ1 και με πειθώ και φορτικότητα και παραδίδοντας σ'αυτόν το ποσό των 400.000 δραχμών που είχαν λάβει από τον Ο1, επίμονα του ζήτησαν να μεριμνήσει για τον εφοδιασμό άδειας ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας στο όνομα του ανωτέρω Ο1. 'Ετσι με την παράδοση σ'αυτόν (Υ1) του ως άνω ποσού των 400.000 τον έπεισαν να πράξει αυτό. Στη συνέχεια εκείνος προέβει στην εξ υπαρχής κατάρτιση της υπ'αριθμ.... από 19-11-2002 του Υ.Σ. Αθηνών "Αδειας Ικανότητας οδήγησης, επ'ονόματι του Ο1, καθόσον αυτόν ουδέποτε υπεβλήθη στις σχετικές εξετάσεις και στη νόμιμη δοκιμασία για την έκδοση, κατά τρόπον νομότυπο, άδειας ικανότητας οδήγησης αυτού. Ειδικότερα η ως άνω άδεια ήταν καθ'ολοκλήρίαν πλαστή, κατά το περιεχόμενο της καθώς και οι υπάρχουσες υπογραφές των αρμοδίων δήθεν υπαλλήλων με σκοπό να παραπλανήσουν κάθε καλόπιστο τρίτο και ειδικότερα τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές περί της γνησιότητας της ως άνω άδειας ικανότητας οδηγήσεως της εν λόγω δεν πλαστογραφημένης άδειας έγινε χρήση αφού παραδόθηκε τον δήθεν δικαιούχο αυτής Ο1 και αυτός στη συνέχεια την επέδειξε στις 20-9-2003 σε αστυνομικό έλεγχο στο ... και συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών ... και .... Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, από φυσική αυτουργία σε πλαστογραφία μετά χρήσης, απορριπτόμενων των αυτοτελών ισχυρισμών περί πραγμάτων και νομικής πλάνης των κατηγορουμένων καθόσον αυτοί γνώριζαν ότι ο Ο1 δεν ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδήγησης, δεν υπεβλήθη στις νόμιμες εξετάσεις για την έκδοσής της και προκειμένου να παρακάμψουν τις νόμιμες αυτές διαδικασίες έλαβαν το ως άνω ποσόν των 400.000 δραχμών και το παρέδωσαν στο Υ1, για να τους προμηθεύσει κατά τρόπον παράνομα άδεια οδήγησης, Το παράνομο αυτό της πράξης τους το συνομολογούν και οι ίδιοι κατηγορούμενοι οι οποίοι λέγουν ότι με τα μισά χρήματα θα εκδίδετο η άδεια οδήγησης και σε χρόνον πολύ μεγαλύτερο εκείνου της προμήθειας του πλαστού. Μηδεμία συνεπώς αμφιβολία καταλείπεται στο Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση της πλαστότητας της άδειας οδήγησης του Ο1 και σαφώς γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα να προβούν στις ως άνω ενέργειες το έννομο των οποίων δεν φαίνεται να αμφισβητούν (άρθρο 30 και 31 παρ.2 ΠΚ).
Με τις παραδοχές αυτές το άνω δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας από κοινού με τον μη ασκήσαντα αναίρεση συγκατηγορουμένου του Φ1 , σε πλαστογραφία εγγράφου μετά χρήσεως και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την υπό των αναφερομένων διατάξεων του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργίαν με τον άλλον συγκατηγορούμενο σε πλαστογραφία εγγράφου μετά χρήσεως, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εθεμελίωσαν τα εν λόγω περιστατικά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, διά των οποίων αυτά έχουν υπαχθεί στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 45 και 46 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ. που το Εφετείο εφήρμοσε στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ δεν εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας που ετέλεσε ο φυσικός αυτουργός, Υ1, συνισταμένης στην εξ υπαρχής κατάρτιση πλαστού εγγράφου ήτοι διπλώματος ικανότητος οδηγήσεως μοτοσικλέτας στο όνομα του Ο1, δια της θέσεως επί του σώματος του πλαστού αυτού εγγράφου, κατ' απομίμηση, των υπογραφών των αρμοδίων δια την έκδοση αδειών οδηγήσεως οχημάτων οργάνων του Δημοσίου και της οικείας σφραγίδος, καθώς και ο τρόπος και τα μέσα, δια των οποίων ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων, από κοινού με τον άλλον συγκατηγορούμενό του, παρήγαγε την βούληση στον άνω φυσικό αυτουργό να τελέσει την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη, συνιστάμενα στην καταβολή σε αυτόν του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) δραχμών. Η προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ελλιπής ως προς την αιτιολογία δια τον λόγο ότι το Εφετείο σχημάτισε την περί πλαστογραφίας του ανωτέρου εγγράφου κρίση από τον φυσικό αυτουργό, ακολούθως δε και την τοιαύτη περί συνδρομής των όρων της ηθικής αυτουργίας στο αδίκημα αυτό από τον αναιρεσείοντα, χωρίς την ύπαρξη στη δικογραφία του πλαστού εγγράφου του οποίου, νομίμως διέταξε την δήμευση ως προϊόντος εγκλήματος, αποσταλέντος προς έρευνα στην αρμόδια εγκληματολογική υπηρεσία, διότι για την στοιχειοθέτηση του άνω αδικήματος δεν είναι απαραίτητος όρος η προσκόμιση του σώματος του πλαστού εγγράφου στο δικαστήριο, αρκούσης της δια των λοιπών αποδεικτικών μέσων, διαπιστώσεως από αυτό της καταρτίσεως του άνω πλαστού εγγράφου προς τον σκοπό της παραπλανήσεως άλλου διά της χρήσεώς του. Περαιτέρω η προσβαλλομένη απόφαση δεν εμπεριέχει στοιχείο αντιφατικότητος μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, με την παραδοχή το μεν ότι ο αναιρεσείων, από κοινού με τον άλλο συγκατηγορούμενο, προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να καταρτίσει πλαστό έγγραφο, το δε ότι ο φυσικός αυτουργός τους διαβεβαίωσε ότι ως εκ της ιδιότητός του ως δημοσίου υπαλλήλου είχε την δυνατότητα να τους προμηθεύσει την άδεια ικανότητος οδηγήσεως μοτοσικλέτας στο όνομα τρίτου προσώπου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερήσεως νομίμου βάσεως στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. αιτιάσεις διαλαμβανόμενες στον πρώτο υπό στοιχ. β', εν μέρει στον τρίτο και στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες.

ΙΙ. Επειδή, η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης υπόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως τούτο να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα, γιατί διαφορετικά προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ. Εφ' όσον δε απαντήσει το δικαστήριο και απορρίψει το σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με την προσθήκη που έγινε στο άρθρο 139 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 2 παρ. 5 του νόμου 2408/1996, να διαλάβει στη σχετική απόφασή του την από το Σύνταγμα και το νόμο απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου κώδικος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα ενσωματούμενα σ' αυτή πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου που την εξέδωσε, ο αναιρεσείων υπέβαλε το αίτημα αναβολής της δίκης, προκειμένου να προσκομισθεί το πρωτότυπο του πλαστού εγγράφου, αποτελούντος μεν στοιχείο της ποινικής δικογραφίας, πλην όμως αποσταλέντος προς έρευνα στο αρμόδιο εγκληματολογικό εργαστήριο. Το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το άνω αίτημα ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι "από τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, ηδύνατο να χωρήσει κατά τρόπο ασφαλή και βέβαιο σε ορθοτόμηση της ένδικης διαφοράς δια τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίψαν το περί αναβολής αίτημα του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην άνω απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπό στοιχ. Α' αυτού μέρος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές στον ίδιο λόγο αναιρέσεως υπό στοιχ. Α' διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουσες την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της πλαστότητος του εγγράφου μη προκυπτούσης, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, εκ των λοιπών αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες έγγραφα), που μνημονεύονται στην απόφαση, είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω το Εφετείο, εφόσον αιτιολογημένως απέρριψε ως αβάσιμο το ανωτέρω περί αναβολής αίτημα, δεν υπερέβη την δικαιοδοσία του με τη εκφορά της καταφατικής δικαιοδοτικής κρίσεως περί της ενοχής του αναιρεσείοντος ως ηθικού αυτουργού στην τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' δεύτερος λόγος αναιρέσεως δι' υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές στον ίδιο λόγο αναιρέσεως διαλαμβανόμενες αιτιάσεις ότι το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, παρά την μη ύπαρξη του πρωτοτύπου του πλαστού εγγράφου, αναγόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες. III. Επειδή, η υπό την προεκτεθείσα έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους που δεν είναι αρνητικοί της κατηγορίας και των στοιχείων της πράξεως, αλλά κατατείνουν, αυτοτελώς, στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή ασκούν επιρροή στη μείωση της ποινής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Π.Κ. που ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν", συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστου, δηλαδή η άγνοιά του ή η εσφαλμένη αντίληψή του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που του αποδίδεται, αίρει τον καταλογισμό και συνεπώς ο αντίστοιχος ισχυρισμός αυτού είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να γίνεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Εφετείου που την εξέδωσε ο αναιρεσείων προέβαλε τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, συνισταμένης στο ότι είχε εσφαλμένη εντύπωση της πραγματικής καταστάσεως και ειδικότερα περί της γνησιότητος του παραδοθέντος σ' αυτόν ως άνω εγγράφου, το οποίο πεπλανημένως υπελάμβανε ως γνήσιο. Το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό με την παραδοχή ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι "τελούσαν σε πλήρη γνώση της πλαστότητας της αδείας οδηγήσεως του Ο1", στα δε πλαίσια της πραγματικής επιχειρηματολογίας προς ενίσχυση της εν λόγω ουσιαστικής κρίσεως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι αυτοί "γνώριζαν ότι ο Ο1 δεν ήταν κάτοχος άδειας ικανότητας οδήγησης, δεν υπεβλήθη στις νόμιμες εξετάσεις για την έκδοσή της και προκειμένου να παρακάμψουν τις νόμιμες αυτές διαδικασίες έλαβον το ως άνω ποσό των 400.000 δραχμών και το παρέδωσαν στον Υ1 για να τους προμηθεύσει κατά τρόπο παράνομο άδεια οδηγήσεως". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίψαν τον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, διέλαβε σε αυτή την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστήρια έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 του Κ.Π.Δ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-5- 2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2322/18-3-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή