Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1197 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία, Παραγραφή, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Για να συντελεστεί η δια δηλώσεως άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα, πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή μέσα σε προθεσμία 20 ημερών η οποία αρχίζει από την επόμενη της καταχωρήσεως της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, εφόσον ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της καταδικαστικής απόφασης ή εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνεται επίκληση ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος και να μνημονεύονται στο δικόγραφο τα σχετικά με αυτό περιστατικά, εξαιτίας των οποίων ο αναιρεσείων δεν άσκησε εμπρόθεσμα την αίτηση αναιρέσεως. Προϋπόθεση του παραδεκτού πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Πολιτική αγωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατ’ άρθρο 937 § 1 εδ. α΄ΑΚ 5ετούς παραγραφής αξίωσης από αδικοπραξία. Πότε ο παθών ή ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο. Απορρίπτει.





Αριθμός 1197/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Γεώργιο Χρυσικό και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις α)του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και β) του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Οικονόμου, για αναίρεση της 6427/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ως και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Νοεμβρίου 2007 και 5 Νοεμβρίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στο από 1 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1999/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου 1)η από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 και 2)η από 14 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής από 1 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετοι λόγοι του κατηγορουμένου Χ1, οι οποίες στρεφόμενες κατά της αυτής υπ' αριθμ. 6427/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους.
Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως και των επ' αυτής πρόσθετων λόγων του Χ1.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ, η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε, εκτός από την τήρηση των οριζομένων στο άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, και με δήλωση που περιέχει όσα αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου τούτου, η οποία επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να συντελεστεί η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως από τον καταδικασθέντα κατά της καταδικαστικής αποφάσεως με την προαναφερόμενη δήλωση πρέπει το σχετικό δικόγραφο να περιέλθει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με επίδοση από δικαστικό επιμελητή μέσα σε προθεσμία 20 ημερών. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 507 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 473 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, αν ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά της τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης (είτε αυτοπροσώπως, είτε με, αντιπρόσωπο κατά το άρθρο 465 Κ.Ποιν.Δ), με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, ενώ ήταν παρών κατά την απαγγελία αυτής ή εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ. 2 και 502 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από την επομένη της καταχωρήσεως της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη δήλωση για την άσκησή του τα περιστατικά που συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα και τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προκύπτουν αυτά. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή αν δεν προσκομίζει τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν την βασιμότητά του, τότε το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Εξάλλου, από τα άρθρα 476 παρ. 1, 509 παρ. 2 και 513 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, πρέπει να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης. Αν αυτή είναι απαράδεκτη, τότε είναι απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και δεν ερευνώνται ακόμη και αν είναι από εκείνους που κατά το άρθρο 511 λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, διότι σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει αναίρεση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6427/2007 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου δια των συνηγόρων του, δημοσιεύθηκε στις 24-9-2007 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ) την 25-10-2007, όπως αυτό προκύπτει από την οικεία βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα στο σώμα της αποφάσεως. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 473 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ, την 15-11-2007 ημέρα Πέμπτη, δηλαδή μετά την παρέλευση της προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών, που άρχισε από την επομένη της καταχώρησης (26-10-2007) της προσβαλλόμενης απόφασης στο πιο πάνω βιβλίο και έληξε στις 14-11-2007, ημέρα Τετάρτη. Στη σχετική αίτηση κανένας λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν αναφέρεται που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς η κρινόμενη από 14 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1 είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι επ' αυτής από 1-2-2008 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ1.
Από τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 του Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει ο αμέσως παθών από το αδίκημα. Περαιτέρω το άρθρο 937 του Α.Κ. ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ' άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι για την έναρξη της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία απαιτείται γνώση του υπόχρεου προς αποζημίωση. Θεωρείται δε ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών, να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου, με ελπίδες επιτυχίας. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 374/2001 πολιτική). Θεωρείται δε ότι ο παθών γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου, με την άνω έννοια, όταν γνωρίζει τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι το επεισόδιο κατά το οποίο έλαβε χώρα ο τραυματισμός του μηνυτή, έγινε στις ..... Την ίδια ημέρα ο παθών κατέθεσε στο Α.Τ Πετρούπολης ότι υπαίτιος του τραυματισμού του ήταν ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου, του οποίου ζήτησε την ποινική δίωξη. Γνωρίζοντας τον αριθμό του αυτοκινήτου ο μηνυτής μπορούσε ευχερώς και με βεβαιότητα να πληροφορηθεί το όνομα του ιδιοκτήτη του. Ο κατηγορούμενος είχε την κυριότητα του αυτοκινήτου ήδη από 11-2-2000, όπως προκύπτει από την άδεια κυκλοφορίας του, την οποία προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου και αναγνώστηκε. Επομένως ήταν κύριος του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του επεισοδίου. Από δε τον χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας σε βάρος του μηνυτή έως τον χρόνο εκδικάσεως της κατηγορίας κατά του κατηγορουμένου (27-9-2006) είχε ήδη παρέλθει πενταετία (ΑΚ 937) και είχε, κατά συνέπεια παραγραφεί η αξίωση του μηνυτή για επιδίκαση αποζημιώσεως, την οποία άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 21/2003). Επομένως δεν μπορεί να παρασταθεί ο μηνυτής ως πολιτικώς ενάγων και πρέπει να διαταχθεί η αποβολή του". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, με την αποδοχή της ενστάσεως παραγραφής της επίδικης απαίτησης που πρότεινε ο κατηγορούμενος, διότι γνωρίζοντας ο αναιρεσείων τον αριθμό κυκλοφορίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου μπορούσε, ερευνώντας και επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, ευχερώς και με βεβαιότητα να διαπιστώσει τόσο τα στοιχεία του προσώπου του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όσο και του οδηγού αυτού, ο οποίος (οδηγός) στην προκείμενη περίπτωση ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη, και επομένως η παραγραφή της αξιώσεώς του άρχισε από το χρόνο που ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του, άσκησε δε την αξίωση του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) μετά παρέλευση πέντε ετών από τη γνώση εκ μέρους του της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είχε παραγραφεί και απέβαλε από τη διαδικασία στο ακροατήριο την πολιτική του αγωγή για επιδίκαση αυτής δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ούτε υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι από τα άρθρα 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, και 510 παρ. 1στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: 1) την από 5 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του Ψ1 και 2)την από 14 Νοεμβρίου 2007 αίτηση και τους από 1 Φεβρουαρίου 2008 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεσης της υπ' αριθμ. 6427/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ