Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2450 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2450/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμαρά, περί αναιρέσεως της 372/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 20 Οκτωβρίου 2008 (ορθώς 20.10.2009) δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1023/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημοσίας ή ιδιωτικής φύσης. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής. Όταν όμως ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την άνω έννοια αλλά αρνητικός στις κατηγορίες το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται δέχτηκε ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος είναι δικηγόρος. Με την ιδιότητα αυτή αναλάμβανε μεταξύ άλλων και υποθέσεις αλλοδαπών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν προβλήματα παραμονής στη Χώρα. Στις περιπτώσεις των προσώπων που αναφέρονται στο διατακτικό και που είναι όλοι τους αλλοδαποί, οι οποίοι αρκετούς μήνες πριν από τον κρίσιμο χρόνο (29-1-2001 έως 22-3-2001) ενδιαφέρονταν έντονα να νομιμοποιήσουν τη μέχρι τότε παράνομη διαμονή τους στην Ελλάδα, υποσχέθηκε ότι είναι σε θέση να κινήσει αυτός, ως δικηγόρος και έναντι αμοιβής, τη νόμιμη διαδικασία για λογαριασμό τους, ελπίζοντας στα ευρύτερα περιθώρια που επρόκειτο να δώσει κάποια εξαγγελθείσα νομοθετική μεταβολή. Όταν, μετά την πάροδο μηνών από τις νομοθετικές εξαγγελίες και τις δικές του υποσχέσεις προς τους αλλοδαπούς πελάτες, πιέσθηκε από αυτούς για να παρουσιάσει κάποιο θετικό αποτέλεσμα των ενεργειών, τις οποίες έπρεπε να έχει κάνει, επινόησε την κατάρτιση πλαστών βεβαιώσεων [δήθεν] μακράς παραμονής των ενδιαφερομένων εντός των ορίων του δήμου ... Περισσότερο συγκεκριμένα, αρχικά εξασφάλισε την κατοχή ενός γνησίου εγγράφου βεβαίωσης του δήμου ... με άσχετο περιεχόμενο, πράγμα που ήταν εύκολο γι' αυτόν, ως καταγόμενο από την περιοχή του εν λόγω δήμου και έχοντα στο παρελθόν επαγγελματική συνεργασία με τις υπηρεσίες του. Κατόπιν, προέβη στο σβήσιμο του κειμένου της βεβαίωσης, το περιεχόμενο του οποίου δεν τον ενδιέφερε και κράτησε μόνο τον τίτλο της υπηρεσίας (το λογότυπο του δήμου ..., άνω αριστερά) και την πράξη της σφράγισης και της υπογραφής του εγγράφου (στο κάτω μέρος). Στη συνέχεια, προέβη, στη φωτομεταφορά των στοιχείων αυτών μέσω σαρωτή (scanner) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου του και τα αποθήκευσε ως αυτοτελές αρχείο. Παράλληλα, συνέταξε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ένα κείμενο βεβαίωσης με το περιεχόμενο ότι συγκεκριμένο πρόσωπο [του οποίου τα στοιχεία ταυτότητας μεταβάλλονταν από βεβαίωση σε βεβαίωση ανάλογα με το ποιος ήταν ο αλλοδαπός πελάτης, για τον οποίο αυτή προοριζόταν] "είναι μόνιμος κάτοικος του Δήμου ... από 15-11-1998 και κατέθεσε πλήρη δικαιολογητικά για την υπαγωγή του στο νέο νόμο περί αλλοδαπών", το οποίο, επίσης, αποθήκευσε ως αυτοτελές αρχείο. Ακολούθως, προσάρμοζε κάθε φορά το ένα αρχείο στο άλλο και με τον τρόπο αυτό δημιουργούσε ένα νέο ηλεκτρονικό αρχείο ή φωτοτυπικό παράγωγο, το οποίο ήταν μια βεβαίωση που φερόταν να έχει εκδοθεί από το δήμο ..., να αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο και να έχει το ως άνω περιεχόμενο. Στο τέλος εκτύπωνε ή αναπαρήγαγε τη βεβαίωση αυτή, που έδινε την εντύπωση ότι είχε χορηγηθεί από το δήμο ... και την παρέδιδε στον πελάτη, στον οποίο αφορούσε. Με τον τρόπο αυτό, έναντι αμοιβής, παραπλανούσε τον πελάτη ως προς το ότι ο κατηγορούμενος είχε ξεκινήσει τη διαδικασία της εξασφάλισης άδειας παραμονής γι' αυτόν και το ότι, κατά συνέπεια, ήταν πλέον νόμιμη, έστω και προσωρινά, η παραμονή του στην Ελλάδα και δεν διέτρεχε τον κίνδυνο της σύλληψης και απέλασής του. Και ο λήπτης της βεβαιώσεως [ο πελάτης], στη συνέχεια, θα μπορούσε να παραπλανήσει οποιονδήποτε συναλλασσόμενο μαζί του, ιδιώτη ή κρατικό λειτουργό, ως προς το ότι έχει μακρά και σταθερή διαμονή στην περιοχή του ως άνω δήμου, όπου είναι γνωστό πρόσωπο και από όπου αναγνωρίζεται και βεβαιώνεται επίσημα το περιστατικό αυτό. Με τον τρόπο αυτό προσέδιδε στοιχεία νομιμότητας ως προς την παραμονή στη Χώρα ενός προσώπου, το οποίο εξακολουθούσε να βρίσκεται σ' αυτήν παρανόμως. Το γεγονός ότι η βεβαίωση αυτή, που αποτελούσε μια πλαστή σύνθεση, δεν έφερε πρωτότυπη σφραγίδα και υπογραφή, αλλά αναπαραχθείσα ηλεκτρονικώς, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού αυτό το οποίο επιδίωκε ο κατηγορούμενος ήταν δυνατό να γίνει [και έγινε στις συγκεκριμένες περιπτώσεις του κατηγορητηρίου] με την εκτύπωση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη φωτοαντιγράφηση, χωρίς να είναι αναγκαία η χρήση πλαστής πρωτότυπης υπογραφής και σφραγίδας όπου μάλιστα το κείμενο της εκάστοτε βεβαιώσεως, κατά τα προαναφερθέντα ήταν κατασκευασμένα από τον ίδιο. Η κατά τα άνω κατασκευή των βεβαιώσεων θεμελιώνει το αδίκημα του άρθρου 216 παρ 1 Π.Κ. και όχι εκείνο του άρθρου 217 Π.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αφού τα έγγραφα αυτά αφορούσαν και απέβλεπαν την κυρίως μόνιμη διαμονή των αλλοδαπών τη χώρα και όχι μόνο για να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, κίνηση ή κοινωνική πρόοδο του αλλοδαπού. Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση με το ακόλουθο διατακτικό: "Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 29-1-2001 έως 22-3-2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Συγκεκριμένα, ενώ ήταν δικηγόρος ... και οι κατωτέρω αναφερόμενοι δεκατέσσσερις αλλοδαποί, ως πελάτες του, είχαν αναθέσει σ' αυτόν επ' αμοιβή την κίνηση της διαδικασίας για τη νομιμοποίηση της παραμονής τους στην Ελλάδα, αυτός κατάρτισε ισάριθμες, πλαστές, πανομοιότυπες βεβαιώσεις, δηλ. μία για καθέναν αλλοδαπό, που φέρονται να έχουν εκδοθεί από το Δήμο ... Νομού ..., σε καθεμία δε από αυτές βεβαιώνεται ότι ο αντίστοιχος αλλοδαπός είναι κάτοικος του Δήμου ... από 15-11-1998 και κατέθεσε πλήρη δικαιολογητικά για την υπαγωγή του στο νέο νόμο περί αλλοδαπών. Προκειμένου να καταρτίσει καθεμία από αυτές τις βεβαιώσεις ακολουθούσε την κατωτέρω διαδικασία, κατά περίπτωση και κατά την κρίση του, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατηγορία: Αρχικά στοιχειοθετούσε αυτό καθαυτό το κείμενο της στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του. Στη συνέχεια έχοντας στην κατοχή του αντίστοιχο γνήσιο έγγραφο βεβαίωσης του Δήμου ... με άσχετο περιεχόμενο, αφού προέβαινε στο σβήσιμο του κειμένου της και κρατούσε μόνο τον τίτλο της υπηρεσίας (άνω αριστερά) και την πράξη υπογραφής (κάτω), είτε προέβαινε στη φωτομεταφορά των στοιχείων αυτών μέσω σαρωτή (scanner) στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και στη συνέχεια στην εισαγωγή τους ως εικόνα στο αρχείο που περιελάμβανε το κείμενο βεβαίωσης που είχε στοιχειοθετήσει, και στη συνέχεια στην εκτύπωση του αρχείου, είτε εκτύπωνε πρώτα το κείμενο βεβαίωσης που είχε στοιχειοθετήσει και στη συνέχεια προέβαινε σε φωτομεταφορά σε αυτό με τη μέθοδο του κολλάζ και σταδιακή φωτοαναπαραγωγή των υπόλοιπων στοιχείων της έγγραφης βεβαίωσης, δηλαδή του τίτλου υπηρεσίας και της πράξης υπογραφής, είτε εκτύπωνε απευθείας το κείμενο βεβαίωσης που είχε στοιχειοθετήσει στην φωτοτυπία του γνησίου εγγράφου της βεβαίωσης, από το οποίο προηγουμένως, δηλαδή πριν τη φωτοτύπησή του, είχε απαλείψει το κείμενο της. Με τον τρόπο αυτό κατάρτισε α) στις 29.1.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, β) στις 29.1.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, γ) στις 5.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, δ) στις 6.2.2001 την με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ.... αλβανικού διαβατηρίου, ε) στις 6.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, στ) στις 7.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, ζ) στις 7.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, η) στις 12.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι τον Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, θ) στις 16.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, ι) στις 19.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, ια) στις 19.2.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, ιβ] στις 12.3.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου τον με αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, ιγ) στις 16.3.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι του Αλβανού υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... διαβατηρίου και ιδ) στις 22.3.2001 τη με αριθ. ... βεβαίωση επ' ονόματι της Ρουμάνας υπηκόου ..., κατόχου του με αριθ. ... ρουμανικού διαβατηρίου. Τις ανωτέρω πλαστές βεβαιώσεις παρέδωσε στους ανωτέρω αλλοδαπούς, οι οποίοι ήταν πελάτες του και του είχαν αναθέσει με αμοιβή την κίνηση της διαδικασίας για τη νομιμοποίηση της παραμονής τους στην Ελλάδα με σκοπό να παραπλανήσει τους ως άνω αλλοδαπούς με τη χρήση των παραπάνω πλαστών βεβαιώσεων, σχετικά με το γεγονός ότι με την κατοχή των βεβαιώσεων αυτών ήταν πλέον νόμιμη, έστω και προσωρινά, η παραμονή τους στην Ελλάδα και δεν διέτρεχαν τον κίνδυνο της σύλληψης και απέλασής τους. Ακολούθως δε έκανε χρήση των ανωτέρω πλαστών βεβαιώσεων παραδίδοντας τις σε αυτούς. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του άνω Δικαστηρίου της ουσίας ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προέβαλε τους εξής ισχυρισμούς και δη α) μη θεμελιώσεως αντικειμενικώς του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως καθόσον από τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα δεν παρήχθησαν έννομες συνέπειες, β) εκ των εγγράφων αυτών (φερομένων ως πλαστών βεβαιώσεων) δεν μπορούσε να επέλθει παραπλάνηση αφού δεν παράγουν, αλλοιώνουν ή διατηρούν δικαίωμα παραμονής των αλλοδαπών στην Ελλάδα, διότι είχαν δοθεί υπό τύπον υποδείγματος και προς καθησυχασμό τους και γ) επικουρικώς κατά μετατροπή της κατηγορίας ετύγχανε εφαρμογής όχι η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ αλλά η διάταξη του άρθρου 217 του ιδίου Κώδικα και κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 του ν.3346/ 2005 το αξιόποινο είχε παραγραφεί. Ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί απερρίφθησαν από το Δικαστήριο της ουσίας αναιτιολογήτως και εντεύθεν η προσβαλλόμενη πρέπει να αναιρεθεί κατά τους προβαλλόμενους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι η σχετική περί τούτων αιτιολογία είναι επαρκής. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο κατηγορούμενος με τον αναφερόμενο τρόπο πλαστογράφησης των βεβαιώσεων παραπλανούσε τον πελάτη (αλλοδαπό) ότι πλέον δια των βεβαιώσεων αυτών η παραμονή του στην Ελλάδα ήταν δήθεν νόμιμη και δεν διέτρεχε κίνδυνο σύλληψης και απέλασής του, ο δε πελάτης του (αλλοδαπός) θα μπορούσε να παραπλανήσει οποιονδήποτε συναλλασσόμενο μαζί του ιδιώτη ή κρατικό λειτουργό ως προς το ότι έχει, βάσει της πλαστής βεβαίωσης, μακρά και σταθερή διαμονή στην περιοχή του αναφερομένου Δήμου και έτσι με τον τρόπο αυτό δια της κατάρτισης των πλαστών βεβαιώσεων ο κατηγορούμενος προσέδιδε στοιχεία νομιμότητας ως προς την παραμονή στην Ελλάδα προσώπων (αλλοδαπών) τα οποία εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε αυτήν παρανόμως. Δηλαδή, κατά συμπλήρωση της αιτιολογίας εκ του διατακτικού, παρέδωσε στους αλλοδαπούς πελάτες του τις αναφερόμενες πλαστές βεβαιώσεις με σκοπό να τους παραπλανήσει σχετικά με το γεγονός ότι με την κατοχή των βεβαιώσεων αυτών ήταν πλέον νόμιμη η παραμονή τους στην Ελλάδα και ακολούθως έκανε χρήση των πλαστών τούτων βεβαιώσεων παραδίδοντας τις σε αυτούς. Περαιτέρω, διέλαβε επαρκή αιτιολογία και ορθά εφήρμοσε το νόμο κρίνοντας ότι η κατάρτιση των πλαστών τούτων βεβαιώσεων θεμελιώνει το έγκλημα του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ και όχι εκείνο του άρθρου 217 ΠΚ αφού τα πλαστά αυτά έγγραφα αφορούσαν και απέβλεπαν στην κυρίως μόνιμη διαμονή των αλλοδαπών στη χώρα και όχι μόνο για να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, κίνηση ή κοινωνική πρόοδο εκάστου αλλοδαπού, ανεξαρτήτως του ότι ο δράστης- κατηγορούμενος απέβλεπε στο οικονομικό όφελος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή όταν δεν αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τη μαρτυρική κατάθεση της ..., η οποία αφορά εντελώς άλλη υπόθεση και τα εξής έγγραφα: Την από 25-09-2008 αίτηση του κατηγορουμένου, την από 15-10-2008 βεβαίωση ναυτιλιακής εταιρείας, βεβαίωση αποδοχών και συντάξεων του κατηγορουμένου καταβληθεισών από 01-05-2008 έως 31-08-2008, το από 17-10-2008 εγχειρίδιο εκπαιδευομένου ναυτικού της διεύθυνσης εκπαίδευσης ναυτικών ως και το από 16-20-2008 πιστοποιητικό του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι πράγματι η άνω μαρτυρική κατάθεση και τα πιο πάνω έγγραφα αφορούν άλλη δίκη και εκ παραδρομής καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Εκ της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης και των πιο πάνω εγγράφων προκύπτει ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα αναφέρονται σε διαφορετική κατηγόρια που αφορά άλλον κατηγορούμενο και συνεπώς λόγω του άσχετου περιεχομένου τους ασφαλώς δεν ελήφθησαν υπόψη από το άνω Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως ο εκ του άνω άρθρου τέταρτος και πρόσθετος λόγος της αναίρεσης περί υπερβάσεως εξουσίας είναι αβάσιμος. Αβάσιμος επίσης είναι και ο τελευταίος λόγος της αίτησης περί απόλυτης ακυρότητας κατά τον οποίο μετά το πέρας της δίκης ανακοινώθηκε στον αναιρεσείοντα ότι δικαιούται να ασκήσει έφεση αντί για αναίρεση, καθόσον είναι προφανές ότι εκ παραδρομής του ανακοινώθηκε ότι εδικαιούτο να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης αφού η δίκη εκείνη διεξήχθη επί εφέσεως του αναιρεσείοντος. Άλλωστε δε, ο αναιρεσείων ως δικηγόρος γνώριζε τους δικονομικούς κανόνες ως και ότι η δίκη διεξήχθη επί εφέσεώς του. Η μόνη δε συνέπεια την οποία μπορούσε να έχει η μη σωστή ενημέρωση του αναιρεσείοντος ήταν αυτός να επικαλεστεί ενδεχομένως ως λόγο ανώτερης βίας την τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης, πράγμα το οποίο δε συμβαίνει εν προκειμένω διότι η ασκηθείσα αναίρεση είναι εμπρόθεσμη. Εδώ πρέπει να ληφθεί ότι ούτε από τη διάταξη του άρθρου 407 παρ. 1 ΚΠΔ ούτε από άλλη διάταξη προκύπτει ότι ο διευθύνων τη συζήτηση πρέπει μετά την απαγγελία της απόφασης να ανακοινώσει στον καταδικασθέντα ότι δικαιούται σε άσκηση ενδίκου μέσου και σε άλλα δικαστήρια εκτός από το ΜΟΔ και ΜΟΕ. Επομένως, η αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-06-2009 αίτηση και τους επ' αυτής από 20-10-2008 (ορθώς 20-10-2009) πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 372/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή