Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1987 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.




Περίληψη:
Παράβαση ΑΝ 86/1967. Λόγοι αναιρέσεως. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 η πράξη τιμωρείται εάν οι παρακρατούμενες εισφορές υπερβαίνουν το ποσό των 2.000 ευρώ. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η αποποινικοποίηση οφειλών μικρών ποσών στα Ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1987/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της 64467/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 932/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1997, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς Κοινωνικής ή πολιτικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων με σκοπό απόδοσης στους, κατά την παρ. 1, οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Νόμου 3346/2005, που ισχύει από τις 17 Ιουνίου 2005, σύμφωνα με το οποίο "για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), καθώς και των παρακρατούμενων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων να υπερβαίνει συνολικώς τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η αποποινικοποίηση των οφειλών μικρών ποσών στα Ασφαλιστικά Ταμεία ή το Δημόσιο. Είναι όμως σαφές ότι λαμβάνεται υπόψη η συνολική οφειλή, ήτοι α) σύνολο εργοδοτικών εισφορών (εάν οι εργοδότες είναι περισσότεροι από ένας) και σύνολο εργατικών εισφορών (αν οι εργαζόμενοι είναι περισσότεροι από ένας) και β) σύνολο οφειλής εισφορών (εργοδοτικών και εργατικών). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στον ως άνω Οργανισμό προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές τού προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996) καθώς και αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή τής τελευταίας και η θέση τού κατηγορουμένου σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ1 αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 64.467/2005 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται το σκεπτικό από το διατακτικό της αποφάσεως, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα παρακάτω: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που τού αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι ως εργοδότης τής εμπορικής επιχείρησης με έδρα την ... επί τής οδού ..., παρότι απασχόλησε σ' αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας 5 μισθωτούς για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο τού 1997 ως και τον Φεβρουάριο του 1998 με συνολικό ύψος αποδοχών 2.963.700 δραχμές, οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε α) τις ασφαλιστικές εισφορές γι' αυτούς που κατά νόμο τον βάραιναν (εργοδοτικές) συνολικού ποσού 722.800 δραχμών εντός τού μήνα κατά τον οποίον αυτές έγιναν απαιτητές (δηλαδή μέχρι το τέλος τού επόμενου μήνα μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, ήτοι όσον αφορά τις εισφορές τού Οκτωβρίου 1997 μέχρι τέλος Νοεμβρίου κ.ο.κ., μέχρι και τέλος Μαρτίου τού 1998, όσον αφορά τις εισφορές τού Φεβρουαρίου τού 1998) και β) έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των παραπάνω εργαζομένων για το παραπάνω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 361.400 δραχμών με σκοπό να τις αποδώσει στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό (ΙΚΑ), δεν κατέβαλε μέσα στον μήνα, κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές ως προς τα επί μέρους ποσά τους (72.280 δρχ. κατά μήνα), τελώντας έτσι το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Οι οφειλόμενες εισφορές βεβαιώθηκαν με την 440117 ΠΕΕ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και καταδικάστηκε στη συνολική ποινή των εννέα μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως και σε συνολική χρηματική ποινή 450 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου σε ασφαλιστικό οργανισμό, τα χρηματικά ποσά που όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε, αλλά παρακράτησε, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται η ονομαστική αναφορά των εργαζομένων. Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας σωστά την ως άνω διάταξη του άρθρου 33 του Νόμου 3346/2005, έλαβε υπόψη του, με την παραπάνω έννοια ότι η συνολική οφειλή τού αναιρεσείοντος προς το Ι ΚΑ ανερχόταν στο ποσό των 1.084.200 δραχμών δηλαδή ποσό ανώτερο των 2000 ευρώ (681.500 δρχ.) και επομένως τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι οι οφειλές του έπρεπε να υπολογιστούν χωριστά και όχι συνολικά είναι αβάσιμα. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ενόψει αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 58/4 Μαΐου 2007 αίτηση αναιρέσεως του ... κατά τής 64.467/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή