Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 144 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αδικοπραξία , Αποζημίωση, Δημόσιο , Ένδικο μέσο, Παραγραφή αξιώσεων.




Περίληψη:
Διεκδικητική αγωγή ακινήτου. Απόκτηση της νομής πράγματος με παράνομη πράξη και αδυναμία αυτούσιας απόσβεσης του. Έννοιες. Υποχρέωση του νομέα να αποζημιώσει τον κύριο του ακινήτου. Αδιάφορο αν ο ίδιος (αποκτήσας ) είναι νομέας κατά την άσκηση της αγωγής. Υπολογισμός αποζημιώσεως κρίσιμος χρόνος εκείνος της έκδοσης της ακροάσεως, που κατά τους δικονομικούς κανόνες είναι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Πενταετής παραγραφής της αιτιάσεως κατά του δημοσίου και εν προκειμένω κατά της ΟΣΚ Α.Ε. Έναρξη της παραγραφής. Αναίρεση. Λόγοι αλυσιτελείς. Πότε. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με ψευδή ερμηνεία και εντεύθεν εσφαλμένη εφαρμογή.(Αναιρεί εν μέρει ΕΑ 5867/2013).





Αριθμός 144/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μαρία Ντότσικα και Κλεάνθη Ρούσσο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μουχτούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5672/2009 μη οριστική, 2441/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5867/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2014 αίτησή της και τους από 2/10/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10/10/2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 27/10/2014 συμπληρωματική του έκθεση με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν (και) οι από 2/10/2014 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 5867/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1097 και 1099 του ΑΚ προκύπτει ότι αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη και το πράγμα από υπαιτιότητά του χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών κτήση της νομής με παράνομη πράξη υπάρχει όταν ο εναγόμενος νομέας αφαίρεσε τη νομή του πράγματος παράνομα και χωρίς τη θέληση του κυρίου, αδυναμία δε αποδόσεως "για κάποιον άλλο λόγο" συντρέχει και όταν κατά την άσκηση της αγωγής ο εναγόμενος δεν είναι πλέον νομέας του πράγματος, π.χ. λόγω εκποιήσεως του πράγματος σε τρίτον πολλώ δε μάλλον όταν ήδη κατά την περιέλευση του πράγματος στον τρίτο ο εναγόμενος έχει καταστήσει με ενέργειές του αδύνατη την αυτούσια απόδοσή του. Από τις ανωτέρω, τέλος, διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914, 922 και 926 του ίδιου ΑΚ προκύπτει ότι αν η παράνομη πράξη έγινε από βοηθητικά πρόσωπα (π.χ. τον βοηθό νομής) ή από προστηθέντα, τα πρόσωπα αυτά ευθύνονται ατομικώς, με παράλληλη ευθύνη του νομέα ή του προστήσαντος, έναντι του οποίου τα εν λόγω πρόσωπα έχουν δικαίωμα αναγωγής. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την υπόθεση κατ' ουσίαν εφαρμόζει κανόνα δικαίου του οποίου ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή (και) όταν δεν εφαρμόζει κανόνα του οποίου δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται πλημμέλεια στην απόφαση για παραδοχή της η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό της, στηριζόμενο αυτοτελώς (και) σε άλλες παραδοχές, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης, ενώ ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται και προβαλλόμενος είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ευθέως ή εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή περιστατικών αντιθέτων προς εκείνα που τον συνιστούν.
ΙΙ. 'Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 12873/8831/00/100/1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Δ' 1508/31-12-1996) κηρύχθηκε (αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνη της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ Α.Ε.", καθολικός διάδοχος της οποίας είναι ήδη η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜEΣ Α.Ε." δυνάμει του άρθρου 132 του ν.4199/2013 και της υπ' αριθμ. Δ16γ/05/483/Γ11-11-2013 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών κ.λ.π. (ΦΕΚ 2856/τ.Β'/11-11-2013), για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την ανέγερση διδακτηρίου του ΤΕΕ Ελληνικού τμήμα εμβαδού 4100 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 4441,72 τ.μ. του αναφερόμενου ακινήτου της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης "ΑΕΕΓΑ. Η ΕΘΝΙΚΗ" συνολικού εμβαδού 5044 τ.μ. που βρίσκεται στο Ο.Τ. … του Δήμου Αλίμου και ήδη Ελληνικού, ότι με τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις καθορίστηκε η προσωρινή αλλά και η οριστική αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενά της (κτίσματα), καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του ακινήτου αι αναγνωρίστηκε η αναιρεσίβλητη δικαιούχος της αποζημιώσεως, ότι η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει των υπ' αριθμ. 5165/27-3-2000 και 6563/2002 γραμματίων συστάσεως παρακαταθήκης, ποσών, αντίστοιχα, 492.000.000 και 183.047.900 δραχμών, την ορισθείσα ως άνω προσωρινή και οριστική αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση, και ότι όμως, δέχεται το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ανέλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την κατατεθείσα ως άνω αποζημίωση, καθώς και την καθορισθείσα μεταγενεστέρως αποζημίωση για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος και την ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Η ενάγουσα, με αίτησή της που επιδόθηκε στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και τον Νομάρχη Πειραιά στις 5-12-2001 είχε ζητήσει την άρση του ρυμοτομικού βάρους που επιβλήθηκε στο ακίνητό της με το χαρακτηρισμό αυτού ως χώρου για ανέγερση σχολείου ενώ με αίτησή της, που επιδόθηκε την ίδια ως άνω ημερομηνία στους Υπουργούς Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, στον Νομάρχη Πειραιά και στην πρώτη εναγομένη, είχε ζητήσει, κατά το άρθρο 11 §3 Ν.2882/2001, την έκδοση βεβαιωτικής πράξης για την αυτοδικαίως επελθούσα άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη καταβολής της πλήρους αποζημίωσης στην προθεσμία των δεκαοκτώ (18) μηνών. Κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η 1609/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που είχε επιβληθεί στο εν λόγω ακίνητο της ενάγουσας. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αιτήσεις αναιρέσεως, που απορρίφθηκαν με την 1604/2008 απόφαση του ΣτΕ. Μολονότι, όμως, η ενάγουσα είχε επιδώσει στην πρώτη εναγόμενη στις 5-12-2001 την από 30-11-2001 αίτησή της, που ζητούσε την έκδοση βεβαιωτικής πράξης για την αυτοδικαίως επελθούσα άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού δεν είχε συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, η ΟΣΚ ΑΕ υπέβαλε την από 11-7-2002 αίτησή της προς τη Νομαρχία Αθηνών ζητώντας την έκδοση οικοδομικής άδειας ανέγερσης στο οικόπεδο της ενάγουσας νέας τριώροφης οικοδομής με υπόγειο για την στέγαση του ΤΕΕ Ελληνικού και εκδόθηκε στις 21-11-2002 η υπ'αριθμ. 1018/21.11.2002 άδεια ανέγερσης. Στις 28.11.2002 ο Δ. Σ. ως Πρόεδρος του ΔΣ της "ΟΣΚ ΑΕ" με τον Ε. Π., ως εκπρόσωπο της "ΕΛΕΡΓΟ AE", συνήψαν σύμβαση εκτέλεσης του έργου ανέγερσης του ως άνω σχολείου, σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, που εγκρίθηκε με την ΑΠ34 - Τ2/12371/10-6-2002 απόφαση του διευθύνοντα συμβούλου της "ΟΣΚ ΑΕ" και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που περιέχονται στο ως άνω συμφωνητικό. Στην έκδοση της οικοδομικής άδειας τη σύναψη της ως άνω συμφωνίας και την εν συνεχεία κατασκευή του έργου αυτού προέβη η "ΟΣΚ ΑΕ" ως εταιρεία "ΟΣΚ ΑΕ" και όχι ως προστηθείσα του Ελληνικού Δημοσίου. Οι εργασίες του κτιρίου ολοκληρώθηκαν στις 1-8-2004, του αύλειου χώρου στις 14-10-2004, οπότε είχε ολοκληρωθεί το έργο. Στις 11-10-2004 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συμβατικών έργων Α. Π. και ο επιβλέπων μηχανικός Α. Κ. παρέδωσαν το έργο στη Σχολική Επιτροπή του TEE Ελληνικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 243 του Ν. 3463/2006, σε κάθε Δήμο για τη στήριξη της διοικητικής λειτουργίας των σχολικών μονάδων... συνιστώνται οι Σχολικές Επιτροπές, που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 1894/1990 και του ως άνω άρθρου. Έργο της Σχολικής Επιτροπής είναι η διαχείριση των πιστώσεων, που διατίθενται για τη λειτουργία των σχολείων. Αφού η ΟΣΚ AE είχε καταλάβει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και είχε καταστήσει την αυτούσια απόδοση του ανέφικτη δια της κατασκευής σχολείου και πεζοδρομίων σ'αυτό, χωρίς να ενεργεί ως προστηθείσα, ούτε για λογαριασμό των λοιπών διαδίκων, παρά μόνο για δικό της λογαριασμό, η Σχολική Επιτροπή παρέλαβε στη συνέχεια στις 11-10-2004 τη χρήση του σχολείου αυτού, όπως όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 243 του Ν. 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), καθόσον αυτή είναι υπεύθυνη για την κάλυψη των δαπανών λειτουργίας του (θέρμανση, φωτισμό, ύδρευση, καθαριότητα, συντήρηση, αγορά αναλώσιμων υλικών). Η Σχολική Επιτροπή δεν το παρέλαβε ως κάτοχος ούτε για λογαριασμό του Δήμου. Περαιτέρω η Σχολική Επιτροπή είχε υποχρέωση να το παραλάβει για τον σκοπό που εκτέθηκε και δεν είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί την παραλαβή, ούτε να προβεί σε κάποιο έλεγχο πριν την παραλαβή. Δηλαδή στον εναγόμενο Δήμο και την Σχολική Επιτροπή αυτού δεν μεταβιβάστηκε δικαίωμα νομής, ούτε κατοχής, ούτε οι ανωτέρω εξέφρασαν τη βούλησή τους να είναι νομείς ή κάτοχοι ή κύριοι αυτού. Περαιτέρω η ενάγουσα, αφού για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2004 διαπίστωσε ότι κατασκευάστηκε κτίριο στο ακίνητό της, κοινοποίησε εξώδικη διαμαρτυρία στην Νομαρχία Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς στις 5-10-2004, στην ΟΣΚ ΑΕ στις 4-10-2004, στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας, τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, το Ελληνικό Δημόσιο, τον Δ/ντη του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρούπολης. Τους ανωτέρω καλούσε να διακόψουν τις οικοδομικές εργασίες και να ανακαλέσουν την 1018/2002 οικοδομική άδεια. Περαιτέρω με την από 5-10-2004 αίτηση προς το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ζήτησε την ακύρωση της υπ'αριθμ. 1018/2002 οικοδομικής άδειας και εκδόθηκε η 1099/27-4-2005 απόφαση που ακύρωσε αυτήν. Με την ως άνω έγγραφη διαμαρτυρία της διέκοψε την παραγραφή που επικαλούνται οι εναγόμενοι. Όμως η ΟΣΚ ΑΕ δεν παρέδωσε στην ενάγουσα το οικόπεδο, που κατέλαβε χωρίς δικαίωμα, αφού δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση που είχε κηρυχθεί γι'αυτό, αντίθετα αυτή ολοκλήρωσε το έργο και αυτή διαμόρφωσε τα πεζοδρόμια και το παρέδωσε για χρήση, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας. Η ΟΣΚ ΑΕ το κατέλαβε η ίδια για τον εαυτό της, όχι ως προστηθείσα του Ελλ. Δημοσίου, ούτε για λογαριασμό του Ελλ. Δημοσίου, ή του Δήμου, χωρίς τη συνδρομή στην κατάληψη των λοιπών εναγομένων. Αυτή κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση του ακινήτου, αφού σ' αυτό είχε κατασκευαστεί σχολείο και πεζοδρόμια και δεν είναι δυνατόν ν' αποδοθεί αυτό ως οικόπεδο αλλά ούτε να επανέλθει στην προηγούμενή του κατάσταση. Περαιτέρω έχουν καταστραφεί από την "ΟΣΚ ΑΕ" τα επικείμενα σ' αυτό, προκειμένου να κατασκευαστεί το σχολείο. Η ΟΣΚ ΑΕ προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας και είναι υπόχρεη να καταβάλει αποζημίωση, αφού η αυτούσια απόδοση είναι αδύνατη". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την τελευταία κυρία του επίδικου (απαλλοτριωθέντος) ακινήτου, υποχρέωσε δε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτήν (αναιρεσίβλητη) το συνολικό ποσό των 6.624.307 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωσης λόγω της αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση του επιδίκου, τη νομή του οποίου είχε αποκτήσει η εναγομένη ΟΣΚ Α.Ε με παράνομο τρόπο, με την κατάληψη δηλ. του ακινήτου πριν (χωρίς να) συντελεστεί η απαλλοτρίωση, εν γνώσει τής μη συντελέσεώς της και παρά την αντίθετη θέληση της αναιρεσίβλητης-κυρίας του επιδίκου.
ΙΙΙ. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1097 και 1099 του ΑΚ, όπως αυτές αναλύθηκαν ανωτέρω (υπό Ι), και όχι εκείνες (προϋποθέσεις εφαρμογής) του άρθρου 1100 του ΑΚ για την (μη) ευθύνη του καλόπιστου νομέα, και το Εφετείο, που εφήρμοσε τις πρώτες, όχι δε την, τελευταία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ σχετικά με την παραδοχή της ότι κατά την άσκηση της αγωγής (Φεβρουάριος 2008) η εναγομένη ΟΣΚ Α.Ε., της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν νομέας του επιδίκου, παρότι δέχεται ότι η ΟΣΚ Α.Ε. είχε παραδώσει από την 14-10-2004 στη Σχολική Επιτροπή του ΤΕΕ Ελληνικού το ανεγερθέν κτηριακό συγκρότημα του σχολείου, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η ΟΣΚ Α.Ε. έπαυσε να έχει τη νομή και κατοχή του ακινήτου, η οποία (νομή και κατοχή) μεταβιβάστηκε στην προρρηθείσα Σχολική Επιτροπή για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Ελληνικού σύμφωνα με τις επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 5 του ν.1894/1990. Ενόψει του ότι η νομή του επιδίκου κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής είναι νομικώς αδιάφορη εν προκειμένω, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (ανωτ. υπό Ι), πολλώ δε μάλλον που κατά τον φερόμενο ως άνω χρόνο της περιελεύσεως της νομής στην Σχολική Επιτροπή του ΤΕΕ Ελληνικού η αυτούσια απόδοση του επιδίκου είχε ήδη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, καταστεί αδύνατη με ενέργειες της εναγομένης ΟΣΚ Α.Ε. λόγω της ανέγερσης από την τελευταία του σχολικού συγκροτήματος στο επίδικο και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, προορισμένων άλλωστε να παραδοθούν στη Σχολική Επιτροπή του ΤΕΕ, ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέος, σύμφωνα με την ίδια νομική σκέψη, αφού και χωρίς την ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν μεταβάλλεται το διατακτικό της απόφασης, στηριζόμενο πλήρως στις λοιπές ως άνω παραδοχές (παράνομη κατάληψη της νομής του επιδίκου και αδυναμία αυτούσιας απόδοσής του από ενέργειες της εναγομένης). Για τον ίδιο προεχόντως λόγο είναι απορριπτέος και ο έκτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής ως προς την νομή του επιδίκου κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, χρόνος ο οποίος είναι νομικώς αδιάφορος εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως προς την παραδοχή της ότι η εναγομένη ΟΣΚ Α.Ε. προέβη στην κατάληψη του επιδίκου και στην εν συνεχεία ανέγερση σ'αυτό του κτηριακού συγκροτήματος του ΤΕΕ Ελληνικού ενεργώντας μόνη της και για δικό της λογαριασμό, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας η εναγομένη προέβη στις ανωτέρω ενέργειες ως προστηθείσα και για λογαριασμό του Ελληνικού δημοσίου (ΥΠΕΠΘ) και του Δήμου Ελληνικού, σύμφωνα με τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 3 του π.δ. 414/1998 και 1 του ν. 3027/2002 για τους σκοπούς της ΟΣΚ Α.Ε. Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού και χωρίς την ειρημένη παραδοχή του Εφετείου και υπό την υποστηριζόμενη από την αναιρεσείουσα εκδοχή ότι η ΟΣΚ ΑΕ ενήργησε εν προκειμένω ως προστηθείσα και για λογαριασμό του Ελληνικού δημοσίου και του Δήμου Ελληνικού, η ευθύνη της τελευταίας παραμένει ακεραία (εις ολόκληρον με εκείνην του Ελληνικού δημοσίου κ.λ.π. όπως άλλωστε ζητούσε η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της), σύμφωνα επίσης με την προηγηθείσα νομική σκέψη, και δεν ανατρέπεται το διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης ΟΣΚ Α.Ε. ότι η τελευταία δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην έγερση της αγωγής, τον οποίο ισχυρισμό και απέρριψε το Εφετείο, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τρίτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς της. Τέλος, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "η ενάγουσα, αφού για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 2004 διαπίστωσε ότι κατασκευάστηκε κτίριο στο ακίνητό της, κοινοποίησε εξώδικη διαμαρτυρία", γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας δεν αποδείχθηκε, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, προεχόντως επειδή δεν συνδέεται με κάποιαν δυσμενή για την αναιρεσείουσα έννομη συνέπεια που δέχθηκε το Εφετείο, ώστε να δικαιολογείται και έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την προβολή του. IV. Κατά τα άρθρα 90, 91, 93 του ν.2362/1995, αντίστοιχα, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης, ενώ, τέλος, η ίδια παραγραφή διακόπτεται μόνο με τους αναφερόμενους στο άρθρο 93 τρόπους.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται ότι η αδυναμία για την αυτούσια απόδοση του επίδικου ακινήτου στην αναιρεσίβλητη συντελέστηκε με την ολοκλήρωση των εργασιών κατασκευής του κτιριακού συγκροτήματος (σχολείο) της αναιρεσείουσας και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (κατασκευή πεζοδρομίων), που έλαβαν χώραν την 1-8-2004 και 14-10-2004, αντίστοιχα. Σύμφωνα επομένως με τις παραδοχές αυτές, η αξίωση της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση κατά τις ειρημένες διατάξεις των άρθρων 1099, 297, 298, 914 επ. του ΑΚ και 91 του ν.2362/95 γεννήθηκε μέσα στο έτος 2004 και ήταν έκτοτε δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, κατά συνέπειαν δε η παραγραφή της απαίτησης αυτής άρχισε από το τέλος του (οικονομικού) έτους 2004 και δεν είχε συμπληρωθεί κατά την επίδοση της αγωγής στην αναιρεσείουσα, που έγινε την 12-2-2008. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, αν και με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την επίδοση στην αναιρεσείουσα, την 4-10-2004, εξώδικης διαμαρτυρίας για τις εκτελούμενες στο ακίνητο της αναιρεσίβλητης εργασίες ανοικοδομήσεως του κτηριακού συγκροτήματος του ΤΕΕ Ελληνικού, η οποία (αιτιολογία) υπόκειται σε ανάκληση κατ' άρθρον 578 του ΚΠολΔ, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 90, 91, 93 του ν.2362/95, που εφαρμόζονται και στον ΟΣΚ Α.Ε. (άρθρ. 34 παρ. 2 π.δ. 414/1998, 14 ν.627/1968), του οποίου, όπως ήδη έχει αναφερθεί, καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα εταιρεία (άρθρο 132 ν.4199/13), και τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. V. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 1097 και 1099 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση την οποία οφείλει στον κύριο ο νομέας του πράγματος που απέκτησε τη νομή με παράνομη πράξη και του οποίου (πράγματος) η αυτούσια απόδοση είναι αδύνατη από υπαιτιότητα του νομέα περιλαμβάνει κατ' αρχήν την πραγματική αξία του καταληφθέντος πράγματος κατά τον χρόνον της εκδόσεως της αποφάσεως, και ως τέτοιος χρόνος νοείται κατά τους δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο εφαρμόζει εσφαλμένα τον κανόνα δικαίου, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την πραγματική (ψευδής ερμηνεία).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την ένδικη αιτία το ποσό των 6.624.307 ευρώ, λαμβάνοντας υπ' όψη ως κρίσιμο χρόνο του υπολογισμού της ζημίας και της εντεύθεν οφειλόμενης αποζημίωσης που επιδίκασε τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης (Φεβρουάριος 2008), όπως ρητώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, όχι δε εκείνον της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (27-1-2009), που είναι ο χρόνος υπολογισμού της αποζημιώσεως κατά την έννοια των ειρημένων διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 1097 και 1099 του ΑΚ. Επομένως το Εφετείο παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις, όπως βάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον τρίτο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενη και σημαντική μείωση της αξίας των ακινήτων από την μεσολαβήσασα οικονομική κρίση. Και πρέπει, κατά παραδοχήν του βάσιμου αυτού λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως και στη δικαστική δαπάνη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την επιδικασθείσα στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση, να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 εδ. β' του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5867/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή