Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 406 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Χρήση πλαστού εγγράφου οικοδομικής αδείας. Νόθευση του ορόφου από Δ΄ σε 5ο ενώπιον του Πταισματοδικείου Γιαννιτσών, κατά την απολογία του για αδίκημα αυθαίρετου κτίσματος. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής νόμου. 2. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω ανεπαρκούς προσδιορισμού της ταυτότητας ορισμένων από τα αναγνωσθέντα έγγραφα. 3. Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, μόνον αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ εδ. Β΄ του ΚΠΔ.




ΑΡΙΘΜΟΣ 406/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη, περί αναιρέσεως της 39-40/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 455/2009.

Αφού άκουσε
Τον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιάς του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση αυτού και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Επίσης, από το συνδυασμό των αυτών διατάξεων προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν δηλαδή ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος, υποκειμενικώς δε δόλος, που συνίσταται στη ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει κατά τον αυτόν τρόπο, όπως και ο πλαστογράφος. Η χρήση δε του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές έγκλημα όχι μόνον όταν γίνεται από τρίτο, αλλά και από αυτόν τον ίδιο τον πλαστογράφο, αλλά μόνον όταν αυτός για οποιαδήποτε λόγο δεν μπορεί να τιμωρηθεί για την πλαστογραφία. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Το δικαστήριο, οφείλει να απαντήσει και περαιτέρω να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως και ειδικώς την παραδοχή ή την απόρριψη ενός ισχυρισμού, μόνον όταν αυτός συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, όχι δε και όταν ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, διότι η αιτιολογία ως προς τους τελευταίους εμπεριέχεται από τα πράγματα στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή.
Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εκ των οποίων η μεν πρώτη υπάρχει όταν αποδίδεται στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι από το πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της πλειοψηφίας των μελών του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής:
"Κατόπιν της από 24/8/1988 αιτήσεως του κατηγορουμένου εκδόθηκε επ' ονόματι αυτού η με αριθμό ... άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου ...της Νομαρχίας Πέλλας, αφορώσης την υπ' αυτού κατασκευή - προσθήκη τετάρτου μετά το ισόγειο ορόφου, επί υφισταμένης τριώροφης μετά ισογείου οικοδομής που είχε αναγερθεί επί οικοπέδου και οικοδομήματος ανήκοντος στον πατέρα αυτού, κειμένου στην πόλη των ...και στην οδό ..., Με την έκδοση της ως άνω άδειας εξαντλήθηκε το ποσοστό δόμησης του παραπάνω ακινήτου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια κατασκευής πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου στην ως άνω πολυκατοικία. Μετά την έκδοση της ως άνω άδειας ο κατηγορούμενος κατασκεύασε τον τέταρτο μετά το ισόγειο όροφο της ως άνω οικοδομής βάσει της προαναφερθείσης άδειας οικοδομής, τουτέστιν νομίμως, πλην όμως παρανόμως και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής ενεργώντας κατασκεύασε και πέμπτο μετά το ισόγειο όροφο αυτής και ειδικότερα κτίσμα εμβαδού 94 τ.μ. και ημιυπαίθριου χώρου εμβαδού 24 τ.μ. δια της κατασκευής υπερυψωμένης στέγης (τοιχοποιία από οπτόπλινθους και ξύλινη κεραμοσκεπή). Ο εν λόγω πέμπτος όροφος είχε ήδη κατασκευαστεί μέχρι το τέλος του έτους 1992. Προκειμένου ο κατηγορούμενος να επιτύχει την παρά της ΔΕΗ ηλεκτροδότηση του ως άνω παρανόμως ανεγερθέντες πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου προσκόμισε στην ως άνω επιχείρηση ένα εκ των χορηγηθέντων σε αυτόν πρωτοτύπων της ως άνω γνήσιας άδειας οικοδομής έχοντας όμως νοθεύσει ο ίδιος το περιεχόμενο αυτής δια της μετατροπής του Δ' ορόφου που αφορούσε αυτή σε 5ου τοιούτου, ούτως ώστε να παραπλανήσει τους υπαλλήλους της ΔΕΗ περί της νομιμότητας της ανέγερσης του πέμπτου ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας και παρασχεθεί σε αυτόν άδεια ηλεκτροδότησης του εν λόγω πέμπτου ορόφου, πράγμα το οποίο αυτός και επέτυχε ήδη από της 5/4/1993. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός δεν νόθευσε το πρωτότυπο της περιελθούσης εις χείρας του οικοδομικής άδειας αλλά ότι αυτή, από αμέλεια του συντάξαντος αυτήν υπαλλήλου, συντάχθηκε εξ υπαρχής ως αφορώσα την ανέγερση 5ου ορόφου, μαζί με το ισόγειο, της εν λόγω οικοδομής, δεν γίνεται πιστευτός καθόσον είναι εμφανής η δια γυμνού οφθαλμού αλλοίωση του κειμένου της κρίσιμης εν λόγω άδειας (που προσκομίστηκε στην ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση όχι του πέμπτου μαζί με το ισόγειο ορόφου αλλά του πέμπτου μετά το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής, τουτέστιν του παρανόμως ανεγερθέντος 6ου μαζί με το ισόγειο ορόφου αυτής) από Δ' ορόφου σε 5ου ορόφου, προς δε ως εκ του ότι ο κατηγορούμενος ανήγειρε βάσει της εν λόγω άδειας όχι μόνον ένα όροφο που προβλεπόταν σε αυτήν (ονομαζόμενου είτε Δ' ορόφου μετά το ισόγειο είτε 5ου ορόφου μετά το ισόγειο), αλλά δυο τοιούτους και δη Δ' ορόφου μετά το ισόγειο, νομίμως και 5ου ορόφου μετά το ισόγειο, παρανόμως. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατηγορηθείς για την υπ' αυτού ανέγερση χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής του πέμπτου μετά το ισόγειο (ή έκτου μαζί με το ισόγειο) ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας κατά την διάρκεια της απολογίας του κατά την 6/9/2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Γιαννιτσών, εν γνώσει του προσκόμισε και έκανε χρήση και πάλι της πλαστής ως άνω άδειας οικοδομής (που είχε προσκομίσει και στην ΔΕΗ), προκειμένου να αποσείσει την κατ' αυτού κατηγορία, διϊσχυριζόμενος ότι αυτή αφορούσε την ανέγερση 5ου μετά το ισόγειο ορόφου στην ως άνω οικοδομή και όχι 4ου μετά το ισόγειο ορόφου αυτής και ότι εντεύθεν νομίμως είχε ανεγερθεί ο επίδικος πέμπτος μετά το ισόγειο, ή έκτος μαζί με το ισόγειο όροφος αυτής και ειδικότερα ότι νομίμως είχε ηλεκτροδοτηθεί ο όροφος αυτός από την ΔΕΗ. Η εκ μέρους του κατηγορουμένου γενομένη κατά τα άνω χρήση της πλαστής παραπάνω άδειας έγινε προς τον σκοπό να παραπλανήσει αυτός την αρμόδια δικαστική αρχή περί γεγονότος που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και δη να πείσει αυτήν περί της νομιμότητας της κατασκευής του 5ου μετά το ισόγειο ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας".
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιλογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βαθμό πλημμελήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. 1 γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ. 2,1 του ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σε σχέση με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) αιτιολογείται επαρκώς, ο δόλος του κατηγορουμένου δικηγόρου και δη ότι τελούσε σε πλήρη γνώση της πλαστότητας της εκδοθείσας στο όνομά του ... οικοδομικής αδείας, όταν, κατά την απολογία του για το αδίκημα της ανεγέρσεως αυθαιρέτου κτίσματος σε πέμπτο υπέρ το ισόγειο όροφο, την προσκόμισε στον Πταισματοδίκη Γιαννιτσών, σε φωτοαντίγραφο, που αφορούσε όμως την προσθήκη τετάρτου και όχι πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, που ανέγραφε μετά τη νόθευση, σε προϋπάρχουσα οικοδομή του, ενώ την πλαστογραφία αυτή είχε διαπράξει ο ίδιος, άρα σαφώς γνώριζε όταν την προσκόμισε στις δικαστικές αρχές ότι ήταν νοθευμένη και ότι προέβη σε χρήση της, με σκοπό να πετύχει την απαλλαγή του από την αποδιδόμενη σε αυτόν ως άνω κατηγορία για αυθαίρετο κτίσμα, β) δεν υπάρχει ασάφεια ή αβεβαιότητα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκτίμησε και συνέκρινε όλα τα αναγνωσθέντα αντίγραφα, πρωτότυπα και σε φωτοαντίγραφο, της υπ'αριθ. .... άδειας οικοδομής, που προσκομίσθηκαν και αναγνώσθηκαν και με επαρκή και πλήρη αιτιολογία αποφάνθηκε, ότι έχει γίνει νόθευση της εν λόγω αδείας οικοδομής του κατηγορουμένου από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ιδιοκτήτη της οικοδομής και ότι η νόθευση της αδείας αυτής έγινε μετά την έκδοσή της, για να πετύχει, όπως και έγινε, παράνομη ηλεκτροδότηση του αυθαιρέτου ορόφου από τη ΔΕΗ, προσκομίσας σε αυτή το 1993 το αναγνωσθέν ομοίως, από τότε νοθευμένο, φωτοαντίγραφο της ίδιας αδείας υπ'αριθ.... ότι η χρήση φωτοαντιγράφου της νοθευμένης αδείας έγινε για να φαίνεται νόμιμη η αυθαίρετη προσθήκη πέμπτου υπέρ το ισόγειο (6ου) ορόφου που είχε ανεγείρει προ του 1992, γ) ο παραπάνω υποβληθείς από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι δεν νόθευσε αυτός την άδεια οικοδομής, αλλά κάποιος υπάλληλος της Πολεοδομίας Γιαννιτσών από την αρχή της εκδόσεως, σε διόρθωση κάποιου λάθους της υπηρεσίας αυτής και ότι αυτός την παρέλαβε διορθωμένη ως προς τον όροφο, από "Δ" σε "5 ου", συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και το δικαστήριο, απέρριψε αυτόν με την παραπάνω αιτιολογημένη και ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή ότι δράστης της εν λόγω νοθεύσεως της αδείας οικοδομής είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος και όχι κάποιος υπάλληλος της Πολεοδομίας, ενώ η ύπαρξη δύο πρωτοτύπων αδείας διορθωμένων δεν αναιρεί τη νόθευση αυτής από τον κατηγορούμενο, αφού η οικοδομική άδεια εκδίδεται από την Πολεοδομία σε πλείονα πρωτότυπα - αντίγραφα, για διαφορετικές χρήσεις αυτής. Ένα δε από τα επισκοπούμενα πέντε αναγνωσθέντα αντίγραφα της ίδιας ... άδειας, σε ακριβές φωτοαντίγραφο, φέρει επίσημη σφραγίδα επικυρώσεως του Γραφείου Πολεοδομίας Γιαννιτσών, που την εξέδωκε, με ημερομηνία επικυρώσεως 22-5-03 και αναγράφει "προσθήκη σε ύψος Δ ορόφου", ήτοι αναγράφει τον ορθό όροφο Δ, για τον οποίο και εκδόθηκε από την αρχή, πριν νοθευθεί από Δ σε 5ου ορόφου. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες, υπό την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρώτος, τρίτος και τέταρτος, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β, Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη ακροάσεως, από τη μη απάντηση στον παραπάνω αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων που φέρονται (στα πρακτικά, σελ. 6,7) ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, που προσδιορίζονται με την αναφορά, "..2) Επικυρωμένο αντίγραφο της υπ'αριθ. ...άδειας οικοδομής, 4) Φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ. ... άδειας οικοδομής προσκομισθέν από τον κατηγορούμενο, 5) Η υπ'αριθ. ... άδεια οικοδομής προσκομισθείσα από τον κατηγορούμενο, 10) φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ. ... άδειας οικοδομής προσκομισθέν από τον κατηγορούμενο και 15) Το υπ'αριθ. πρωτ. 108/19-4-2005 έγγραφο του Πταισματοδίκη Γιαννιτσών προς τη ΔΕΗ Γιαννιτσών, με τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα". Υπό τα αναφερόμενα ως άνω στοιχεία, τα παραπάνω έγγραφα, που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, εκ των οποίων τα τέσσερα πρώτα αφορούν την ίδια νοθευμένη οικοδομική άδεια ..., προσκομισθέντα τα τρία από αυτά από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, προσδιορίζονται επαρκώς, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για την δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Άλλωστε η κατά τον παραπάνω τρόπο καταχώριση στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει και του ότι με την ανάγνωση του κειμένου αυτών στους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν αυτά γνωστά κατά το περιεχόμενό τους και τα στοιχεία τους στον παριστάμενο αναιρεσείοντα δικηγόρο και τους δύο συνηγόρους του, οπότε αυτοί είχαν την πλήρη δυνατότητα να ελέγξουν τα έγγραφα αυτά και να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον άνω τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η μη ανάγνωση στο ακροατήριο των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας, αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί σχετικά με την αίτηση που υποβλήθηκε για το σκοπό αυτό, οπότε δημιουργείται ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 170 παρ.2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ. Στην έννοια δε του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές και ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, καθώς και η προανακριτική και ανακριτική απολογία του κατηγορούμενου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων δεν αναφέρονται η προανακριτική μαρτυρική κατάθεση και η ανακριτική απολογία του κατηγορουμένου και έτσι δεν προκύπτει με βεβαιότητα η ανάγνωσή τους". Από την επισκόπηση, όμως, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υπέβαλαν αίτημα να αναγνωσθούν τα συγκεκριμένα ως άνω έγγραφα, τα οποία και δε συμπεριλαμβάνονται σε αυτά που αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στηρίζεται, όχι στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, που σημειώνει στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων, αλλά στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' εδ. β' του ΚΠοινΔ, για ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 8/16-3-2009 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της 39, 40/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ