Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1906 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1906/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1859/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 584/23.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγω, στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την από 6-11-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομά του και για λογαριασμό του από το δικηγόρο Αθηνών Χαράλαμπο Κολοβό, δυνάμει της από 5-11-2008 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 1417/30-1-2003 έφεσή του κατά της αριθμ. 35061/16-3-1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ'εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της οριζομένης για την άσκησή του προθεσμίας. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που η απόφαση απαγγελθεί χωρίς να είναι παρών ο κατηγορούμενος η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στον κατηγορούμενο εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 113/2004 - σε Συμβούλιο - ΠΧ, ΝΔ, 981). Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεώς του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται (Α.Π. 429/2005 Ποιν.Δικ. 2005, σελ. 922 κ.α.).
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη με αριθμό 50104/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικό βιβλίο την 22-9-2003 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως στις 20-4-2005 και στον αντίκλητό του δικηγόρο στις 11-6-2005 (βλ. τα από 20-4-2005 και 11-6-2005, αντίστοιχα, αποδεικτικά του αστυφύλακα του ΑΤ ... και του αστυφύλακα του ΑΤ ..., αντίστοιχα). 'Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως, κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της ως άνω επίδοσης στον αντίκλητο (άρθρο 155 παρ. 2 ΚΠΔ) δηλαδή στις 12-6-2005, έληξε στις 21-6-2005, ενώ η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 6-11-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας. Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ'ακολουθία η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθίαν, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σε αυτή ένας τουλάχιστον ορισμένος από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 Κ.Π.Δ.).
Στην κρινόμενη υπόθεση με την ανωτέρω με αριθμό 115/6-11-2008 αίτησή του ζητάει ο αναιρεσείων την αναίρεση της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκθέτοντας κατά λέξη ".....ασκεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 50104/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκα σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για παράβαση Ν. 1882/90 για τους παρακάτω λόγους", πλην όμως στη συνέχεια δεν εκθέτει τους λόγους για τους οποίους ασκεί την αναίρεση. 'Ετσι όμως, εφόσον δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ η υπό κρίση αναίρεση είναι και για το λόγο αυτό απαράδεκτη.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αριθμ. 115/6-11-2008 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο ..., κατά της αριθμ. 50104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Αθήνα 17 Δεκεμβρίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1α, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας συνάγεται ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις και όταν ασκηθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκηση του. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ένδικων μέσων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από διάταξη νόμου είναι δεκαήμερη, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών όταν δημοσιεύτηκε η απόφαση, ενώ, εάν δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η ως άνω προθεσμία είναι και πάλι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, στην περίπτωση, όμως που ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από τότε που επιδόθηκε η απόφαση στον κατηγορούμενο, εφόσον η επίδοση αυτής είναι μεταγενέστερη από την καταχώρηση της στο ως άνω βιβλίο. Συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση κατά του ως άνω ένδικου μέσου, όταν ο αναιρεσείων επικαλείται στη σχετική έκθεση περιστατικά, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν τα ως άνω περιστατικά. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο, ως εκπρόθεσμο και απορριπτέο.
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη 50.104/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η 1417/30.1.2003 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 35061/16.3.1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για μη έγκαιρη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ως άνω ειδικό βιβλίο στις 22 Σεπτεμβρίου 2003 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως στις 20.4.2005 και στον αντίκλητο του δικηγόρο στις 11 Ιουνίου 2005, όπως τούτο προκύπτει από τα από ... και ... αποδεικτικά του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ... και του αστυφύλακα του Αστυνομικού Τμήματος ... αντίστοιχα. Έτσι, η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως που άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 155 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής δικονομίας από την επομένη της ως άνω επιδόσεως στον αντίκλητο, δηλαδή στις 12 Ιουνίου 2005, έληξε στις 21 Ιουνίου 2005, ενώ η άσκηση της αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής έγινε στις 6 Νοεμβρίου 2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης ως άνω προθεσμίας των δέκα ημερών. Στην έκθεση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Κηρύσσει απαράδεκτη την 115/6.11.2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 50.104/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ