Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1736 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήστη κατά συναυτουργία και απόρριψη του μοναδικού λόγου των αιτήσεων και του προσθέτου για έλλειψη αιτιολογίας. Η δεύτερη αίτηση του ιδίου είναι παραδεκτή ως συμπληρωματική της πρώτης. Οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι της πρωτόδικης. Αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.




Αριθμός 1736/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ιωάννη Γιαννακόπουλο, σύμφωνα με τη με αριθμό 104/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου,Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις
του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ψ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Φ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Σεπτεμβρίου 2009 και 9 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις του περί αναιρέσεως, καθώς και στο από 26 Μαρτίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1689/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε ν' απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι επ'αυτών λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες υπ` αριθ. 299/8.9.2009 και 375/9.10.2009 αιτήσεις μετά των από 26.3.2010 προσθέτων αυτών λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 26.3.2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), του αναιρεσείοντος Ψ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 6314/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να ερευνηθούν κατ` ουσίαν. Η δεύτερη αίτηση, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδ. γ ΚΠοινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται.
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία (από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία ανερχόταν στο ποσό των 29.347,02 ευρώ) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών, μετατραπείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδεικνύονται...τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας ενδυμάτων με έδρα την πόλη των Αθηνών. Γνωρίσθηκε το έτος 1973 με το μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα, υπάλληλο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, και έκτοτε συνδέθηκαν με φιλική σχέση. Με βάση δε τη μακροχρόνια αυτή φιλική σχέση και τη μεγάλη εμπιστοσύνη, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ζήτησε από αυτόν να εγγυηθεί σε σύμβαση δανείου, την οποία προτίθετο να συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα E. F. G. Eurobank Ergasias Α.Ε. ", που έχει την έδρα της στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, προκειμένου... Ο μηνυτής δέχθηκε και, έτσι, επακολούθησε η σύναψη της υπ' αριθ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, στην οποία αυτός (μηνυτής) εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας, συμφερόντων του κατηγορουμένου, με την επωνυμία "Εταιρεία Εμπορίας Κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων - ενδυμάτων τουριστικών ειδών Ιολκός ανώνυμη εταιρεία" και με το διακριτικό τίτλο "Ιολκός Α.Ε.", που είχε την έδρα της στην ... και εκπροσωπούνταν νόμιμα και μάλιστα μέχρι του ποσού των 15.000.000 δρχ. ή του ισόποσου των 44.020,54 ευρώ. Μετά δε τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, ο κατηγορούμενος εξήγησε στο μηνυτή φίλο του, ότι μετά παρέλευση έξι μηνών θα τον αντικαθιστούσε από εγγυητή. Πράγματι, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου και συγκεκριμένα κατά μήνα Απρίλιο 2002 ο μηνυτής συζήτησε και πάλι την υπόθεση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε, ότι είχε λήξει πλέον γι' αυτόν το ζήτημα, δηλαδή, ότι είχε εκπέσει πλέον από τη θέση του εγγυητή. Ενόψει δε τούτου, μετέβησαν από κοινού στην ανωτέρω Τράπεζα, όπου ο μηνυτής διαπίστωσε, ότι είχε σταλεί επιστολή, με την οποία είχε ζητηθεί η αντικατάστασή του από τη θέση του εγγυητή και, έτσι, εφησύχασε. Όμως, στις 20.4.2005 κοινοποιήθηκε σ' αυτόν από την προαναφερόμενη Τράπεζα καταγγελία της υπ' αριθ. 32014394/19.2.2001 συμβάσεως πιστώσεως, η οποία παρουσίαζε κατάλοιπο και οφειλόμενο χρηματικό ποσό αυτό των 29.347,02 ευρώ. Αμέσως ο μηνυτής αναστατώθηκε και ενεργοποιήθηκε και από την έρευνα, την οποία έκανε, διαπίστωσε, ότι η υπογραφή, η οποία είχε τεθεί και υπήρχε στη γενομένη μεταγενέστερη αυξητική σύμβαση, δεν ήταν δική του, αλλά κακή απομίμησή της. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι στην εν λόγω αυξητική σύμβαση αναγραφόταν ως στοιχείο του ο παλαιός αριθμός του δελτίου τής αστυνομικής του ταυτότητας ..., που είχε εκδοθεί από το Α.Τ. ...), ενώ την ταυτότητά του αυτή την είχε απωλέσει, γεγονός, που είχε δηλώσει στην Αστυνομία, και ήδη κατείχε το υπ' αριθ. ... δελτίο, το οποίο είχε εκδοθεί νομίμως από το Α.Τ. .... Ανέθεσε μάλιστα τον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Γ να ερευνήσει την υπόθεση γραφολογικώς και ο οποίος στην από 11.7.2005 συνταχθείσα έκθεσή του, αφού προβαίνει σε μία τεκμηριωμένη επιστημονική ανάλυση με την παράθεση όλων εκείνων των αναγκαίων στοιχείων, που προέρχονταν και από υπηρεσιακά έγγραφα του Ο.Τ.Ε., καταλήγει, ότι μεταξύ των δύο υπογραφών, δηλαδή, αυτής, που είχε τεθεί στην αρχική σύμβαση και τής δεύτερης, που είχε τεθεί στην αυξητική σύμβαση, υπάρχει μεγάλη διαφορά και καμία ομοιότητα. Οι αιτιολογίες δε της εκθέσεως αυτής, σαφείς, λεπτομερείς και τεκμηριωμένες, πείθουν το Δικαστήριο για τη βασιμότητά τους και πρέπει να επισημανθεί, ότι από την αντιπαραβολή τους προκύπτει πράγματι μεγάλη διαφορά, η οποία δεν δικαιολογείται, εφόσον θα έπρεπε να προέρχεται από το ίδιο πρόσωπο· και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι ο μηνυτής αναγνωρίζει και αποδέχεται πλήρως την πρώτη με όλες τις συνέπειες, που έχει ως εγγυητής, αρνείται, όμως, κατηγορηματικά τη δεύτερη. Διαπίστωσε, επίσης, ότι από το έτος 2000 έως 2002 φερόταν και ως μέτοχος της προαναφερόμενης εταιρείας "Ιολκός Α.Ε." με 2.000 μετοχές στο ενεργητικό του. Το γεγονός δε αυτό χρησιμοποιήθηκε σε βάρος του ως αποδεικτικό στοιχείο από την παραπάνω Τράπεζα, προκειμένου να εδραιωθεί η πεποίθηση της γνησιότητας της υπογραφής του αφού, όπως κατατίθεται από τη μάρτυρα κατηγορίας Μ, στα χαρτιά ο μηνυτής φερόταν ως μέτοχος της εταιρείας... Με τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά καθίσταται σαφές, ότι η υπογραφή του μηνυτή έχει πλαστογραφηθεί και έχει τεθεί κατά κακή απομίμηση της υπογραφής του μηνυτή. ’μεσα δε ενδιαφερόμενος για την πράξη αυτή καθίσταται σαφές, ότι είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την πλαστογράφηση της πρόσθετης αυτής συμβάσεως και με τη χρήση του εγγράφου αυτού αποσκοπούσε στο να παραπλανηθεί επισήμως η δανείστρια Τράπεζα, ότι, δηλαδή, πρόκειται για γνήσιο έγγραφο και συγκεκριμένα για γεγονός, το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, με απώτερο στόχο την επιδίωξη να περιποιήσει στον εαυτό του και στην ως άνω πιστούχο εταιρεία, της οποίας ήταν μέτοχος και οικονομικός σύμβουλος, αθέμιτο όφελος, με αντίστοιχη βλάβη του φερόμενου ως εγγυητή μηνυτή. Η πλαστογράφηση δε αυτή έγινε από κοινού με άλλο πρόσωπο, το οποίο παραμένει άγνωστο...Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι σε βάρος του μηνυτή εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της παραπάνω Τράπεζας η υπ' αριθ. 4907/2005 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τον είχε υποχρεώσει στην καταβολή ολόκληρου του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού με την ιδιότητα του εγγυητή στις δύο συμβάσεις (αρχικής και αυξητικής). Κατ' αυτής ασκήθηκε από αυτόν η από 31-5-2005 ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1999/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία...τη δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής...". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, από κοινού με άλλο, άγνωστο, πρόσωπο, κατάρτισε πλαστό έγγραφο (έθεσε, κατ` απομίμηση, την υπογραφή του μηνυτή Φ στη θέση του εγγυητή στην ως άνω αυξητική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό) με σκοπό, με τη χρήση της συμβάσεως, να παραπλανήσει άλλους (τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας E.F.G.Eurobank Ergasias Α.Ε.) για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, την ως άνω σύμβαση υπέγραφε ως εγγυητής υπέρ της πιστούχου εταιρίας "ΙΟΛΚΟΣ ΑΕ" ο Φ, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως που είχε συνομολογηθεί μεταξύ της τράπεζας και της πιστούχου τόσο με την αρχική, όσο και με την αυξητική σύμβαση) και ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του, αλλά και στην πιστούχο εταιρία, παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 29.347,02 ευρώ, όση, δηλαδή, η διαφορά μεταξύ του χρεωστικού υπολοίπου των 73.367,50 ευρώ και του ποσού για το οποίο πράγματι είχε εγγυηθεί ο μηνυτής, με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου, στη συνέχεια δε έκανε χρήση της πλαστής συμβάσεως, καταθέτοντάς την στους αρμοδίους υπαλλήλους της δανείστριας Τράπεζας. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος των αιτήσεων και ο μοναδικός πρόσθετος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον σκοπό του αναιρεσείοντος να προσπορίσει περιουσιακό όφελος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (δηλώσεως μηνυτή ότι είχε απωλέσει την αστυνομική του ταυτότητα, μαρτυρικών καταθέσεων της υπαλλήλου και της διευθύντριας της Τράπεζας, πορίσματος της από 11.7.2005 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Γ) είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η αιτίαση ότι από το αναγραφόμενο στην τελευταία παράγραφο του σκεπτικού, στη σελ. 21 των πρακτικών, ότι "επίσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε την πλαστή σύμβαση θέτοντας την υπογραφή του μηνυτή κατ` απομίμηση της γνήσιας, αφού αυτός συναλλασσόταν με την δανείστρια τράπεζα για λογαριασμό της πιστούχου εταιρείας και τον γνώριζαν όλοι οι υπάλληλοι της τραπέζης Eurobank στο υποκατάστημα ......" δεν συνάγεται νόημα είναι απαράδεκτη, γιατί η φράση αυτή, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών, περιλαμβάνεται στα πρακτικά της πρωτόδικης υπ` αριθ. 64858/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και όχι της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δε λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως, που προσβάλλεται με την αίτηση, και όχι της πρωτόδικης. Τέλος, η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως αναφέρεται ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου και ότι με την πρόταση αυτή συντάχθηκε η πολιτική αγωγή, ενώ από τα χειρόγραφα πρακτικά, που τηρήθηκαν κατά τη διαδικασία, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας πρότεινε την απαλλαγή του κατηγορουμένου και η πολιτική αγωγή υποστήριξε ότι η πλαστογραφία δεν έγινε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά από τρίτο πρόσωπο γνωστό σε αυτόν, είναι απαράδεκτη γιατί, ανεξαρτήτως του ότι τα σφάλματα αυτά οφείλονται σε φανερή παραδρομή του συντάξαντος τα επίσημα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνδέεται με κανένα λόγο αναιρέσεως και μάλιστα με αυτόν της ελλείψεως αιτιολογίας, η οποία, βεβαίως, δεν ενέχει καμιά αντίφαση αν το Δικαστήριο της ουσίας, με τις παραδοχές του, δεν συμφωνεί με την εισαγγελική πρόταση ή με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά των προσθέτων αυτών λόγων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις υπ` αριθ. 299/8.9.2009 και 375/9.10.2009 αιτήσεις μετά των από 26.3.2010 προσθέτων αυτών λόγων του Ψ, για αναίρεση της υπ` αριθ. 6314/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή