Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 274 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 274/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 786/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1098/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, με αριθμό 418/29.8.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 6-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ασημάκη Ασημακοπούλου, κατά του υπ'αριθμ. 786/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, κατά του υπ'αριθμ. 756/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), διά να δικασθή α) δι'απάτη εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και β) δι'αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, επαναδιετυπώθη η κατηγορία, διά την αξιόποινη πράξη της απάτης, χαρακτηρισθείσης ως τελεσθείσης κατ'επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, και επεκυρώθη κατά τα λοιπά το ανωτέρω πρωτόδικο βούλευμα. Προβάλλει δε ο αναιρεσείων, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ'εκτίμηση δε και την απόλυτη ακυρότητα και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 484 § 1 στοιχ. α', δ' , στ' Κ.Π.Δ.).
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 386 § 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.00.000 δραχμών). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Κατά την έννοια δε της τελευταίας διατάξεως, όταν δεν συντρέχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ'επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι ο δράστης έχει διαμορφώσει υποδομή που προδίδει πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, με σκοπό πορισμού εισοδήματος (βλ. ΑΠ 384/2007). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή απαιτείται και διά τις επιβαρυντικές περιστάσεις που δέχεται το δικαστικό συμβούλιο ότι συντρέχουν και, επομένως, διά την απάτη κατ'επάγγελμα πρέπει να παρατίθενται και πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατ'επάγγελμα τέλεσή της (βλ. ΑΠ 85/2002). Περαιτέρω, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 27,43,309,317 και 318 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. α' ή στ' Κ.Π.Δ., η παραδοχή, το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών, επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως, ακόμη καιόταν εισάγεται σ'αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί, κατά το άρθρ.318 Κ.Π.Δ., το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, δύναται να διατάξη όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από την διάταξη του άρθρου 470 § 1 Κ.Π.Δ., που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, αφού η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στην άσκηση ενδίκου μέσου μόνο κατά καταδικαστικών αποφάσεων, όχι δε και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων (ΑΠ 272/2002, ΑΠ 1297/1995). Τέλος, κατά τα άρθρα 111 § § 1 και 3 και 112 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ετελέσθη το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, εν συνδυασμώ προς εκείνες των άρθρ. 310 § 1, 370 β, και 484 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και από τον 'Αρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος, αν διαπιστώση την συμπλήρωσή της, οφείλει ν'αναιρέση το βούλευμα και να παύση οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του ν.3160/2003, δεν παραπέμπει, προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων, στο άρθρο 511 Κ.Π.Δ., όπως τούτο αντικατεστάθη δι'άρθρ. 50 § 5 του ν.3160/2003 (βλ. ΑΠ 132/2007, ΑΠ 1926/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ είναι δικηγόρος Αθηνών και διατηρεί γραφείο επί της οδού ..... . Πραγματοποιούσε δε συναλλαγές στο επί της οδού ..... κατάστημα της εγκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και των υπαλλήλων του καταστήματος. Περί τα μέσα Μαΐου του 2003, ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του, από τον Α, την υπ αριθμ ..... επιταγή, ποσού 84.519,77 δολαρίων Η.Π.Α., έκδοσης της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", η οποία είχε εκδοθεί σε διαταγή της επίσης αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", με ημερομηνία έκδοσης 12-5-2003, χωρίς αυτή να φέρει την σφραγίδα και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της δικαιούχου εταιρίας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ώστε να δικαιολογείται η νόμιμη κατοχή της επιταγής από τον Α, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επιταγή έχει εκφύγει με μη νόμιμο τρόπο από τον εκδότη της και, πιθανότατα με κλοπή, δεδομένου ότι ο Β, εκπρόσωπος της δικαιούχου εταιρίας, στην από 20-8-2003 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, αναφέρει ότι ουδέποτε οπισθογράφησε την εν λόγω επιταγή ούτε εξουσιοδότησε άλλο πρόσωπο να την οπισθογραφήσει. Ο κατηγορούμενος, έχοντας αντιληφθεί ότι η επιταγή ήταν προϊόν αξιόποινης πράξης καθώς στην θέση του πρώτου οπισθογράφου, δεν έφερε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", και την σφραγίδα της, κατέστρωσε και έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο για να επιτύχει την πληρωμή της από την εγκαλούσα τράπεζα. Για το λόγο αυτό, την 29-5-2003, συνέστησε κατά το δίκαιο της Αγγλίας εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... Limited", έδρα την ..... και την ....., μετοχικό κεφάλαιο 1000 λίρες Αγγλίας, αντικείμενο δε εργασιών ορίστηκε η διεξαγωγή εργασιών ως γενική εμπορική εταιρία, η διεξαγωγή οποιωνδήποτε εμπορικών και επιχειρηματικών εργασιών και η επιδίωξη οποιωνδήποτε άλλων σκοπών οι οποίοι είναι όμοιοι ή προσιδιάζουν προς την εκτέλεση οποιωνδήποτε εμπορικών ή επιχειρηματικών εργασιών από αυτήν και η ανάληψη οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα στο καταστατικό αντικείμενα. Διευθυντής και πληρεξούσιος αυτής της εταιρίας, ορίστηκε ο κατηγορούμενος, στον οποίο εκχωρήθηκαν οι αρμοδιότητες μεταξύ άλλων και να ανοίγει λογαριασμό ή λογαριασμούς, κάθε είδους, σε κάθε τράπεζα, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και να διεκπεραιώνει κάθε είδους εργασία με την τράπεζα που θεωρεί αναγκαία για το συμφέρον της εταιρίας, να υπογράφει όλες τις επιταγές ή συναλλαγματικές και κάθε άλλο έγγραφο. Με βάση αυτό το πληρεξούσιο, ο κατηγορούμενος την 9-6-2003, μετέβη στο ως άνω κατάστημα της εγκαλούσας εταιρίας και άνοιξε τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό καταθέσεων επ' ονόματι της νεοσυσταθείσας εταιρίας. Ταυτόχρονα εμφάνισε την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ ....., επιταγή την οποία οπισθογράφησε ο ίδιος και έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας που εκπροσωπούσε και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι δήθεν η δικαιούχος της επιταγής αμερικανική εταιρία με την επωνυμία "....." είναι η ίδιά με την "..... Limited". Μάλιστα στις εύλογες απορίες των υπαλλήλων που επελήφθησαν, ότι δεν είναι ταυτόσημες οι επωνυμίες ο ίδιος τους διαβεβαίωσε για την ταυτότητα της εταιρίας. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου πείσθηκαν οι υπάλληλοι της εγκαλούσας τράπεζας και προέβησαν στην πληρωμή της επιταγής, πιστώνοντας το λογαριασμό της νεοσυσταθείσας εταιρίας με το ποσό των 84.519,77 δολλαρίων ΗΠΑ και απέστειλαν την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ....., Illinois ΗΠΑ, μέσω της ανταποκρίτριας τράπεζας στην Νέα Υόρκη, Bank of ..... για να πληρωθεί δια συμψηφισμού.
Μετά την πάροδο 15 ημερών από την κατάθεση της επιταγής, ο κατηγορούμενος, με διαδοχικές αναλήψεις, που πραγματοποίησε εντός εβδομάδας, ανέλαβε το συνολικό ποσό της επιταγής, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Όμως η πληρώτρια τράπεζα ".....", στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός της εκδότριας εταιρίας "..." αρνήθηκε την πληρωμή της επιταγής, λόγω της μη προσήκουσας οπισθογράφησης αυτής, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί, κατά το καταβληθέν ποσό των 67.486,28 ευρώ, η εγκαλούσα τράπεζα.
Το ποσό αυτό δεν είναι μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ, πλην όμως από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης έχοντας διαμορφώσει υποδομή, με τη σύσταση στην ..... εταιρίας με την παραπλανητική επωνυμία "..... Limited", με πρόθεση τέλεσης της πράξης κατ' επανάληψη και με σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτή.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εχαρακτήρισε την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απάτης ως τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, επαναδιετύπωσε την εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία, διά την ως άνω απάτη, ως τελεσθείσα κατ'επάγγελμα, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό, κατά τα λοιπά.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ως άνω απάτης, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του. Η αιτιολογία αυτή εκτείνεται και στην κρίση περί κατ'επάγγελμα τελέσεως της ανωτέρω απάτης. Η δε παραδοχή, το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών, συνδρομής της εν λόγω επιβαρυντικής περιστάσεως της απάτης δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, ούτε εμποδίζεται από την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, ενώ, καθ'ό μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.
Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και δι'αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, τιμωρουμένη κατ'άρθρο. 394 ΠΚ εις βαθμό πλημμελήματος, η οποία φέρεται ως τελεσθείσα στην Αθήνα, περί τα μέσα Μαΐου 2003 και, συνεπώς, έχει ήδη υποκύψει εις παραγραφή, αφού από τον ως άνω χρόνο τελέσεώς της μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα περισσότερο των πέντε ετών, χωρίς, εν τω μεταξύ, να μεσολαβήση κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής.
Κατ'ακολουθία, εφ'όσον στην υπό κρίση αίτηση περιέχεται, ως άνω, παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει, αφ'ενός μεν, να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και να παύση οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη διά την πράξη αυτή, λόγω παραγραφής, αφ'ετέρου δε να απορριφθή, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς -Προτείνω
Να αναιρεθή εν μέρει το υπ'αριθμ. 786/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά την αξιόποινη πράξη της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος.
Να παύση οριστικώς η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Χ ποινική δίωξη, δι'αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, φερομένη ως τελεσθείσα από αυτόν, στην Αθήνα, περί τα μέσα Μαΐου 2003. Και
Να απορριφθή, κατά τα λοιπά, η από 6-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αριθμ. 786/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αθήναι 1 Ιουλίου 2008
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή εισάγεται προς κρίση η υπ' αριθμ.112/6-6-2008 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 786/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο επικύρωσε το υπ' αριθμ. 756/2008 βούλευμα του πρωτοβαθμίου δικαστικού συμβουλίου, ως προς την διάταξή του, με την οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών 1) για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα την 9 Ιουνίου 2003 και 2) για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που φέρεται τελεσθείσα στην Αθήνα περί τα μέσα Μαίου 2003. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση για το λόγο της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ). Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται να κριθεί και βάσιμος, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει για ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 Κ.Π.Δ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003. Στην προκειμένη περίπτωση η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο πράξη της αποδοχής προιόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (άρθρο 394 παρ.1,4 Π.Κ.), που φέρεται ότι τελέσθηκε περί τα μέσα Μαίου 2003, φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος. Το αξιόποινο, συνεπώς, της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, διότι από της τελέσεώς της μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση του παρόντος έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως που ανάγεται σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί, κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τη πράξη αυτή, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ΕΥΡΩ. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ. εδ. α' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται, αντικειμενικώς, επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του εγκλήματος. Τέλος το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και ως προς την κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατά επάγγελμα τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού. . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ είναι δικηγόρος Αθηνών και διατηρεί γραφείο επί της οδού ..... . Πραγματοποιούσε δε συναλλαγές στο επί της ..... κατάστημα της εγκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και των υπαλλήλων του καταστήματος. Περί τα μέσα Μαΐου του 2003, ο κατηγορούμενος έλαβε στην κατοχή του, από τον Α, την υπ αριθμ ..... επιταγή, ποσού 84.519,77 δολαρίων Η.Π.Α., έκδοσης της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", η οποία είχε εκδοθεί σε διαταγή της επίσης αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", με ημερομηνία έκδοσης 12-5-2003, χωρίς αυτή να φέρει την σφραγίδα και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της δικαιούχου εταιρίας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, ώστε να δικαιολογείται η νόμιμη κατοχή της επιταγής από τον Α, γεγονός που υποδηλώνει ότι η επιταγή έχει εκφύγει με μη νόμιμο τρόπο από τον εκδότη της και, πιθανότατα με κλοπή, δεδομένου ότι ο Β, εκπρόσωπος της δικαιούχου εταιρίας, στην από 20-8-2003 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, αναφέρει ότι ουδέποτε οπισθογράφησε την εν λόγω επιταγή ούτε εξουσιοδότησε άλλο πρόσωπο να την οπισθογραφήσει. Ο κατηγορούμενος, έχοντας αντιληφθεί ότι η επιταγή ήταν προϊόν αξιόποινης πράξης καθώς στην θέση του πρώτου οπισθογράφου, δεν έφερε την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ".....", και την σφραγίδα της, κατέστρωσε και έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο για να επιτύχει την πληρωμή της από την εγκαλούσα τράπεζα. Για το λόγο αυτό, την 29-5-2003, συνέστησε κατά το δίκαιο της Αγγλίας εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... Limited", έδρα την ..... και την ....., μετοχικό κεφάλαιο 1000 λίρες Αγγλίας, αντικείμενο δε εργασιών ορίστηκε η διεξαγωγή εργασιών ως γενική εμπορική εταιρία, η διεξαγωγή οποιωνδήποτε εμπορικών και επιχειρηματικών εργασιών και η επιδίωξη οποιωνδήποτε άλλων σκοπών οι οποίοι είναι όμοιοι ή προσιδιάζουν προς την εκτέλεση οποιωνδήποτε εμπορικών ή επιχειρηματικών εργασιών από αυτήν και η ανάληψη οποιουδήποτε από τα αναφερόμενα στο καταστατικό αντικείμενα. Διευθυντής και πληρεξούσιος αυτής της εταιρίας, ορίστηκε ο κατηγορούμενος, στον οποίο εκχωρήθηκαν οι αρμοδιότητες μεταξύ άλλων και να ανοίγει λογαριασμό ή λογαριασμούς, κάθε είδους, σε κάθε τράπεζα, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου και να διεκπεραιώνει κάθε είδους εργασία με την τράπεζα που θεωρεί αναγκαία για το συμφέρον της εταιρίας, να υπογράφει όλες τις επιταγές ή συναλλαγματικές και κάθε άλλο έγγραφο. Με βάση αυτό το πληρεξούσιο, ο κατηγορούμενος την 9-6-2003, μετέβη στο ως άνω κατάστημα της εγκαλούσας εταιρίας και άνοιξε τον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό καταθέσεων επ' ονόματι της νεοσυσταθείσας εταιρίας. Ταυτόχρονα εμφάνισε την προαναφερθείσα, υπ' αριθμ. ....., επιταγή την οποία οπισθογράφησε ο ίδιος και έθεσε τη σφραγίδα της εταιρίας που εκπροσωπούσε και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους ότι δήθεν η δικαιούχος της επιταγής αμερικανική εταιρία με την επωνυμία "....." είναι η ίδια με την "..... Limited". Μάλιστα στις εύλογες απορίες των υπαλλήλων που επελήφθησαν, ότι δεν είναι ταυτόσημες οι επωνυμίες ο ίδιος τους διαβεβαίωσε για την ταυτότητα της εταιρίας. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου πείσθηκαν οι υπάλληλοι της εγκαλούσας τράπεζας και προέβησαν στην πληρωμή της επιταγής, πιστώνοντας το λογαριασμό της νεοσυσταθείσας εταιρίας με το ποσό των 84.519,77 δολλαρίων ΗΠΑ και απέστειλαν την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ....., Illinois ΗΠΑ, μέσω της ανταποκρίτριας τράπεζας στην Νέα Υόρκη, Bank of ..... για να πληρωθεί δια συμψηφισμού.
Μετά την πάροδο 15 ημερών από την κατάθεση της επιταγής, ο κατηγορούμενος, με διαδοχικές αναλήψεις, που πραγματοποίησε εντός εβδομάδας, ανέλαβε το συνολικό ποσό της επιταγής, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως.
Όμως η πληρώτρια τράπεζα ".....", στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός της εκδότριας εταιρίας "....." αρνήθηκε την πληρωμή της επιταγής, λόγω της μη προσήκουσας οπισθογράφησης αυτής, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί, κατά το καταβληθέν ποσό των 67.486,28 ευρώ, η εγκαλούσα τράπεζα. Το ποσό αυτό δεν είναι μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ, πλην όμως από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της απάτης έχοντας διαμορφώσει υποδομή, με τη σύσταση στην ..... εταιρίας με την παραπλανητική επωνυμία "..... Limited", με πρόθεση τέλεσης της πράξης κατ' επανάληψη και με σκοπό πορισμού εισοδήματος από αυτή.
Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εχαρακτήρισε την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της απάτης ως τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, με περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, επαναδιετύπωσε την εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορία, δια την ως άνω απάτη, ως τελεσθείσα κατ'επάγγελμα, απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος και επεκύρωσε αυτό, κατά τα λοιπά. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος και θεμελιώνουν την επιβαρυντική περίσταση της κατά επάγγελμα τελέσεως από τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ' εδ. α' και 386 παρ. 3Π.Κ. καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής απάτης. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθμ. 786/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος για αποδοχή προιόντων εγκλήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτόν στην Αθήνα περί τα μέσα του μηνός Μαίου 2003. Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ.112/6.6.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 786/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή