Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 563 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ισχυρισμός αυτοτελής, Παραγραφή, Πλάνη νομική και πραγματική, Πόθεν έσχες.




Περίληψη:
Βούλευμα που παραπέμπει για μη υποβολή δηλώσεως πόθεν έσχες. Ισχυρισμός περί πραγματικής - νομικής συγγνωστής πλάνης. Δεν αίρει την αμέλεια. Συγγνωστή νομική πλάνη. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας του ισχυρισμού πλάνης. Παραγραφή επί μέρους πράξης. Αυτεπάγγελτη έρευνα παραγραφής, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή. Αναιρεί εν μέρει.





Αριθμός 563/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1559/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 457/19-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με αρ. 5 §1 εδαφ. τελευταίο Ν. 3213/2003, την υπ' αρ. 182/7-9-2007 (ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως Εφετείου Αθηνών) ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως της Χ1, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ασημίνας Σκιντζόγλου-Λάλα κατά του υπ' αρ. 1539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Με το ανωτέρω βούλευμα παρεπέμφθη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών όπως δικασθεί για παράλειψη υποβολής δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως ετών 2002 έως και 2006 (αρ. 1 §1 περ. ιε, 2 § 1α, 4 §3α, β, 5, 9 §5 Ν. 3213/2003 ως η παρ. 5 του αρ. 9 προσ. με αρ. 13 §4β Ν. 3242/04 σε συνδ. με αρ. 24 §1 περ. ιζ, 25 §§1, 2, 3, 27 §3α, β 22 Ν. 2429/1996 όπως η παρ. 2 αρ. 24 αντ. με αρ. 13 §1 Ν. 2836/2000). Κατά του εν λόγω βουλεύματος η κατηγορουμένη άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως την 7-9-2007 ενώπιον του Γραμματέως Εφετείου Αθηνών (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως διότι το βούλευμα επεδόθη στον σύνοικο πατέρα της (αρ. 155 §ιβ Κ.Π.Δ.) την 6-8-2007 και τον Αύγουστο αναστέλλονται οι προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων (αρ. 473 §4 Κ.Π.Δ.). Είναι δε παραδεκτή διότι περιέχει συγκεκριμένους λόγους (αρ. 474 §2 Κ.Π.Δ.) και επιτρέπεται για το εν λόγω πλημμέλημα με ρητή διάταξη του αρ. 5 §1 εδαφ. τελευταίο Ν. 3213/2003. II) Προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως:
α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αυτή δεν επεξετάθη και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι προεβλήθησαν και συγκεκριμένα της πραγματικής πλάνης διότι είχε πλήρη άγνοια και εσφαλμένη αντίληψη ως προς την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, διότι ο σύζυγός της που είναι δικηγόρος την είχε ρητώς διαβεβαιώσει ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής δηλώσεως.
Συνεπώς η πλάνη της κατά το αρ. 30 §1 Π.Κ. ήταν συγγνωστή και μη καταλογιστέα. β) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι ενώ το βούλευμα εδέχθη ότι ευρίσκετο σε πλάνη ως προς την υποχρέωση αφού είχε την πεποίθηση ότι δεν υπεχρεούτο στην υποβολή δηλώσεως από ρητή διαβεβαίωση του νομικού της συμβούλου πρώην συζύγου της Γ1, ως δικηγόρου αντιφατικά και χωρίς αιτιολογία δεν υπήγαγε την πλάνη της στην παράγραφο 2 του αρ. 31 Π.Κ.

ΙΙΙ) Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οικονομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων αν υπάρχουν, μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τι σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά από αυτά (Α.Π. 1749/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγω αναιρέσεως κατ' άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (Α.Π. 1307/2004 Π.Χρ. ΝΕ/535, Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του Ποινικού Νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50, Α. Καρρά "Ποιν. Δικον. Δίκαιο" σελ. 952-954). IV) Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρ. 24 περιπτ. (ιξ) ν. (ιζ) 2429/1996, στα πρόσωπα που υποχρεούνται να υποβάλλουν στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης περιλαμβάνονται και οι δημοσιογράφοι μέλη οικείων ενώσεων συντακτών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παραγρ. 2 του ίδιου παραπάνω άρθρου και νόμου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ., 13 ν. 2836/2000 (η ισχύς της οποίας άρχισε από 1-3-2000), η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε 30 ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας ή την έναρξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματός τους. Επίσης, η δήλωση αυτή επανυποβάλλεται κάθε χρόνο κατά το διάστημα της θητείας της άσκησης της δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υποχρέων και επί τρία χρόνια μετά την απώλεια ή την λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων. Τέλος κατά τις διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρου 27 του ως άνω ν. 2429/1996, ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα έως τέσσερα έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση τριών (3) μηνών έως δύο (2) ετών. Σημειώνεται, ότι στη συνέχεια οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 24 έως και 29 του ως άνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του ν.3213/2003, του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31-12-2003) και ο οποίος με το άρθρ. 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα (24 έως και 29) του πρώτου νόμου. Μόνο δε με την παράγρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου 3213/2003, η προαναφερθείσα δήλωση έπαυσε να συναρτάται με την χρονολογία υποβολής κάθε έτος της φορολογικής δήλωσης, (που ήταν η μακρότερη προθεσμία μέχρι 31-5) και τέθηκε ότι η δήλωση αυτή περιουσιακής κατάστασης πρέπει να υποβληθεί το αργότερο την 30η Ιουνίου κάθε έτους και ακόμη με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου (3213/2003) ορίζεται ότι "Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι οι υπόχρεοι δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρεούνται να υποβάλλουν αυτή κάθε έτος, εντός ορισμένης προθεσμίας, (η οποία προ του ως άνω νόμου 3213/2003 συνδεότανε με την χρονολογία υποβολής της ετήσιας φορολογικής δήλωσης, στη συνέχεια δε τέθηκε το αργότερο η πιο πάνω προθεσμία), η παράλειψη της οποίας εντός αυτής έχει ως συνέπεια να θεμελιώνεται σε βάρος του υποχρέου αντικειμενικά και υποκειμενικά η διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρ. 27 του ν. 2429/1996, μετά δε την 31-12-2003 της παραγρ. 3 του άρθρ. 4 ν. 3213/2003. Η τυχόν δε εκπρόθεσμη υποβολή από τον υπόχρεο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης δεν έχει βέβαια ως συνέπεια την άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ήταν αποκλεισμό του καταλογισμού της πράξεως αυτής στον υπαίτιο, αφού κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο νόμο. Ενώ όμως μπορεί να ληφθεί υπόψη η ενέργεια αυτή κατά την επιμέτρηση της ποινής (Α.Π. 1749/2005, Π. Δ/σύνη 2005/496). V) Κατά τα άρθρα 111 παρ. 1 και 3 Π.Κ. και 112 Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέστηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370β και 485 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής προδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ως συμβούλιο ο οποίος, αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της οφείλει ν' αναιρέσει το βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, αρκεί η αναιρετική αίτηση να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 Ν. 3160/2003 δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 Κ.Π.Δ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε με αρ. 50 §5 Ν. 3160/2003 (Α.Π. 1712/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προανεφέρθη, η αναιρεσείουσα παρεπέμφθη στο ακροατήριο για παράλειψη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως κατ' εξακολούθηση, από αμέλεια που φέρεται ότι διέπραξε τα έτη 2002 έως και 2006. Η πρώτη όμως πράξη του εγκλήματος τούτου, η οποία και κρίνεται αυτοτελώς τριών μηνών έως δύο ετών, είναι πλημμέλημα αφού από της τελέσεώς της 30-6-2002 (τελευταία ημέρα προθεσμίας υποβολής δηλώσεως) μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής και χωρίς βέβαια το ως άνω έγκλημα να είναι διαρκές. Κατόπιν αυτών, εφ' όσον, η κρινόμενη αναιρετική αίτηση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και περιέχει τους ως άνω παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά τούτο το πληττόμενο βούλευμα, ήτοι ως προς την πρώτη πράξη που τελέστηκε την 30-6-2002 και να παύσει οριστικώς γι' αυτήν η κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη εξ' αιτίας παραγραφής. VI) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση και ειδικότερα τα έγγραφα της δικογραφίας, την αιτιολογία και το απολογητικό υπόμνημα της κατηγορουμένης εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη Χ1, κατά τα έτη από 2002 έως και 2006 είχε την ιδιότητα της δημοσιογράφου-μέλους της ΕΣΗΕΑ και συνεπώς την υποχρέωση να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παραγρ. 1 περ. ιε του ν. 3213/2003, αλλά και το άρθρο 24 παρ. 1 στοιχ. ιζ' του Ν. 2429/1996 στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής της κατάστασης Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ..... υπηρεσιακή βεβαίωση της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και την υπ' αριθμ. 142/10-5-2007 έκθεση υπογραφόμενη από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως Πρόεδρο της ως άνω Επιτροπής και τη διενεργήσασα το σχετικό έλεγχο Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η κατηγορούμενη δεν είχε υποβάλει μέχρι τις 10-5-2007 δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2002 έως και 2006. Τούτο διαπιστώθηκε ειδικότερα μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στα αρχεία της υπηρεσίας Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνεπεία του οποίου συντάχθηκε από τον αρμόδιο για τον Έλεγχο των Δηλώσεων Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου η παραπάνω έκθεση, στην περιέχεται η εν λόγω διαπίστωση και ακολούθως ασκήθηκε η προαναφερόμενη ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης. Η ως άνω κατηγορουμένη με την απολογία της ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη, δεν αμφισβητεί τη μη υποβολή των ως άνω δηλώσεων, εντός της νόμιμης προθεσμίας, πλην όμως ισχυρίζεται ότι πίστευε ότι δεν είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά τα ως άνω έτη λόγω μη ασκήσεως εργασίας ως δημοσιογράφου και ανυπαρξίας εισοδημάτων από δημοσιογραφική δραστηριότητα, γεγονός για το οποίο την είχε διαβεβαιώσει ο πρώην σύζυγος της Γ1, δικηγόρος. Ο ως άνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ο οποίος αναφέρεται σε εσφαλμένη αντίληψη της περί μη υποχρεώσεως της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για τα έτη 2002 έως και 2006 δεν δύναται να στοιχειοθετήσει περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ., καθόσον η κατηγορουμένη κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει, ενόψει ιδίως της επαγγελματικής της ιδιότητας και πείρας να αποκτήσει με δικές της ενέργειες ακριβή και ορθή ενημέρωση ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσης της να υποβάλει δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, εμπρόθεσμα, μέχρι τις 4-7-2002, 30-6-2003, 24-8-2004, 30-6-2005 και 30-6-2006, αντίστοιχα, και να άρει έτσι την πλάνη στην οποία τελούσε (ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής τέτοιας δήλωσης). Επομένως, και σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμοι. Για τη μη εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης της κατηγορουμένης δεν υπάρχουν ενδείξεις δόλιας προαίρεσης αυτής, αφού, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι κατά τους κρίσιμους χρόνους υπήρξε επιλήψιμη μεταβολή της περιουσίας της. Δεδομένου, όμως, ότι η αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη τιμωρείται και από αμέλεια, πρέπει να ερευνηθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίασε το καθήκον επιμέλειας και συγκεκριμένα αν κατέβαλε την επιμέλεια εκείνη, την οποία υποθετικώς καταβάλλει ο μέσος ευσυνείδητος άνθρωπος, τοποθετούμενος υπό τις ίδιες με αυτήν αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις. Η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε, να εκπληρώσει εμπρόθεσμα την ως άνω υποχρέωση της και να αποφύγει έτσι την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, λόγω απάμβλυνσης της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με απότοκο συνέπεια να μην ανταποκριθεί στην υποχρέωση της και να μην προβλέψει το προκληθέν δια της πράξεως της αξιόποινο αποτέλεσμα. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, συνισταμένης στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ορθή νομική υπαγωγή των αυτών πραγματικών περιστατικών, να χαρακτηριστεί η βαρύνουσα την κατηγορουμένη κατηγορία από εκ προθέσεως σε εξ αμελείας τοιαύτη, με ειδικότερη μορφή επιδειχθείσας αμέλειας την άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3213/03 η συγκεκριμένη δήλωση έπαυσε συναρτώμενη προς τη χρονολογία υποβολής κατ' έτος φορολογικής δηλώσεως (το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων) και τέθηκε ως απώτατος χρόνος υποβολής της η 30η Ιουνίου κάθε έτους, με την ειδική επίσης επισήμανση ότι, με την ίδια ως άνω διάταξη και μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3242/24-5-2004, ειδικώς για το έτος 2004 προβλέφθηκε, για όλους τους υπόχρεους, ως προθεσμία υποβολής ενενήντα ημέρες από τη δημοσίευση (24-5-2004) του νόμου αυτού (3242/2004), δηλ. έως τις 24-8-2004. Με τα δεδομένα αυτά προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις που μπορούν στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος της κατηγορουμένης για την πράξη της παράλειψης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από αμέλεια στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1β, 28 ΠΚ, 1 παρ. 1 περ. ια, 2 παρ. 1, 4 παρ. 3 εδ. α'και β, 5 και 9 παρ. 5 του ν. 3213/03, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το αρθρ. 13 παρ. 4 εδ. β'του ν. 3242/04 και άρθρο 27 παρ. 3 σε συνδ. προς άρθρα 24 παρ. 1 περ. ιζ και 2, 25 παρ. 1, 2 και 3 όπως η παρ. 2 του αρθρ. 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2836/2000 και του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3213/2003 και πρέπει, να παραπεμφθεί αυτή, για να δικαστεί για την ως άνω πράξη της, ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. VII) Με τις παραδοχές αυτές του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για την αντικειμενική και υποκειμενική θεμελίωση του προπεριγραφέντος εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε ότι έπρεπε να παραπεμφθεί η κατηγορουμένη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Αναφορικά δε με το είδος της αμέλειας, με τα όσα δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και τα οποία αναφέρονται παραπάνω, σαφές είναι ότι δέχεται ασυνείδητη αμέλεια στο πρόσωπο της κατηγορουμένης αφού μετέτρεψε επιτρεπτώς την κατηγορία από πρόθεση σε αμέλεια την οποία προσδιορίζει σε "άνευ συνειδήσεως" και επαναλαμβάνει στο διατακτικό. Πιο συγκεκριμένα: Το Συμβούλιο Εφετών αφού παρέθεσε το νομικό μέρος και εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, με ειδικές σκέψεις δέχεται την μη ύπαρξη δολίας προαιρέσεως, αλλά αμελείας, αντικρούωντας διεξοδικώς τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης ότι πίστευε πως δεν είχε την υποχρέωση να υποβάλλει δήλωση περιουσιακής καταστάσεως λόγω μη ασκήσεως εργασίας ως δημοσιογράφου και ανυπαρξίας εισοδημάτων από δημοσιογραφική δραστηριότητα ως την είχε διαβεβαιώσει ο πρώην σύζυγός της Γ1. Η απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια την μη ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης που είχε προβάλλει με αυτοτελή ισχυρισμό, διότι είχε την δυνατότητα, αν κατέβαλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλλει, ενόψει και της επαγγελματικής ιδιότητας και πείρας, να αποκτήσει με δικές της ενέργειες ακριβή και ορθή ενημέρωση ως προς την ύπαρξη και υποχρέωση υποβολής δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως ώστε να άρει την πλάνη της. Το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν ενδείξεις δολίας προαιρέσεως αφού, κατά τους κρίσιμους χρόνους, δεν προέκυψε επιλήψιμη μεταβολή της περιουσίας της, δεν τελεί σε αντίφαση με την παραδοχή της εξ αμελείας τελέσεως του εγκλήματος. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η αναιρεσείουσα και ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απεφάνθη για την παραπομπή της.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 182/7-9-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κατά του υπ' αρ. 1539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας. 3) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ' αρ. 1539/07 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατά της Χ1 για μη εμπρόθεσμη υποβολή δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέστηκε από αυτήν στην Αθήνα την 30-6-2002.
Αθήνα 15-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 182/2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ1 κατά του 1539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, που παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για παράλειψη από αμέλεια υποβολής δηλώσεων περιουσιακής καταστάσεως ετών 2002 έως και 2006 από υπόχρεο δημοσιογράφο (αρ. 1 §1 περ. ιε, 2 § 1α, 4 §3α, β, 5, 9 §5 Ν. 3213/2003 ως η παρ. 5 του αρ. 9 προσ. με αρ. 13 §4β Ν. 3242/04 σε συνδ. με αρ. 24 §1 περ. ιζ, 25 §§1, 2, 3, 27 §3α, β 22 Ν. 2429/1996 όπως η παρ. 2 αρ. 24 αντ. με αρ. 13 §1 Ν. 2836/2000), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, κατά τη ρητή διάταξη του αρ. 5 §1 εδαφ. τελευταίο Ν. 3213/2003, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

ΙΙ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, όπως το τελευταίο ισχύει τώρα, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέστηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Η κύρια διαδικασία αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως, αφού το παραπεμπτικό βούλευμα καταστεί αμετάκλητο, ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του, στη συζήτηση της υποθέσεως (307 επ., 314, 320, 321, 339, 340, και 343 ΚΠΔ). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ.β, και 484, του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Αρειο Πάγο, ως συμβούλιο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον ή αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτήν, ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα παρεπέμφθη στο ακροατήριο για παράλειψη υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως κατ' εξακολούθηση, από αμέλεια που φέρεται ότι διέπραξε τα έτη 2002 έως και 2006. Η πρώτη όμως πράξη του εγκλήματος τούτου, η οποία και κρίνεται αυτοτελώς, είναι πλημμέλημα και, από την τέλεσή της, 30-6-2002 (τελευταία ημέρα προθεσμίας υποβολής δηλώσεως), μέχρι σήμερα, παρήλθε χρονικό διάστημα πέντε ετών και πλέον, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής. Το αξιόποινο, συνεπώς, της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής, αφού από της τελέσεώς της μέχρι τη διάσκεψη και την έκδοση της παρούσας έχει συμπληρωθεί, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, (αφού δεν άρχισε ακόμη η κύρια διαδικασία για να συντρέξει χρόνος αναστολής). Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτώς και περιέχει τους από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ ΚΠΔ και ε' σαφείς και ορισμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά τούτο το πληττόμενο βούλευμα, ήτοι ως προς την πρώτη πράξη, που τελέστηκε την 30-6-2002 και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, μη συντρέχοντος λόγου παραπομπής της υποθέσεως στο Συμβούλιο που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του ν. 2429/1996, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, διατάχθηκε δε η εξακολούθηση της ισχύος της, καθώς και των άλλων διατάξεων των άρθρων 24, 25, 26, 27 και 28 του ίδιου νόμου (2429/1996), με το άρθρο 9 § 5 του Ν. 32132003, όπως η παρ. 5 προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 13 § 4 εδ. β' του Ν. 3242/2004, "υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, του ή της συζύγου τους και των ανηλίκων τέκνων τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 25: α)....β)....γ)... ιζ. Οι δημοσιογράφοι, μέλη των οικείων ενώσεων συντακτών, καθώς και όσοι προσφέρουν δημοσιογραφικές υπηρεσίες σε επιχειρήσεις έκδοσης εντύπων ή σε ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης με σύμβαση εργασίας ή έργου, εφόσον το έργο συνίσταται στην προετοιμασία περισσότερων από δύο δημοσιευμάτων ή εκπομπών κάθε μήνα", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. με το άρθρο 13 § 1 του Ν. 2836/2000, "η δήλωση της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τους υπόχρεους μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ορκωμοσία ή την ανάληψη των καθηκόντων τους ή την απόκτηση της άδειας κ.λπ... Επίσης, η δήλωση αυτή επανυποβάλλεται κάθε χρόνο, κατά το διάστημα της θητείας, της άσκησης δραστηριότητας ή της διατήρησης της ιδιότητας των υπόχρεων και επί τρία (3) χρόνια μετά την απώλεια ή τη λήξη της, το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρότερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων...". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου 25 του ν. 2429/1996, "Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' έως και ε' της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, υποβάλλονται στην Επιτροπή του άρθρου 19 του νόμου αυτού, ενώ οι δηλώσεις των άλλων υποχρέων υποβάλλονται στον κατά το επόμενο άρθρο (26) αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου". Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 27 του ιδίου ως άνω νόμου 2429/1996, "Ελεγχόμενος που παραλείπει να υποβάλει την κατά τα άρθρα 24 και 25 δήλωση ή υποβάλλει εν γνώσει του ανακριβή στοιχεία, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Στον υπαίτιο επιβάλλεται και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων από ένα (1) έως τέσσερα (4) έτη. Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση τριών (3) μηνών έως δύο (2) ετών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 27 του παραπάνω νόμου (2429/1996) αξιόποινη πράξη στοιχειοθετείται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβάλλει ο ελεγχόμενος τη σχετική δήλωση περιουσιακής κατάστασης μέσα στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 24 § 2 του ίδιου νόμου προθεσμία είτε από πρόθεση, είτε από αμέλεια. Οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 24 έως και 29 του ως άνω νόμου 2429/1996 επαναδιατυπώθηκαν στα άρθρα 1 μέχρι και 4 του ν.3213/2003, του οποίου η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31-12-2003) και ο οποίος, με το αρθρ. 12 παρ. 1 αυτού, κατήργησε τα παραπάνω άρθρα (24 έως και 29) του πρώτου νόμου. Μόνο δε με την παραγρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου 3213/2003, η προαναφερθείσα δήλωση έπαυσε να συναρτάται με την χρονολογία υποβολής κάθε έτος της φορολογικής δήλωσης, (που ήταν η μακρότερη προθεσμία μέχρι 31-5) και τέθηκε ότι η δήλωση αυτή περιουσιακής κατάστασης πρέπει να υποβληθεί το αργότερο την 30η Ιουνίου κάθε έτους και ακόμη με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου (3213/2003) ορίζεται ότι "Αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση έξι (6) μηνών έως δύο (2) ετών". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς, ότι οι υπόχρεοι δήλωσης περιουσιακής κατάστασης υποχρεούνται να υποβάλλουν αυτή κάθε έτος, εντός προθεσμίας, η παράλειψη της οποίας έχει ως συνέπεια να θεμελιώνεται σε βάρος του υπόχρεου αντικειμενικά και υποκειμενικά η παράβαση της διάταξης της παραγρ. 3 του αρθρ. 27 του ν. 2429/1996, μετά δε την 31-12-2003 της παραγρ. 3 του αρθρ. 4 ν. 3213/2003. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, .πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσο γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 εδ. β' ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοια ή εσφαλμένη αντίληψη κάποιου συστατικού όρου της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή κάποιου περιστατικού που επαυξάνει το αξιόποινο της πράξεως, αίρει τον καταλογισμό του. Κύριο χαρακτηριστικό της πλάνης αυτής είναι ότι ο δράστης αγνοεί ή αντιλαμβάνεται εσφαλμένως τι πράττει και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της αγνοίας του ή της εσφαλμένης αντίληψης του. Από το εδ. β' όμως της αυτής διατάξεως του άρθρου 30 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία, αν η άγνοια αυτών των περιστατικών μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του υπαιτίου, η πράξη του καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, συνάγεται ότι η πραγματική πλάνη του δράστη αποκλείει, καταρχήν, το δόλο αυτού, όχι όμως και την αμέλεια.
Συνεπώς, αν η άγνοια των περιστατικών του δράστη για κάποιο συστατικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, οφείλεται σε αμέλεια αυτού, η πράξη καταλογίζεται ως έγκλημα από αμέλεια, εφόσον η πράξη αυτή τιμωρείται και εξ αμελείας. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 ΠΚ, προκύπτει ότι, για να μη καταλογιστεί η πράξη στον δράστη, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη αυτού για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει, οποιαδήποτε και να κατέβαλλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Στην περίπτωση της συγγνωστής νομικής πλάνης, σε αντίθεση με την περίπτωση της πραγματικής πλάνης, η πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί στον δράστη ούτε εξ αμελείας. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση, Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης απολογητικό αυτής υπόμνημα), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: " ··· Η κατηγορουμένη Χ1, κατά τα έτη από 2002 έως και 2006 είχε την ιδιότητα της δημοσιογράφου-μέλους της ΕΣΗΕΑ και συνεπώς την υποχρέωση να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 1 παραγρ. 1 περ. ιε του ν. 3213/2003, αλλά και το άρθρο 24 παρ. 1 οτοιχ. ιζ του Ν. 2429/1996 στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής της κατάστασης Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου δήλωση περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...... υπηρεσιακή βεβαίωση της Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και την υπ αριθμ. 142/10-5-2007 έκθεση, υπογραφόμενη από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο της ως άνω Επιτροπής και τη διενεργήσασα το σχετικό έλεγχο Πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η κατηγορουμένη δεν είχε υποβάλει μέχρι τις 10-5-2007 δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των ετών 2002 έως και 2006. Τούτο διαπιστώθηκε ειδικότερα, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στα αρχεία της υπηρεσίας Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνεπεία του οποίου συντάχθηκε από τον αρμόδιο για τον Έλεγχο των Δηλώσεων Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου η παραπάνω έκθεση, στην περιέχεται η εν λόγω διαπίστωση και ακολούθως ασκήθηκε η προαναφερόμενη ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης. Η ως άνω κατηγορουμένη, με την απολογία της ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη, δεν αμφισβητεί τη μη υποβολή των ως άνω δηλώσεων, εντός της νόμιμης προθεσμίας, πλην όμως ισχυρίζεται ότι πίστευε ότι δεν είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά τα ως άνω έτη, λόγω μη ασκήσεως εργασίας ως δημοσιογράφου και ανυπαρξίας εισοδημάτων από δημοσιογραφική δραστηριότητα, γεγονός για το οποίο την είχε διαβεβαιώσει ο πρώην σύζυγός της Γ1, δικηγόρος. Ο ως άνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ο οποίος αναφέρεται σε εσφαλμένη αντίληψή της, περί μη υποχρεώσεώς της υποβολής δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως για τα έτη 2002 έως και 2006, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ., καθόσον η κατηγορουμένη, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλλε, την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει, ενόψει ιδίως της επαγγελματικής της ιδιότητας και πείρας, να αποκτήσει με δικές της ενέργειες ακριβή και ορθή ενημέρωση ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσής της να υποβάλει δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, εμπρόθεσμα, μέχρι τις 4-7-2002, 30-6-2003, 24-8-2004, 30-6-2005 και 30-6-2006, αντίστοιχα, και να άρει έτσι την πλάνη στην οποία τελούσε (ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής τέτοιας δήλωσης). Επομένως, και σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος. Για τη μη εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης της κατηγορουμένης δεν υπάρχουν ενδείξεις δόλιας προαίρεσης αυτής, αφού, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, κατά τους κρίσιμους χρόνους, υπήρξε επιλήψιμη μεταβολή της περιουσίας της. Δεδομένου, όμως, ότι η αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη τιμωρείται και από αμέλεια, πρέπει να ερευνηθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίασε το καθήκον επιμέλειας και, συγκεκριμένα, αν κατέβαλε την επιμέλεια εκείνη, την οποία υποθετικώς καταβάλλει ο μέσος ευσυνείδητος άνθρωπος, τοποθετούμενος υπό τις ίδιες με αυτήν αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις. Η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε, να εκπληρώσει εμπρόθεσμα την ως άνω υποχρέωσή της και να αποφύγει έτσι την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, λόγω απάμβλυνσης της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με απότοκο συνέπεια να μην ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της και να μην προβλέψει το προκληθέν δια της πράξεώς της αξιόποινο αποτέλεσμα. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, συνισταμένης στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ορθή νομική υπαγωγή των αυτών πραγματικών περιστατικών, να χαρακτηριστεί η βαρύνουσα την κατηγορουμένη κατηγορία, από εκ προθέσεως, σε εξ αμελείας τοιαύτη, με ειδικότερη μορφή επιδειχθείσας αμέλειας την άνευ συνειδήσεως αμέλεια. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3213/03, η συγκεκριμένη δήλωση, έπαυσε συναρτώμενη προς τη χρονολογία υποβολής κατ' έτος φορολογικής δηλώσεως (το αργότερο μέσα σε τριάντα ημέρες από την πάροδο της εκάστοτε προβλεπόμενης μακρύτερης προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων) και τέθηκε ως απώτατος χρόνος υποβολής της η 30ή Ιουνίου κάθε έτους, με την ειδική επίσης επισήμανση ότι, με την ίδια ως άνω διάταξη και μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 13 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3242/24-5-2004, ειδικώς για το έτος 2004 προβλέφθηκε, για όλους τους υπόχρεους, ως προθεσμία υποβολής ενενήντα ημέρες από τη δημοσίευση (24-5-2004) του νόμου αυτού (3242/2004), δηλ. έως τις 24-8-2004.....".
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για μη υποβολή από αμέλεια δηλώσεως περιουσιακής καταστάσεως ετών 2002 έως 2006 από υπόχρεο δημοσιογράφο (άρθρα 26 παρ. 1β, 28 ΠΚ, 1 παρ. 1 περ. ια, 2 παρ. 1, 4 παρ. 3 εδ. α' και β, 5 και 9 παρ. 5 του ν. 3213/03, όπως η παρ. 5 του άρθρου 9 προστέθηκε με το αρθρ. 13 παρ. 4 εδ. β' του ν. 3242/04 και άρθρο 27 παρ. 3 σε συνδ. προς άρθρα 24 παρ. 1 περ. ιζ και 2, 25 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2429/1996, όπως η παρ. 2 του αρθρ. 24 αντικ. με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2836/2000 και του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 3213/2003). Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της περί νομικής πλάνης αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης -αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι, ενώ κατά την απολογία της και με το υπόμνημα που κατέθεσε, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι βρισκόταν σε πραγματική πλάνη, ως προς την υποχρέωση υποβολής της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, διότι είχε προς τούτο την απόλυτη και ρητή διαβεβαίωση του τότε συζύγου της Γ1, ως δικηγόρου, ότι δεν είχε υποχρέωση να υποβάλει την ως άνω δήλωση, λόγω ανυπαρξίας εισοδημάτων από δημοσιογραφική εργασία και μη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, το προσβαλλόμενο βούλευμα, απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτόν, χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, διότι, ενώ δέχεται, ότι αυτή βρισκόταν σε πλάνη ως προς την πιο πάνω υποχρέωσή της, κατά τρόπο αντιφατικό και χωρίς αιτιολογία, δεν υπήγαγε την πλάνη της αυτή διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του ΠΚ .Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Η αναιρεσείουσα πράγματι είχε ισχυρισθεί, κατά την απολογία της, ότι πίστευε ότι δεν είχε υποχρέωση να υποβάλει δήλωση περιουσιακής κατάστασης κατά τα πιο πάνω έτη, λόγω μη ασκήσεως εργασίας ως δημοσιογράφου και ανυπαρξίας εισοδημάτων από δημοσιογραφική δραστηριότητα, γεγονός για το οποίο την είχε διαβεβαιώσει ο πρώην σύζυγος της Γ1, δικηγόρος, και, επομένως, ότι βρισκόταν σε πραγματική πλάνη, όσο αφορά την υποχρέωσή της αυτή. Η αναιρεσείουσα, όμως, αλυσιτελώς προβάλλει πραγματική αυτής πλάνη ως προς την προαναφερόμενη υποχρέωσή της, αφού η παραδοχή πραγματικής πλάνης, αίρει μεν τον δόλο όχι όμως και την αμέλεια. Στην προκειμένη δε περίπτωση, στην αναιρεσείουσα αποδίδεται η τέλεση της πιο πάνω πράξεως όχι από δόλο αλλά από αμέλεια. Ο ισχυρισμός αυτός, ως ισχυρισμός περί συγγνωστής νομικής πλάνης χαρακτηριζόμενος, απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεχθέντος του Συμβουλίου με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να στοιχειοθετήσει περίπτωση συγγνωστής νομικής πλάνης, κατά το άρθρο 31 παρ. 2 Π.Κ. Τούτο δε, διότι η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα "είχε τη δυνατότητα, αν κατέβαλλε την επιμέλεια που αντικειμενικά όφειλε και υποκειμενικά μπορούσε να καταβάλει, ενόψει ιδίως της επαγγελματικής της ιδιότητας και πείρας, να αποκτήσει με δικές της ενέργειες ακριβή και ορθή ενημέρωση ως προς την ύπαρξη και τους όρους της υποχρέωσης της να υποβάλει δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005 και 2006, εμπρόθεσμα" . Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. στοιχ. δ και ε ΚΠΔ, μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως, κατά τους οποίους το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, όσον αφορά στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πραγματικής και συγγνωστής νομικής πλάνης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα, μόνο ως προς την πρώτη πράξη του πιο πάνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, και να παύσει οριστικώς η ασκηθείσα εναντίον της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για μη εμπρόθεσμη υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, πράξη η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτήν στην Αθήνα, την 30-6-2002, τιμωρούμενη σε βαθμό πλημμελήματος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει το 1539/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και μόνον ως προς την στο σκεπτικό αναφερόμενη και παραγραφείσα πρώτη αξιόποινη πράξη, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 30-6- 2002. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά της Χ1, για την πρώτη αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση μη εμπρόθεσμης υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 30-6-2002.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την 182/7-9-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως της Χ1 κατά του 1539/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ