Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1537 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.




Περίληψη:
Πότε αόριστοι οι λόγοι αναιρέσεως: α) υπερβάσεως εξουσίας, β ) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, γ) απολύτου ακυρότητας στο βούλευμα ή την απόφαση. Εάν ουδείς λόγος σαφής και ορισμένος, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (άρθρ. 513§1 ΚΠΔ. Απορρίπτει αναίρεση η οποία ουδένα ορισμένο λόγο περιλαμβάνει.




Αριθμός 1537/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ και συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.Δεκεμβρίου.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 38/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 84/10.3.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την με αριθμό 210/22-12-2008, αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατοίκου ..., οδός ..., την οποία άσκησε η ίδια, κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το με αριθμό 810/2008 βούλευμά του, όπως αυτό διορθώθηκε με το με αριθμό 1456/2008 όμοιο, παρέπεμψε την αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της πράξεως της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €, που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 10/9/2001 και 8/10/2001. Κατά του βουλεύματος αυτού η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το με αριθμό 2182/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο έκανε δεκτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεσή της, επικυρώνοντας το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεώς της, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στην αναιρεσείουσα στις 12/12/2008 και στον αντίκλητο δικηγόρο της Αθανάσιο Παναγιωτάτο στις 10/12/2008, η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 22/12/2008 (δηλαδή εντός της τασσομένης από τον νόμο προθεσμίας) ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον, η με αριθμό 210/22-12-2008 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148, 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση αναίρεσης να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ωρισμένος και εντεύθεν παραδεκτός, ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. δ', ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως, η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επιπλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001, ΑΠ 1922/07, ΑΠ 1840/07, ΑΠ 2250/06).
Εξ άλλου για το ωρισμένο του προβλεπομένου στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχ. α, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ αναιρετικού λόγου της απόλυτης ακυρότητας, πρέπει α) να προσδιορίζεται από ποιά αιτία εχώρησε η απόλυτη ακυρότητα και συγκεκριμένα αν αυτή αφορά την τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, οπότε πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς σε τί συνίσταται η παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και β) ποιά διάταξη παραβιάσθηκε η οποία τα διέπει (ΑΠ 208/2004, ΑΠ 378/2002). Ως εκ τούτου σε περίπτωση που υφίστανται τέτοιες ελλείψεις, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
ΙΙΙ. Στη προκείμενη περίπτωση, στην έκθεση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα δηλοί κατά λέξη ότι ασκεί αναίρεση κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ... "α) για υπέρβαση εξουσίας, β) δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την πραγματογνωμοσύνη και τη στήριξη της πλαστογραφίας, γ) το βούλευμα είναι απολύτως άκυρο κατ'άρθρο 171 ΚΠΔ και αποδέχεται δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ότι δεν ευρίσκετο συμβολαιογράφος και δεν υπέγραψε κανένα πληρεξούσιο χωρίς να δικαιολογεί την τόση άγνοια του που εβρήκα την ταυτότητα του και πώς έλαβε σύνταξη από το ΤΣΑ χωρίς να γνωρίζει τη μεταβίβαση, θα καταθέσω σχετικό υπόμνημα και παρακαλώ να δεχθείτε την παράστασή μου στο συμβούλιο".
Με αυτό το περιεχόμενο όμως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη λόγω πλήρους αοριστίας των αναιρετικών λόγων που δι'αυτής προβάλλονται. Συγκεκριμένα δεν προσδιορίζεται ούτε ποιές είναι οι ελλείψεις ή οι ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος και σε σχέση με ποιά πραγματικά περιστατικά, ούτε σε τί συνίσταται η απόλυτη ακυρότητα και ποιά διάταξη παραβιάσθηκε ως επίσης σε τί συνίσταται η υπέρβαση εξουσίας.
Επομένως, κατά τα εκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, συνεπεία της παντελούς αοριστίας των προαναφερομένων λόγων που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α', δ και στ ΚΠΔ και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ και σε περίπτωση που η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα διέλαβε την απαιτουμένη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν υπερέβη την εξουσία του και ουδεμία ακυρότητα εμφιλοχώρησε, παρά τ' αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. Να απορριφθεί δε το αίτημά της για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου Σας λόγω αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται τα σημεία του βουλεύματος που χρήζουν προφορικής ανάπτυξης (ΑΠ 85/2005, ΑΠ 1068/2003).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί νω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η με αριθμό 210/2008 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατά του με αριθμό 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήνα 27 Ιανουαρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Π. Παντελής

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 515 β' ΚΠΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Χ1 ζητεί την αναβολή της δίκης "δια να διασαφηνίσει την αναίρεσή της μετ' αποδείξεων, αφού δεν κλητεύεται και δεν δύναται να παραστεί". Ο λόγος αυτός δεν συνιστά ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση και πρέπει το σχετικόν αίτημα της αναβολής να απορριφθεί.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι διά το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 ΚΠΔ προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορρίπτεται, χωρίς άλλη περαιτέρω έρευνα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο και εντεύθεν το παραδεκτό του εκ των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτουμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) εάν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλομένου βουλεύματος ή της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλ' αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίστατι η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Το αυτό ισχύει και ως προς τον προβλεπόμενο υπό των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα προκειμένου περί βουλευμάτων (άρθρο 171 αριθ. 1 ΚΠΔ) και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 ΚΠΔ) προκειμένου περί αποφάσεων, όπου για να είναι σαφής και ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται ποία από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ περιπτώσεως απόλυτης ακυρότητος παρέβη το συμβούλιο ή το δικαστήριο σε τι συνίσταται αυτή και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια. Τέλος, και ως προς τον εκ των άρθρων 484 παρ. 1 στοιχ. στ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, πρέπει, για το ορισμένο αυτού, να αναφέρεται εις τι συνίσταται αυτή, εφ' όσον εις τα άνω άρθρα καθορίζονται περιοριστικώς, οι περιπτώσεις, κατά τας οποίας υπάρχει αυτή η υπέρβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η Χ1 δια του υπ' αριθ. 810/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο διορθώθη δια του υπ' αριθ. 1456/2008 του αυτού Συμβουλίου, παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθεί ως υπαιτία ψευδούς βεβαιώσεως, με σκοπό να προσπορίσει σε τρίτον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική βλάβη υπερβαίνουν το ποσόν των 73.000 ευρώ, πράξεως τελεσθείσης κατ' εξακολούθηση. Κατ' αυτού ή άνω ήσκησεν έφεση, η οποία απερρίφθη δια του υπ' αριθ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Νυν ζητεί την αναίρεση του τελευταίου αυτού βουλεύματος, για τους εξής αναφερομένους στην αίτησή της, κατά λέξη, λόγους: α) Υπέρβαση εξουσίας β) Δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εν σχέσει με την πραγματογνωμοσύνη και την στήριξη της πλαστογραφίας.
γ) Το βούλευμα είναι απολύτως άκυρο κατ' άρθρον 171 ΚΠΔ και αποδέχεται δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος ότι δεν ευρίσκετο συμβολαιογράφος και δεν υπέγραψε κανένα πληρεξούσιο, χωρίς να δικαιολογεί την τόση άγνοιά του πού ευρήκα την ταυτότητά του και πώς έλαβε σύνταξη από το ΤΣΑ χωρίς να εγνώριζε την μεταβίβαση. Θα καταθέσω σχετικό υπόμνημα και παρακαλώ να δεχθήτε την παράστασή μου στο Συμβούλιό Σας".
Ούτω διατυπούμενοι οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται α) η ειδικότερη μορφή της υπερβάσεως εξουσίας, β) σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας σε σχέση με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος "για την πραγματογνωμοσύνη και την στήριξη της πλαστογραφίας", σε ποία κεφάλαια αυτών ανάγονται ως και ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν και γ) σε ποιά από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 171 αριθ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις απολύτου ακυρότητος υπέπεσε το Συμβούλιο Εφετών, είναι αόριστοι και πρέπει, γι' αυτό, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά ταύτα και την ειδοποίηση της ίδίας της αναιρεσειούσης, κατά την επί του φακέλλου σημείωση του αρμοδίου Γραμματέως, να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή της, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.12.2008 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή