Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1785 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια δια παραλείψεως. Συνεκδίκαση τεσσάρων αιτήσεων. Απόρριψη των δύο ως ανυποστήρικτων. Πότε τελείται δια παραλείψεως (άρθ. 15 ΠΚ). Στοιχεία εγκλήματος. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Πότε υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά την έννοια του άρθρου 15 ΠΚ. Πρέπει να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και να αιτιολογείται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων και του θανατηφόρου αποτελέσματος. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτει τις αιτήσεις των Χ1 και Χ2. Αναιρεί για την Χ3 και Παραπέμπει.





Αριθμός 1785/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού) ορισθέντος με την υπ' αριθμ, 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο Αλιγιζάκη, για αναίρεση της 112/2007, 184/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ4, 2)Χ5, 3)Χ6, 4)Χ7, 5)Χ8 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1)......., ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη και 2)......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον αυτό ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η παραστάσα αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2021/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι από 12 Νοεμβρίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως των δύο πρώτων αναιρεσειουσών και να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση της παραστάσης αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 9/11/2007, 12/11/2007 και 12/11/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ.9990/9-11-2007, 10121/13-11-2007 και 10128/13-11-2007, αντίστοιχα), των 1) Χ3, 2) Χ1 και 3) Χ2, αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της 184/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 . Κατά το άρθρο 514 εδ.α του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ..... και .... αποδεικτικά επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου....., οι αναιρεσείουσες 1) Χ1 και 2)Χ2, κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθούν δια του συνηγόρου τους στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν, ως ανυποστήρικτες.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του αυτού Κώδικα, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε, ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα των τελεσθέντων εγκλημάτων. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, ως επακόλουθο της αμέλειάς του. Όταν, όμως, τα πιο πάνω εγκλήματα είναι απότοκα της συντρέχουσας αμέλειας περισσοτέρων του ενός προσώπων, καθένα από αυτά κρίνεται, ως προς την ευθύνη του, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τα άλλα, κατά το λόγο της αμέλειάς του και εφόσον το αποτέλεσμα, που επήλθε, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Περαιτέρω, η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από εκουσία ανάληψη της υποχρεώσεως παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου που εδημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους , ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. IIΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 184/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα Χ3 καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα (30) μηνών για ανθρωποκτονία από μη συνειδητή αμέλεια κατά συρροή με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, όπως προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, τα εξής. "Η Χ3, στον Κορυδαλλό Αττικής 31η Δεκεμβρίου 2002, τυγχάνουσα υπάλληλος και δη υπαρχιφύλακας στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις, λόγω της ανωτέρω ιδιότητας της και του καθήκοντος της ως προς την τάξη και εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκ μέρους των κρατουμένων στην ως άνω φυλακή, και μπορούσε να καταβάλει, ως μη εμποδιζόμενη από κάποιο περιστατικό ή προσωπικό της λόγο, επέφερε τον θάνατο περισσοτέρων προσώπων και δη δύο (2) γυναικών, κρατουμένων στο ίδιο κελί του ως άνω σωφρονιστικού καταστήματος, ήτοι της Γ1,ηλικίας τότε 41 ετών και της Γ2, ηλικίας τότε 22 ετών, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο δεν προέβλεψε. Συγκεκριμένα, ενώ εκτελούσε βάρδια Υπαρχιφύλακα στην Κλειστή Κεντρική Φυλακών Κορυδαλλού από ώρας 21.00 της 30ης Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την 07.00' πρωϊνή της επομένης 31ης Δεκεμβρίου 2002, ειδοποιήθηκε περί ώρα 02.50' τα ξημερώματα από την κρατούμενη Γ3, η οποία πάτησε το κουμπί (μπουτόν) που υπάρχει σε κάθε κελί προς χρήση σε ώρα ανάγκης, ότι κάτι συμβαίνει στο δεύτερο κελί αριστερά, στον δεύτερο όροφο της τρίτης (Γ') πτέρυγας, στο οποίο, εκτός της προαναφερόμενης, εκρατούντο και η Γ4 που γεννήθηκε το έτος 1983, ηλικίας δέκα εννέα (19) ετών, η Γ1, που γεννήθηκε το έτος 1961, ηλικίας σαράντα ενός (41) ετών, η Γ2, που γεννήθηκε το έτος 1980, ηλικίας είκοσι δύο (22) ετών και η Χ4. Αυτή μετέβη στο κελί αυτό, μαζί με τις σωφρονιστικές υπαλλήλους Χ1 και Χ2, ξεκλείδωσε την πόρτα του θαλάμου και βρήκαν την κρατούμενη Γ4 αναίσθητη και λερωμένη από εμετούς, να υποβαστάζεται από τις συγκροτούμενές της, οι οποίες ζητούσαν βοήθεια. Τότε η μεν Χ1 πήγε να φέρει το φορείο, η δε Χ2 ειδοποίησε την νοσοκόμο Ζ1. Όταν ήλθε το φορείο, τοποθετήθηκε επ' αυτού η Γ4, μεταφέρθηκε στην είσοδο του θυρωρείου και από κει η εξωτερική φρουρά, με την συνοδεία της ανωτέρω νοσοκόμου, την μετέφερε στο νοσοκομείο κρατουμένων "Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ", όπου περί ώραν 03.40' π.μ. διαπιστώθηκε ο θάνατός της. Αυτή όμως από αμέλεια της, ήτοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, αρκέσθηκε στην πρόχειρη εξέταση μόνο της Γ3 και Γ1 από τον εφημερεύοντα Ιατρό ...... και δεν μερίμνησε για την άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο προς εξέταση και παροχήν ιατρικής φροντίδος, και των λοιπών τεσσάρων συγκρατουμένων της θανούσης, ενέργεια την οποία επέβαλαν οι εξής περιστάσεις: α) Η κωματώδης κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η αποβιώσασα, μετ' ολίγον, Γ4 και β) Η εμφανής κακή κατάσταση των υπολοίπων τεσσάρων κρατουμένων γυναικών, οι οποίες, αν και ήσαν ξύπνιες και όρθιες, εν τούτοις είχαν τα χάλια τους λόγω της προηγηθείσης χρήσεως υπ' αυτών ναρκωτικών ουσιών και δη ηρωίνης και "φιξακίων" με κοκτέιλ ναρκωτικών χαπιών. Αντί της ως άνω ενέργειας, η οποία επιβαλλόταν και από τα υπηρεσιακά της καθήκοντα ως σωφρονιστικής υπαλλήλου με τον βαθμό της Υπαρχιφύλακα, αυτή κλείδωσε τις υπόλοιπες κρατούμενες στο κελί τους μέχρι την 07.00' πρωινή ώρα, οπότε προβλέπεται το άνοιγμα των κελιών. Η παράλειψή της αυτή είχε ως άμεση συνέπεια τον θάνατο των δύο κρατουμένων Γ1 και Γ2, ο οποίος επήλθε τελικά περί ώραν 04.30' έως 05.30 πρωινή της αυτής ημέρας 31ης Δεκεμβρίου 2002" . IV. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, το οποίο καταδίκασε την αναιρεσείουσα (όπως και τις πιο πάνω συγκατηγορούμενές της, Χ2, Ζ1 και Χ1, που υπηρετούσαν ως σωφρονιστικοί υπάλληλοι της Κλειστής Κεντρικής Φυλακής Γυναικών Κορυδαλλού), για ανθρωποκτονία από αμέλεια, που τελέστηκε, με τις συγκλίνουσες παραλείψεις αυτών, δεν διέλαβε στην απόφασή του, ως προς την αναιρεσείουσα, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας υπαρχιφύλακα, που εκτελούσε χρέη εκείνο το βράδυ αρχιφύλακα, προς ενέργεια των πιο πάνω πράξεων , η παράλειψη των οποίων, κατά τις παραδοχές της απόφασης είχε ως άμεση συνέπεια τον θάνατο των δύο κρατουμένων. Επίσης δεν αιτιολογείται επαρκώς, αν η αναιρεσείουσα μπορούσε, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές της, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος και ειδικότερα να διαγνώσει ότι, όχι μόνο ότι οι κρατούμενες ήταν "χάλια", αλλά αυτό οφειλόταν σε "προηγηθείσα χρήση υπ' αυτών ναρκωτικών ουσιών", και μάλιστα ότι θα μπορούσε να προβλέψει ότι εξαιτίας της χρήσεως αυτής υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή τους, όταν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αυτό δεν κατόρθωσε να διαγνώσει ο γιατρός, ο οποίος με πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας και των συγκατηγορουμένων της σωφρονιστικών υπαλλήλων, εξέτασε δύο από τις κρατούμενες ( η μία των οποίων στη συνέχεια πέθανε) και ο οποίος δεν διέγνωσε τον κίνδυνο αυτό και δεν έκρινε ότι ήταν αναγκαία η διακομιδή και περαιτέρω εξέταση αυτών στο νοσοκομείο. Επίσης δεν καθίστανται σαφές αν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, γίνεται δεκτό (και από πια πραγματικά περαστικά προκύπτει) ότι, αν η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη μεριμνούσε για την άμεση μεταφορά στο νοσοκομείο προς εξέταση και παροχήν ιατρικής φροντίδας και των λοιπών τεσσάρων συγκρατουμένων της θανούσης, η φροντίδα που θα παρεχόταν θα ήταν πληρέστερη από εκείνη του γιατρού, ο οποίος εξέτασε τις δύο πιο πάνω κρατούμενες και, κυρίως, ότι δεν θα επήρχετο ο θάνατος της Γ1 και της Γ2 δηλαδή, αν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα παραλείψεως και του αποτελέσματος του θανάτου των δύο κρατουμένων. Ενόψει των ελλείψεων αυτών και ασαφειών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά τον προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. V. Μετά από αυτά, πρέπει, ως προς την αναιρεσείουσα Χ3, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτή, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, και να απορριφθούν οι αιτήσεις των δύο λοιπών αναιρεσειουσών και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠΔ, 186, 176 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αιτήσεις.

Απορρίπτει, την 12/11/2007 και 12/11/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ. 10121/13-11-2007 και 10128/13-11-2007, αντίστοιχα), των 1) Χ1 και 2)Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση της 184/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τις πιο πάνω αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για την καθεμία, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Δέχεται την από 9/11/2007, αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ.9990/9-11-2007 της Χ3. Αναιρεί, ως προς την πιο πάνω αναιρεσείουσα, την 112/2007, 184/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή