Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1379 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Συνέργεια.




Περίληψη:
α) Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό οφέλους δια βλάβης τρίτων άνω των 73.000 € (αμφότεροι οι αναιρεσείοντες). Β) Απάτη επί Δικαστηρίου με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 € (ο πρώτος αναιρεσείων) και άμεση συνέργεια στην άνω κακουργηματική απάτη (ο β΄ αναιρεσείων). Δύο ξεχωριστές αιτήσεις αναιρέσεως κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών των αναιρεσειόντων κατά του Πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι περιέχονται στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών τα στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως ως προς τη συμμετοχή καθενός των παραπεμπομένων τόσο για την πράξη της καταρτίσεως της πλαστής διαθήκης όσο και ως την κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη και διενεργήθηκε κατά την κύρια ανάκριση και οι λοιπές γραφολογικές εκθέσεις ως έγγραφα και αξιολογούνται, β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου διότι προσδιορίζεται επαρκώς το σκοπούμενο ως προς την πλαστογραφία όφελος και ο επιδιωκόμενος σκοπός με την κατάρτιση της πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης και το επιδιωκόμενο παράνομο περιουσιακό όφελος με την εμφάνιση της προς δημοσίευση στο Μονομελές Πρωτοδικείο και την κήρυξη της διαθήκης αυτής κυρίας, γ) για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως διατάξεων σχετικά με τα υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων κατά την προδικασία (Η διατύπωσή της κατηγορίας εναντίον καθενός κατηγορουμένου ήταν σαφής και προέκυπτε και η αξία των ακινήτων που αφορούσε η πλαστή διαθήκη ότι υπερέβαινε τα 73.000 € και ότι ήταν κακουργηματικού χαρακτήρα οι πράξεις. Απορρίπτονται αιτήσεις.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1379/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2009 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1298/09.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 2/4.1.2020, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, τις υπ' αριθμ. 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθμ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 515/2009 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους Χ2 και Χ1, προκειμένου να δικαστούν: α) ο πρώτος από αυτούς για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, απάτη ενώπιον δικαστηρίου, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, και β) ο δεύτερος από αυτούς για πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο, άμεση συνέργεια σε απάτη ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό τον πορισμό περιουσιακού οφέλους συνολικά ανώτερου των 73.000 ευρώ με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο και ψευδορκία μάρτυρα. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, οι οποίες απορρίφθηκαν εν μέρει με το υπ' αριθμ. 1368/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ειδικότερα με το ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα ως προς τις παραπεμπτικές για τους εκκαλούντες κατηγορουμένους διατάξεις του για τις κακουργηματικές πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, της κακουργηματικής απάτης ενώπιον δικαστηρίου και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν(σε βαθμό κακουργήματος), ενώ έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής την ασκηθείσα σε βάρος τους ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτήν. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 164/2009 και 163/2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως , οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε και στους δύο κατηγορουμένους με θυροκόλληση την 31-7-2009 και στον αντίκλητο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βασιλάκη την 4-8-2009, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπροθέσμως την 10-9-2009, αφού κατά το άρθρο 473 παρ. 4 από 1 έως 31 Αυγούστου ανεστάλη η σχετική προθεσμία. Οι περί ων ο λόγος αναιρέσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών από την δικηγόρο Ζωή Κωνσταντοπούλου, δυνάμει των αντίστοιχων υπ' αριθμ. ... και ... ειδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Συνοδινού τα οποία και προσκομίστηκαν, συντάχθηκαν δε γι' αυτές οι αντίστοιχες υπ' αριθμ. ... εκθέσεις στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής τους και ειδικότερα: α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) η απόλυτη ακυρότητα και δ) η υπέρβαση εξουσίας. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη (Α.Π. 411/2007 Ποιν. Χρον ΝΗ 61). Λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης παραπλανώμενου και βλαπτόμενου προσώπου, απάτη μπορεί να τελεσθεί και με παραπλάνηση του δικαστή, ο οποίος δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν ο υπαίτιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς ισχυρισμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται με την προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, παραπλανώντας έτσι τον δικαστή σε έκδοση ευνοϊκής γι' αυτόν αποφάσεως προς βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του (Α.Π. 1452/2006 Ποιν. Χρον.NZ 629) και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π. 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743). Στην περίπτωση της απάτης με παραπλάνηση του δικαστή, ως βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 386 του Π.Κ θεωρείται η μείωση της πραγματικής αξίας της περιουσίας του βλαπτόμενου διαδίκου, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την έκδοση της αποφάσεως αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου δικαιώματός του επί της περιουσίας του, καθώς και η δικαστική δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής (Α.Π 1531/1995 σε συμβ. Ποιν. Χρον. ΜΣΤ 872). Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί να παρατίθεται στο βούλευμα ή την απόφαση το ποσό της βλάβης, αλλ' απαιτείται να προσδιορίζεται αν το ποσό αυτό παριστάνει την μείωση της αγοραίας αξίας της περιουσίας εξ αιτίας της αμφισβήτησης της κυριότητας του πραγματικού κυρίου, ή την δαπάνη στην οποία ασφαλώς θα υποβληθεί αυτός για την δικαστική άρση της αμφισβήτησης αυτής (Α.Π. 10/1991 Ποιν Χρον. ΜΑ 811). Εξάλλου, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικ. αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ. Στην περίπτωση μάλιστα κατά την οποία η βλάβη συνίσταται σε κίνδυνο της περιουσίας, όπως συμβαίνει και στην απάτη που τελείται ενώπιον δικαστηρίου, είναι επιβεβλημένη η ακριβής ποσοτική αποτίμηση της βλάβης που προκάλεσε η διακινδύνευση, προκειμένου να μπορεί να κριθεί αν αυτή υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, οπότε η πράξη είναι κακούργημα, ή όχι, οπότε είναι πλημμέλημα (Μυλωνόπουλος, εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, έκδοση β σελίδα 511). Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού , ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται(Α.Π 737/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ 226). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ σύμφωνα με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Ως έγγραφο, εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π. 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας κατά το εδάφιο α της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον κατά το αυτό ως άνω ποσό, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον. ΚΘ 43). Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (ολομ Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση ή το βούλευμα και οι επιμέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς (Α.Π. 156/2004 , Α.Π. 967/2004). Για την πληρότητα της αιτιολογίας στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αναφέρονται στο βούλευμα ή την απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το συμβούλιο ή το δικαστήριο, δέχεται ότι ο υπαίτιος συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ολομ Α.Π 50/1990 Ποιν. Χρον. Μ.949).
ΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων. Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον. ΝΔ 29). β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει , εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης μπορεί να προέλθει και από την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων του αστικού δικαίου, όταν αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή της ποινικής διάταξης (Α.Π 1281/1985 σε συμβούλιο Ποιν. Χρον. ΛΣΤ 272, Α.Π 918/1988 Ποιν. Χρον. ΛΘ 40, Αργ. Καρρά, η αναίρεση στην ποινική δίκη, σελίδα 219, σύμφωνα με τον οποίο η περίπτωση αυτή συνιστά μορφή "εκ πλαγίου παράβασης" ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων του άρθρου 171§§1 και 2 Κ.Π.Δ, υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα της δικογραφίας, την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα γραφολόγου Γ, τις εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (κατηγορουμένων και εγκαλούντων), τις έγγραφες εξηγήσεις τις απολογίες και τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 7-6-2002 απεβίωσε στην ..., ένθα και διαβιούσε προ του θανάτου της , η Φ, θεία των νυν εγκαλούντων Β, κατοίκου ..., Ξ, κατοίκου ..., Ν, κατοίκου ..., Θ, κατοίκου ... και Π2συζύγου Π, κατοίκου ... Στην κληρονομική διαδοχή της ειρημένης θανούσης υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού κληρονομητηρίου της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι προαναφερθέντες εγκαλούντες κατά ποσοστά 4/24, 4/24, 4/24, 6/24 και 6/24 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, έκαστος τούτων. Μετά ταύτα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σιδέρη, οι προμνησθέντες εγκαλούντες αποδέχθηκαν την εις αυτήν(πράξη αποδοχής) μνημονευόμενη κληρονομιαία περιουσία της αποβιωσάσης Λ. Ενώ, όμως, έτσι είχαν τα πράγματα, δύο περίπου έτη μετά τον θάνατο της κληρονομουμένης Λ και δη την 18-6-2004, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εδημοσιεύθη, κατόπιν αιτήσεως του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, η από ... ιδιόγραφη διαθήκη της αυτής ως άνω θανούσης Λ. Με την ιδιόγραφη αυτή διαθήκη εγκαθίστατο ως μοναδικός κληρονόμος στην περιουσία της ειρημένης κληρονομουμένης ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων, αποκλειομένων ούτω των εγκαλούντων απάντων εκ της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής και κατά τα δι' ένα έκαστον τούτων προαναφερθέντα ποσοστά συμμετοχής των στην κληρονομιαία περιουσία. Περαιτέρω την 18-6-2004, ωσαύτως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τμήμα διαθηκών, κατόπιν αιτήσεως του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, εκήρυξε ως κυρία την προαναφερθείσα από 10-11-2001, φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της φερόμενης ως διαθέτιδος Λ, αφού προηγουμένως ο υπό στοιχ. β' των κατηγορουμένων, ενώπιον του ειρημένου δικαστηρίου εξετασθείς ως μάρτυς, εβεβαίωσεν ενόρκως την γνησιότητα της περί ης ο λόγος διαθήκης. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... διάταξη της 15ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών που διεξήγαγε την κυρία ανάκριση, διετάχθη η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εν σχέσει προς την γνησιότητα ή μη της κρισίμου φερομένης ως ιδιογράφου διαθήκης της θανούσης Λ, με ορισθέντα συναφώς πραγματογνώμονα τον ειδικό δικαστικό γραφολόγο Γ, κατά τον οποίο " ...η από ... ιδιόγραφη διαθήκη, φερομένη ως της διαθέτιδας Λ, δεν έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της και αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας". Εις το αυτό ως άνω τελικό συμπέρασμα καταλήγει και η τεχνική σύμβουλος των νυν εγκαλούντων δικαστική γραφολόγος Τ, κατά την οποία επίσης "η από 10-11-2001 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία φέρεται ως διαθήκη της Λ, δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογραφεί με το χέρι αυτής, οδηγώντας έτσι ευθέως, ασφαλώς και σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποιθήσεως, σε διάφορο της Λ, γραφικό φορέα". Βεβαίως, επί τη βάσει των υφισταμένων αποδεικτικών δεδομένων, δεν δύναται να υιοθετηθούν οι θέσεις των τεχνικών συμβούλων του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου, περί αυθεντικότητας της υπό κρίσιν ιδιογράφου διαθήκης και της κάτωθι αυτής υπογραφής. Επισημαίνεται απλώς ενταύθα η μεταξύ των τεχνικών τούτων συμβούλων εμφανιζομένη αντίφαση θέσεων και απόψεων, αφού κατά μεν τον εκ τούτων Α, το κείμενο της διαθήκης δεν εγράφη δια της χειρός της φερομένης ως διαθέτιδος, αλλά φέρει την γνησία υπογραφή αυτής (διαθέτιδος), ενώ κατά τον ... "το πρόσωπο που έγραψε τις ως άνω επιστολές (πιθανώς η διαθέτις), έγραψε και το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης". Ούτε, βεβαίως, δύναται εν προκειμένω να υιοθετηθεί το ως ενδεχόμενο διατυπούμενο από τον τεχνικό σύμβουλο του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου Α "να είχε υπαγορευθεί (το κείμενο της διαθήκης), όπως ισχυρίζεται ο Χ2 εις την Ελληνίδα νοσοκόμο της, η οποία φρόντιζε ταύτην εις το Γηροκομείο ..., όπου αυτή διέμενε, αφού τόσο ο πραγματογνώμων δικαστικός γραφολόγος Γ, όσον και η δικαστική γραφολόγος - τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων Τ συμπίπτουν, δια των εκθέσεών τους, ότι το κείμενο και η υπογραφή στην περί ης πρόκειται διαθήκη, έχουν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο. Ως προς δε την κατηγορία τέλος, της συναυτουργικής συμμετοχής, εις την διωκομένη κακουργηματική πλαστογραφία του υπό στοιχ. β' των κατηγορουμένων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, γραφολογικώς, ναι μεν "δεν εντοπίζονται κοινά χαρακτηριστικά ως προς την δομή των γραμμάτων, την κλίση, την ταχύτητα και το γραφοκινητικό επίπεδο", με συνέπεια " να εκτιμάται ότι ο κ Χ1 δεν είναι ο συντάκτης του κειμένου της διαθήκης", πλην όμως "μεταξύ του υπογραφικού τύπου του κ Χ1 και της υπογραφής της διαθήκης, εντοπίζεται κοινό αρκτικό τμήμα και προσομοιάζουσα δομή του γράμματος Ε κεφαλαίο (1), (2), (1), (2)" (βλ. σχετ. έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης Γ, σελίδα 28 και 29 αυτής). Και ναι μεν ο αυτός ως άνω πραγματογνώμων, στην αυτή ως άνω έκθεσή του, χαρακτηρίζει "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα ιδιαιτέρως περιορισμένα", με αποτέλεσμα να μη "δύναται να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του κ Χ1", ουχ' ήττον όμως η γραφολογικώς κατά τα προεκτεθέντα, διαπιστωμένη ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, συνδυαζόμενη με την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονος, εν σχέσει προς τον γραφολογικόν συσχετισμόν της γραφής και υπογραφής του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου προς την γραφήν και υπογραφήν της κρισίμου διαθήκης, καθιστά φρονούμε, αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή επ' ακροατηρίω, ως συναυτουργών της πλαστογραφίας, αμφοτέρων των υπό κρίσιν κατηγορουμένων, εις τρόπον ώστε να υφίσταται η δυνατότητα πλήρους και ουσιαστικής εξιχνιάσεως της υποθέσεως και ως προς την διωκομένη αξιόποινο πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Ισχυρίζεται και προβάλλει ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων ως λόγο εφέσεως, την εκ μέρους του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών εσφαλμένη υιοθέτηση της θέσεως των εγκαλούντων , περί της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιδίκου διαθήκης ως τοιαύτης, υπερβαινούσης το ποσό των 73.000 ευρώ. Γεγονός είναι ότι η επίδικη διαθήκη περιλαμβάνει δέκα τον αριθμό ακίνητα, όπως ειδικώτερον αυτά αποτυπούνται και προσδιορίζονται εις το διατακτικόν του εκκαλουμένου βουλεύματος. Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σίδερη, επωλήθη στους εις αυτό (συμβόλαιο) αγοραστές το υπό στοιχ. 10, στην υπό στοιχ. Α1 του διατακτικού του εκκαλουμένου πράξη, μνημονευόμενο ακίνητο, με τίμημα αγοραπωλησίας ύψους 118.116 ευρώ, κατά το σύστημα αντικειμενικής εκτιμήσεως ακινήτων προσδιορισθέν. Με δεδομένο, όμως, ότι ένα και μόνο εκ των ακινήτων που συνιστούν αντικείμενο της επιδίκου διαθήκης, υπερβαίνει κατ' αξία το ποσόν των 73.000 ευρώ, όπως ειδικώτερον προεξετέθη, παρέλκει πάσα ειδικωτέρα ενασχόληση με το ακριβές ύψος της χρηματικής αξίας και των δέκα (10) συνολικώς ακινήτων της κρισίμου διαθήκης, αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος και μόνον ότι αυτά (ακίνητα), υπερβαίνουν προδήλως και αυτονοήτως, κατ' αξία, το κρίσιμο χρηματικό ποσό. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ο υπό στοιχ. α' των κατηγορουμένων, ως στοιχείο καταλυτικό των εις βάρος του κατηγοριών "ότι με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφόπουλου, αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο της αποβιώσασας που είχε στο ακίνητο - αγρό στη θέση "..." του Δήμου ..., ότι αυτό που αποδέχθηκε είχε ήδη πωληθεί από τους κατηγόρους του στις 18-12-2003 με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, δηλαδή ένα χρόνο πριν από την δική του αποδοχή....". Επί της ως άνω θέσεως θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, τα όσα προεκτεθέντα αναφέρει, έλαβαν χώρα μετά την καταμήνυσή του (16-11-2004) αφ' ενός, (παρά ταύτα απεδέχθη, πάντως το ακριβότερο, ως φαίνεται ακίνητο της διαθήκης), ενώ, αφ' ετέρου προς στοιχειοθέτηση των βαρυνουσών αυτόν αξιοποίνων πράξεων, αρκεί, η "επί σκοπώ προσπορίσεως αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους", ενέργεια του δράστου, υπό τοιούτου δε σκοπού διεκατείχοντο οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και όταν κατήρτισαν την επίμαχον διαθήκην, και όταν ενεφάνισαν αυτήν προς δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά και όταν ο υπό στοιχ. α' κατηγορούμενος, απεδέχθη το αξίας 118.116 ευρώ, εκ των δέκα ακινήτων της περί ης ο λόγος διαθήκης". V) Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί : α) δεν διαλαμβάνεται σ' αυτό καμία αιτιολογία για την από κοινού τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας από τους αναιρεσείοντες κατηγορούμενους, αφού σε κανένα σημείο του δεν γίνεται λόγος για τον κοινό δόλο (συναπόφαση) που ήταν απαραίτητος για την μορφή αυτή συμμετοχής στο έγκλημα, ούτε παρατίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατά συναπόφαση τέλεση της πράξης αυτής. Μάλιστα δεν αναφέρεται καν ότι οι κατηγορούμενοι συναποφάσισαν και συνεκτέλεσαν την πράξη, παραδοχή βέβαια η οποία δεν ήταν αρκετή από μόνη της, για την αιτιολόγηση της από κοινού τέλεσης (Α.Π 1000/1990 Ποιν Χρον ΜΑ 314). β) δεν καθίσταται σαφές τι δέχεται το βούλευμα σε σχέση με την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης. Ειδικότερα απορρίπτεται από το Συμβούλιο η εκδοχή την οποία διατύπωσε ο τεχνικός σύμβουλος του πρώτου αναιρεσείοντος Α, να εγράφη (καθ' υπαγόρευση)το κείμενο της διαθήκης από την νοσοκόμο της Λ και η τελευταία να την υπέγραψε, γιατί όπως εκτίθεται σ' αυτό (8ο φύλλο του βουλεύματος) ο δικαστικός γραφολόγος Γ και η τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων Τ, δικαστική γραφολόγος επίσης,"συμπίπτουν δια των εκθέσεων τους ότι το κείμενο και η υπογραφή στην περί ης πρόκειται διαθήκη, έχουν γραφεί από το ίδιο πρόσωπο". Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι το Συμβούλιο υιοθετεί την άποψη του πραγματογνώμονα Γ ότι η επίμαχη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από ένα και μόνο πρόσωπο. Στη συνέχεια αφού δέχεται (8ο και 9ο φύλλο του βουλεύματος) ότι από την πραγματογνωμοσύνη του Γ διαπιστώνεται "προσομοιάζουσα δομή" μεταξύ του υπογραφικού τύπου του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ1, με τη υπογραφή της διαθήκης ως προς το αρκτικό γράμμα Ε κεφαλαίο και παραθέτει αποσπάσματα από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ιδίου πραγματογνώμονα, με τα οποία αυτός εκφράζει επιφυλάξεις διότι "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα είναι ιδιαιτέρως περιορισμένα" με αποτέλεσμα να "μη μπορεί να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του Χ1", εν τέλει παραπέμπει αμφότερους τους κατηγορούμενους, δεχόμενο ότι "η γραφολογικώς κατά τα προεκτεθέντα, διαπιστωμένη ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, συνδυαζόμενη με την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του ιδίου ως άνω πραγματογνώμονος, εν σχέσει προς τον γραφολογικό συσχετισμό της γραφής και υπογραφής του υπό στοιχ. α' κατηγορουμένου προς την γραφή και υπογραφή της κρισίμου διαθήκης, καθιστά, αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή επ' ακροατηρίω, ως συναυτουργών της πλαστογραφίας, αμφοτέρων των υπό κρίσιν κατηγορουμένων ....". Οι παραδοχές όμως αυτές είναι ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές, γιατί ενώ το Συμβούλιο δέχεται κατ' αρχήν ότι η επίμαχη διαθήκη καταρτίστηκε και υπογράφηκε από ένα και μόνο πρόσωπο, στη συνέχεια όμως παραπέμπει αμφότερους τους αναιρεσείοντες ως από κοινού καταρτίσαντες αυτήν. Έτσι όμως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της περί συναυτουργίας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 45 του Π.Κ και συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης ως προς την από κοινού τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. γ) ως προς την πράξη της απάτης, θεωρεί ότι η βλάβη την οποία υπέστησαν οι πραγματικοί κληρονόμοι από την παραπλάνηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δημοσίευσε και κήρυξε κυρία την φερόμενη ως πλαστή διαθήκη, είναι ίση με την αντικειμενική αξία των ακινήτων της κληρονομίας, υπολαμβάνοντας έτσι ότι με τις ενέργειες αυτές (δημοσίευση της διαθήκης και κήρυξή της ως κυρίας), οι πραγματικοί κληρονόμοι απώλεσαν την κυριότητα επί των κληρονομιαίων ακινήτων. Για να καταλήξει δε στην κρίση ότι η βλάβη αυτή υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αρκείται στην παράθεση της αξίας ενός και μόνο ακινήτου και δη εκείνου που επωλήθη με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάννου Σίδερη στην τιμή των 118.116 ευρώ, παραλείποντας να ασχοληθεί με τα υπόλοιπα. Κρίνοντας όμως έτσι το Συμβούλιο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1769 έως 1780 του Α.Κ και 808 του Κ. Πολ. Δικ, που αποτελούν στην προκειμένη περίπτωση προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ περί απάτης, αφού υπό τα γενόμενα από το Συμβούλιο δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν επήλθε απώλεια της κυριότητας των κληρονόμων επί των ακινήτων της κληρονομιάς. Ειδικότερα με την δημοσίευση και κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης ως κυρίας, δεν επήλθαν, ούτε ήταν δυνατόν να επέλθουν, άμεσες περιουσιακές μετακινήσεις ακινήτων της κληρονομιάς από τους πραγματικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους, στον εμφανιζόμενο ως κληρονόμο δυνάμει της ιδιόγραφης διαθήκης, διότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις, δεν έχουν καταψηφιστικό ή διαπλαστικό χαρακτήρα. Η δημοσίευση της διαθήκης έχει ως δικονομική συνέπεια δεσμευτική αποδεικτική δύναμη σε σχέση με το περιεχόμενο και τα εξωτερικά ελαττώματα της διαθήκης και ως ουσιαστική συνέπεια την κίνηση της προθεσμίας απόσβεσης του δικαιώματος κήρυξης της ακυρότητάς της (άρθρο 1788 Α.Κ) και της προθεσμίας για την κήρυξη κληρονομικής αναξιότητας , ενώ η κήρυξή της ως κύριας δημιουργεί μαχητό τεκμήριο γνησιότητάς της, αν επί μία πενταετία δεν αμφισβητηθεί αυτή σε δίκη μεταξύ του τετιμημένου και του τρίτου που βλάπτεται από την ύπαρξή της (άρθρο 1777 Α.Κ). Για την κτήση κυριότητας από τον κληρονόμο σε ακίνητο της κληρονομιαίας περιουσίας, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1846,1193 και 1198 του Α.Κ μεταγραφή της πράξης αποδοχής ή του κληρονομητηρίου, ενέργειες οι οποίες προϋποθέτουν έγκυρο κληρονομικό τίτλο (τον νόμο στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής ή την γνήσια και έγκυρη διαθήκη σε κάθε άλλη περίπτωση) και όχι βέβαια πλαστό τίτλο, όπως την πλαστή διαθήκη. Η βλάβη την οποία υπέστησαν κατά ταύτα οι πραγματικοί κληρονόμοι, συνίσταται στην μείωση της πραγματικής αξίας των ακινήτων που περιήλθαν σ' αυτούς εξ αδιαθέτου, η οποία οφείλεται στην αβεβαιότητα και την αμφισβήτηση της κυριότητάς τους επί των ακινήτων αυτών, που δρομολογήθηκε από τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειες, ενώ πρόσθετη βλάβη αυτών αποτελεί και η δαπάνη στην οποία θα υποβληθούν για την δικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής. Εξάλλου η περιουσιακή βλάβη, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, το οποίο είναι τετελεσμένο αφ' ης στιγμής επέρχεται αυτή, είναι δε αδιάφορο το εάν επήλθε και η πραγμάτωση του περιουσιακού οφέλους στο οποίο αποσκοπούσε ο υπαίτιος (Α.Π 236/1986 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 565). Ο σκοπός περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς δόλου που εξετάζεται μετά την διαπίστωση ότι πληρούνται τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης και πριν από τους λόγους άρσης του αδίκου (βλ. Μυλωνόπουλο τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας, έκδοση 2001 σελίδα 508). Η παραδοχή συνεπώς του βουλεύματος ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας που βάρυνε τους κατηγορούμενους, αρκούσε η "επί σκοπώ προσπορίσεως, αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους", ενέργεια αυτών, από σκοπό δε να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος ανώτερο των 73.000 ευρώ διακατέχονταν όταν κατήρτισαν, δημοσίευσαν και κήρυξαν κυρία την επίμαχη διαθήκη (βλ. την σχετική παράγραφο), αποτελεί αιτιολογία του υπερχειλούς δόλου των κατηγορουμένων, που καλύπτει αμφότερα τα εγκλήματα, τα οποία είναι εγκλήματα σκοπού. Ενώ όμως η αιτιολογία αυτή είναι αρκετή για την κατά το νόμο θεμελίωση και ολοκλήρωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για την οποία δεν απαιτείται ούτε πραγματική επίτευξη του επιδιωχθέντος οφέλους , ούτε η πρόκληση της βλάβης που σκοπήθηκε (ολομ Α.Π 855/1978 Ποιν Χρον. ΚΘ 43), δεν ήταν αρκετή για το έγκλημα της απάτης, για την θεμελίωση και ολοκλήρωση του οποίου ήταν απολύτως απαραίτητη η ποσοτική αποτίμηση της βλάβης, αφού αυτή αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής και όχι της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Εξάλλου αβάσιμος είναι ο τέταρτος λόγος περί υπέρβασης εξουσίας που προβάλλουν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή δεν διευκρινίζεται εάν το Συμβούλιο δέχεται την συνδρομή η μη επαρκών ενδείξεων ενοχής σε βάρος τους που δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο, γιατί από την ανάγνωση και εκτίμηση της σχετικής παραγράφου της προτάσεως του εισαγγελέως (βλ. 9Ο φύλλο του βουλεύματος) την οποία υιοθέτησε εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο, καθίσταται σαφές ότι το Συμβούλιο δέχεται ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος αμφοτέρων των τότε εκκαλούντων, οι οποίες επέβαλαν την παραπομπή τους στο ακροατήριο. Μετά ταύτα και κατ' αποδοχή ως βάσιμων των πρώτου, δεύτερου, τέταρτου και εν μέρει του πέμπτου, των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί στο σύνολό του και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, αφού προηγουμένως απορριφθεί το αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων, καθόσον με όσα εκθέτουν στις εκτενέστατες και αναλυτικότατες εκθέσεις αναιρέσεως, έχουν περισσότερο από επαρκώς καταστήσει γνωστές τις θέσεις τους, με συνέπεια να μη χρειάζεται καμία διευκρίνιση γι' αυτές(Α.Π 1724/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 550).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω :

α) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αρ. 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό στο σύνολό του, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 30 Δεκεμβρίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση από 10.9.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των 1. Χ1 και 2. Χ2 κατά του 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών είναι προδήλως συναφείς και συνεκδικάζονται. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών προκύπτει ότι για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται η εξ υπαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατασκευή) από τον αυτουργό, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή και με τα δύο, λέξεων, αριθμών ή σημείων, για την υποκειμενική δε θεμελίωσή του απαιτείται δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και επιπλέον το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημοσίας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Κατά την παράγραφο 3 εδαφ. α του άρθρου 216, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3/6/1999 η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, αν ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντίστοιχα, που καθορίστηκε με το άρθρο 5 του ν. 2943/2001. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης καθώς και η βλάβη του τρίτου πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση ή να εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηνη της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία από μόνη της αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα προς άρση της αμφισβήτησης της κυριότητας. Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επεδίωξε ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα από την οποία προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μετατοπίσεως. Αποτέλεσμα του ότι εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Απάτη στο δικαστήριο διαπράττεται και όταν η δίκη διεξάγεται κατά ειδική διαδικασία στην οποία δεν δεσμεύεται το δικαστήριο από αποδεικτικούς κανόνες, ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την αποδεικτική τους δύναμη, όπως συμβαίνει επί εκουσίας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών μέτρων. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Υπό την έννοια αυτή τελεί απάτη στο δικαστήριο και εκείνος, ο οποίος, αφού καταρτίσει πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη, πετύχει να κηρυχθεί αυτή κυρία από το αρμόδιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 808 Κ.Πολ.Δ ώστε να εμφανισθεί αυτός ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος προς βλάβη των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του διαθέτη. Εξ άλλου κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, όπως οριζόταν και στην περίπτωση α' της διατάξεως αυτής πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του ν. 2408/1996. Η παράγραφος 3 του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 ως εξής: Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) η β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εικοσιπέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Επίσης κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού αντικειμενικώς νοείται σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος με την έννοια ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του αυτού εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του Π.Κ. πρέπει στην απόφαση ή στο βούλευμα να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάση των οποίων το δικαστήριο ή το συμβούλιο δέχεται ότι στην τέλεση του εγκλήματος συμμετείχε ο δράστης ως συναυτουργός. Συναυτουργία είναι δυνατή και στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, χωρίς ν' απαιτείται αναφορά των επιμέρους ενεργειών καθενός εκ των συναυτουργών, αλλ' αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδαφ. β' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της κυρίας πράξεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτήν τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρέσχε τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν, το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος και αναφέρεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 1368/2009 βούλευμά του, με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει μεταξύ των οποίων και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την από 6.12.2007 διάταξη της 15ης Τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών πραγματογνώμονα γραφολόγου Γ και οι εκθέσεις γραφολογικών γνωμοδοτήσεων των τεχνικών συμβούλων των κατηγορουμένων και των εγκαλούντων και οι έγγραφες εξηγήσεις και απολογίες των κατηγορουμένων καθώς και τα απολογητικά αυτών υπομνήματα προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 7.6.2002 απεβίωσε στην ..., όπου διέμενε πριν από το θάνατό της, όπως βεβαιώνεται από τον γενικό πατριαρχικό Επίτροπο του Πατριαρχείου ... και πάσης ... στο υπ' αριθμό ... πιστοποιητικό θανάτου της η Φ, η οποία ήταν θεία των νυν εγκαλούντων Β, κατοίκου ..., Ξ, το γένος ..., κατοίκου ..., Ν, κατοίκου ..., Θ, κατοίκου ... και Π2 συζύγου Π, κατοίκου .... Για το κληρονομικό δικαίωμα των άνω εγκαλούντων και τη μερίδα καθενός επί της κληρονομίας της άνω θανούσης θείας των ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής, μετά την υπ' αριθμό 1347/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέτασσε την παροχή του σε αυτούς, εξεδόθη από το Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το υπ' αριθμό ... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου στο οποίο αναφερόταν ότι η κληρονομική μερίδα καθενός των τριών πρώτων των εγκαλούντων ήταν 4/24 εξ αδιαιρέτου και η κληρονομική μερίδα καθενός των τετάρτου και πέμπτου των εγκαλούντων ήταν 6/24 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας της αποβιωσάσης. Στη συνέχεια οι άνω εγκαλούντες απεδέχθησαν την κληρονομιαία περιουσία της θείας των Λ, όπως τα ακίνητα αυτής περιγράφονταν στην ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη συνταχθείσα ... πράξη αποδοχής κληρονομίας. Μετά πάροδο διετίας από το θάνατο της άνω κληρονομουμένης μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του της 18/6/2004 δημοσίευσε με το υπ' αριθμό ... πρακτικό του την από ... φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της αυτής ως άνω αποβιωσάσης Λ και την κήρυξε κυρία με την 1410/18.6.2004 απόφασή του αφού εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας περί της γνησιότητος αυτής της διαθήκης ο έτερος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1. Με την εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη εγκαθίστατο ο αναιρεσείων Χ2 ως μοναδικός κληρονόμος της Λ στην περιουσία της και έτσι αποκλείονταν οι άνω εγκαλούντες από την συμμετοχή των ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά τα προαναφερθέντα για τον καθένα ποσοστά συμμετοχής των στην κληρονομιαία περιουσία αυτής. Μετά την άσκηση ποινικής διώξεως με βάση τη μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλαν στις 16/11/2004 οι άνω εγκαλούντες στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, διετάχθη στα πλαίσια της κυρίας ανακρίσεως η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σε σχέση προς τη γνησιότητα ή όχι της άνω φερόμενης ως ιδιόγραφου διαθήκης της αποβιωσάσης Λ. Ο διορισθείς από την Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Αθηνών ως πραγματογνώμονας ειδικός γραφολόγος Γ που διεξήγαγε την διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη κατέληξε στο συμπέρασμα που αναφέρει στην έκθεσή του ότι η από ... ιδιόγραφη διαθήκη που φερόταν ότι ήταν της Λ δεν έχει γραφεί και υπογραφεί δια χειρός της και αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Στο ίδιο τελικό συμπέρασμα είχε οδηγηθεί και η ειδική δικαστική γραφολόγος Τ που ενεργούσε για λογαριασμό των άνω εγκαλούντων και αναφέρει στις εκθέσεις-γνωμοδοτήσεις της ότι η από 10.11.20001 ιδιόγραφη διαθήκη η οποία φέρεται ως διαθήκη της Λ δεν είναι γνήσια αλλά πλαστή σε όλη της την έκταση δεδομένου ότι δεν έχει συνταχθεί και δεν έχει υπογραφεί με το χέρι αυτής οδηγώντας έτσι ευθέως ασφαλώς και σε βαθμό πλήρους γραφολογικής πεποιθήσεως σε διάφορο της Λ γραφικό φορέα. Δεν γίνονται δεκτές από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών οι θέσεις των τεχνικών συμβούλων του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 περί αυθεντικότητας της υπό έλεγχο ιδιογράφου διαθήκης και της κάτωθι αυτής υπογραφής με την επισήμανση της αντιφάσεως των θέσεων και απόψεων αυτών καθόσον κατά μεν τον τεχνικό σύμβουλο Α το κείμενο της διαθήκης δεν εγράφη δια χειρός της φερόμενης ως διαθέτιδος αλλά φέρει την γνησία υπογραφή αυτής κατά δε τον τεχνικό σύμβουλο ... το πρόσωπο που έγραψε τις αναφερόμενες επιστολές (πιθανώς η διαθέτις) έγραψε και το κείμενο της υπό έλεγχο διαθήκης. Δεν γίνεται δεκτή επίσης από το Συμβούλιο Εφετών η εκ μέρους του τεχνικού συμβούλου Α διατυπούμενη άποψη να είναι ενδεχόμενο να είχε υπαγορευθεί το κείμενο της διαθήκης (όπως ισχυρίζεται ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ2) στην Ελληνίδα νοσοκόμο η οποία εφρόντιζε την Φ στο Γηροκομείο ... όπου αυτή διέμενε καθόσον και ο πραγματογνώμων δικαστικός γραφολόγος Γ και η δικαστική γραφολόγος (τεχνική σύμβουλος των εγκαλούντων) Τ τα ίδια αναφέρουν στις εκθέσεις των ότι δηλαδή τόσο το κείμενο όσο και η υπογραφή στην περί ως πρόκειται διαθήκη έχουν γραφεί και τεθεί από το ίδιο πρόσωπο. Ως προς την συναυτουργική συμμετοχή στην διωκόμενη κακουργηματική πλαστογραφία του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1επισημαίνονται ορισμένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις από αυτές που αναφέρει ο πραγματογνώμονας Γ στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αυτού, όπως ότι γραφολογικώς "δεν εντοπίζονται κοινά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή των γραμμάτων, την κλίση, την ταχύτητα και το γραφολογικό επίπεδο" με συνέπεια "να εκτιμάται ότι ο άνω κατηγορούμενος δεν είναι ο συντάκτης του κειμένου της διαθήκης" πλην όμως "Μεταξύ του υπογραφικού τύπου του Χ1 και της υπογραφής της διαθήκης εντοπίζεται κοινό αρκτικό τμήμα και προσομοιάζουσα δομή του γράμματος Ε κεφαλαίου (1), (2), (ι'), (ζ'). "Ακόμη επισημαίνεται από το Συμβούλιο Εφετών από την ίδια έκθεση του άνω πραγματογνώμονα το από τις άνω παρατιθέμενες διαπιστώσεις συναγόμενο επί μέρους συμπέρασμα ότι "τα κοινά αυτά γραφολογικά ευρήματα χαρακτηρίζονται ως ιδιαίτερα περιορισμένα" με αποτέλεσμα να μην "δύναται να στοιχειοθετηθεί συσχετισμός μεταξύ της υπό έλεγχο υπογραφής και της υπογραφής του Χ1" καθώς επίσης και όσα αναφέρει ο ίδιος πραγματογνώμονας στην από 21.1.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι η γραφολογική διερεύνηση μεταξύ της γραφής και της υπογραφής της κατηγορουμένης ως πλαστής διαθήκης με το γραφολογικό χαρακτήρα και τον υπογραφικό τύπο των ήδη αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ανέδειξε κοινά γραφολογικά χαρακτηριστικά με το γραφικό χαρακτήρα του Χ2 ωστόσο όμως η ύπαρξη γραφολογικού συσχετισμού μεταξύ των δύο γραφών για λόγους επιστημονικής δεοντολογίας διατυπώνεται με επιφύλαξη. Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, δηλαδή την ύπαρξη κοινών γραφολογικών ευρημάτων, την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως του άνω γραφολόγου πραγματογνώμονα σε σχέση με τον συσχετισμό γραφολογικώς της γραφής και υπογραφής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ2 προς την γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης δέχεται το Συμβούλιο Εφετών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα υιοθετώντας και τα εκτιθέμενα στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ως αναγκαία και επιβεβλημένη την παραπομπή στο ακροατήριο ώστε να υφίσταται η δυνατότητα προς εξιχνίαση της υποθέσεως αμφοτέρων των κατηγορουμένων συναυτουργών της διωκομένης κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Περαιτέρω ως προς τον προβληθέντα και ως λόγο εφέσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2 ισχυρισμό για εσφαλμένη υιοθέτηση από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όσων οι εγκαλούντες υποστηρίζουν ως προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων της υπό έλεγχο διαθήκης, ότι δηλαδή ήταν μεγαλύτερη του ποσού των 73.000 ευρώ, δέχεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφ' ενός ότι η διαθήκη της άνω αποβιωσάσης αφορούσε σε δέκα επί μέρους ακίνητα όπως αυτά περιγράφονται και προσδιορίζονται στο διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και ακόμη δέχεται ότι όσον αφορά το υπό στοιχείο 10, από τα μνημονευόμενα στο υπό Α1 μέρος του διατακτικού εκείνου του βουλεύματος" ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμό ... συμβόλαιου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ιωάν. ΣΙΔΕΡΗ, επωλήθη στους αναφερόμενους σ' αυτό αγοραστές με τίμημα αγοραπωλησίας από 118.116 ευρώ, που συνέπιπτε με την κατά το σύστημα αντικειμενικής εκτιμήσεως προσδιοριστέα αξία του. Το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι παρήλκε κάθε περαιτέρω ειδική ενασχόληση ως προς το ακριβές ύψος της αξίας των δέκα ακινήτων που αφορούσε η υπό έλεγχο διαθήκη δεχόμενο ότι εφόσον ένα μόνο από τα ακίνητα στα οποία αφορούσε αυτή η διαθήκη υπερβαίνει κατ' αξία το ποσό των 73.000 ευρώ προέκυπτε ότι τα ακίνητα αυτά υπερβαίνουν προδήλως και αυτονοήτως. Κατ' αξία το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ που ήταν κρίσιμο όσον αφορά τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων που αποδίδονταν στους κατηγορουμένους. Σε σχέση με τον έτερο αρνητικό σε βάρος του κατηγοριών ισχυρισμό του ιδίου αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ2 ότι με την 7078.8.12.2004 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφοπούλου, αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο που είχε η άνω αποβιώσασα στο ακίνητο-αγρό στη θέση "..." του Δήμου ... και ότι αυτό που αποδέχθηκε είχε ήδη πωληθεί από όσους τον κατηγόρησαν στις ... με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, ένα έτος δηλαδή πριν τη δική του αποδοχή, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε τα εξής: α) ότι τα προαναφερόμενα ότι έγιναν από τον άνω κατηγορούμενο διαδραματίσθηκαν μετά την υποβολή στις 16.11.2004 της εναντίον του μηνύτριας αναφοράς και παρά ταύτα προήλθε αυτός στην αποδοχή του εμφανιζομένου ως ακριβότερου από τα ακίνητα της διαθήκης και β) ότι αρκεί για την στοιχειοθέτηση των βαρυνουσών αυτού αξιοποίνων πράξεων η επί σκοπώ προσπορισμού-αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους ενέργεια του δράστου και ότι τέτοιο σκοπό είχαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και όταν κατήρτισαν την άνω διαθήκη και όταν την εμφάνισαν προς δημοσίευση και κήρυξή της ως κυρίας αλλά και όταν ο εξ αυτών Χ2 απεδέχθη το αξίας 118.116 ευρώ από τα δέκα ακίνητα της εν λόγω διαθήκης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, ακολούθως, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βασίμων των εφέσεων των κατηγορουμένων και εξαφάνισαν του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς τις διατάξεις που αφορούσαν τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της ψευδορκίας μάρτυρα αντίστοιχα, για τις οποίες έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την στήριξη δημόσια κατηγορίας στο ακροατήριο κατά αμφοτέρων των κατηγορουμένων για πλαστογραφία κατά συναυτουργία μετά χρήσεως με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και κατά του κατηγορουμένου Χ2 για την πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπέρβαιναν το ποσό των 73000 ευρώ επίσης δε κατά του κατηγορουμένου Χ1για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη επί δικαστηρίου με σκοπό προσπορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73000 ευρώ και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις που είχαν αυτοί ασκήσει κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος κατά το μέρος που αφορούσε την παραπομπή τους για τις πράξεις αυτές στο ακροατήριο του Τριμελούς εφετείου Αθηνών για κακούργημα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν την κύρια ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τις αποδιδόμενες αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους, που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντιστοίχου ζημίας σε τρίτους για το οποίο παραπέμπονται αμφότεροι οι ήδη αναιρεσείοντες ως συναυτουργοί όσο και του εγκλήματος της απάτης ενώπιον δικαστηρίου με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, με την πρόκληση αντίστοιχης ζημίας σε τρίτο για το οποίο ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 παραπέμπεται ως αυτουργός και ο έτερος αναιρεσείων Χ1 ως άμεσος συνεργός, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου καθώς και οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά όπως και οι νομικοί συλλογικοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 αρ. 1, 45, 216 παρ. 1, 3 α, 386 παρ. 1, 3β ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αναφέρονται σχέση με την πράξη πλαστογραφίας α) ή κατά συναυτουργία από τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισης της αναφερόμενης πλαστής διαθήκης, το ποσό στο οποίο ανερχόταν το σκοπούμενο παράνομο οικονομικό όφελος αυτών (118166 ευρώ τουλάχιστον) και επίσης, σε σχέση με την πράξη της απάτης στο δικαστήριο, προσδιορίζεται τόσο η αξιόποινη συμπεριφορά του υπαιτίου ως αυτουργού αυτής αναιρεσείοντος όσο και εκείνη του παραπεμπόμενου ως αμέσου συνεργού του παραπεμπόμενου ως αμέσου συνεργού ετέρου αναιρεσείοντος καθώς και ότι η αντίστοιχη προς το επιδιωχθέν από τον αυτουργό της απάτης αυτής συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος ζημία ανερχόταν τουλάχιστον στο άνω ποσό που αντιστοιχούσε στο σύνολο της ζημίας των εγκαλούντων κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αποβιώσασης Λ και υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα σε σχέση με τις αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ως προς τη συμμετοχή αμφοτέρων ως συναυτουργών στην τέλεση της πλαστογραφίας γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την ύπαρξη ενδείξεων από τις επισημαινόμενες στα πορίσματα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε ο ορισθείς ως πραγματογνώμων με διάταξη της τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών που διεξήγαγε την κύρια ανάκριση ομοιότητες με τη γραφή και υπογραφή του εκ των κατηγορουμένων Χ2 και με την υπογραφή του ετέρου κατηγορουμένου ..., ότι την φερόμενη ως πλαστή διαθήκη κατήρτισαν από κοινού οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι. Δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικευθούν και αναφερθούν στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι επί μέρους συγκεκριμένες πράξεις που ενήργησε καθένας των αναιρεσειόντων, δοθέντος ότι η πλαστογραφία δεν είναι πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εύνοια έγκλημα, στα οποία είναι επιβεβλημένη τέτοια αναφορά. Αιτιολογείται δε ο κοινός δόλος των ήδη αναιρεσειόντων στην τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση από την παραδοχή του Εφετείου ότι, με βάση τις άνω ικανές και επαρκείς ενδείξεις ενήργησαν αυτοί από κοινού στον αυτό τόπο και χρόνο όσον αφορά στην κατάρτιση της φερόμενης ως πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης Λ που χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να γίνει η δημοσίευση της και να κηρυχθεί κυρία, εμπεριέχεται δε στην παραδοχή αυτή και το ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες γνώριζε ακριβώς τις ενέργειες και το δόλο του άλλου να τελέσει την ίδια με αυτόν πράξη και ήθελε την εν λόγω σύμπραξη με εκείνον. Ως προς την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο, η συμπεριφορά του εκ των αναιρεσειόντων Χ2 να υποβάλει στο Τμήμα Διαθηκών του άνω Μονομελούς Πρωτοδικείου την αίτηση για τη δημοσίευση αυτής της φερόμενης ως πλαστής ιδιογράφου διαθήκης της αποβιωσάσης Λ με την οποία εγκαθίστατο αυτός ως μοναδικός κληρονόμος της, έτσι ώστε να αποκλείονται όλοι οι εγκαλούντες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της άνω κληρονομουμένης και κατά το για τον καθένα από αυτούς προαναφερθέν ποσοστό συμμετοχής στην κληρονομιαία περιουσία και, ακόμη, η κατόπιν αιτήσεως του ίδιου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου προς το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξη κυρίας της άνω ιδιογράφου διαθήκης της φερόμενης ως διαθέτιδος με την 1410/18-6-2004 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου. Προσδιορίζει επί πλέον και η συμπεριφορά του ετέρου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, ως προς την παροχή αμέσως συνδρομής κατά τη διάρκεια της τέλεσης της απάτης, με το να δεχθεί να καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ότι αυτή η ιδιόγραφη διαθήκη που προσκομίσθηκε ήταν γνήσια ήτοι κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς τη συνδρομή αυτή να μην είναι με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της άνω αξιοποίνου πράξεως υπό τις περιστάσεις που φέρεται ότι τελέσθηκε. Δεν ήταν να αναγκαίο να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο βούλευμα ως προς το ότι από την δημοσίευση της άνω ιδιογράφου διαθήκης και την κήρυξη της ως κύριας επήλθε ζημία στην περιουσία των εγκαλούντων. Είναι αυτονόητο ότι με την κήρυξη της άνω δημοσιευθείσης διαθήκης κυρίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο εδημιουργούντο οι προϋποθέσεις υπέρ του φερομένου κατ' αυτήν ως μοναδικού κληρονόμου της άνω αποβιωσάσης - αυτουργού της απάτης Χ2 να διεκδικήσει τα κληρονομιαία ακίνητα σε βάρος των εγκαλούντων με βλάβη της περιουσίας των. Στις παραδοχές του βουλεύματος ότι κατά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με σκοπό προσπορισμού και αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους και κατά την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης και κατά την εμφάνιση προς δημοσίευση και για να κηρυχθεί ως κύρια στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εμπεριέχεται και παραδοχή ότι ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 εγνώριζε και ήθελε να παράσχει άμεση υποστήριξη στο συγκατηγορούμενο του ως αυτουργό της απάτης στο δικαστήριο κατά την τέλεση αυτής, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος αντίστοιχο με την αξία των ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας της αποβιωσάσης Λ. Ως προς τον χαρακτήρα των άνω αξιοποίνων πράξεων ως κακουργηματικών από το άνω του ορίου των 73000 ευρώ μέγεθος της πραξενηθείσης από την απάτη ζημίας και του σκοπούμενου με αυτήν και με την πλαστογραφία με χρήση να προσπορισθεί στον εκ των αναιρεσειόντων Χ2 περιουσιακού οφέλους, δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί ειδικότερα η αξία καθενός από τα δέκα ακίνητα στη ... από τα οποία κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος απαρτιζόταν η περιουσία της άνω αποβιωσάσης. Αρκούν όσα δέχεται το Συμβούλιο Εφετών ότι κατά το χρόνο που φέρονται ότι τελέσθηκαν οι άνω πράξεις ήτοι από 7-6-2002 έως 18-6-2004 όσον αφορά την πλαστογραφία και στις 18-6-2004 όσον αφορά την απάτη στο δικαστήριο το δέκατο από αυτά τα ακίνητα ήταν το ακίνητο - αγρός στη θέση ... του Δήμου ... είχε αξία 118.116 ευρώ, που ήταν και το τίμημα αντί του οποίου πωλήθηκε αυτό με το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας ΣΙΔΕΡΗ σε τρίτους προς αιτιολόγηση του ότι η αξία των κληρονομιαίων ακινήτων της περιουσίας που κατέλιπε η αποβιώσασα Φ και στα οποία αφορούσε και η επίμαχη φερόμενη ως πλαστή ιδιόγραφη διαθήκη υπερέβαινε το όριο των 73000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Ποιν.Δ ομοίου περιεχομένου λόγοι καθεμιάς των αιτήσεων των αναιρεσειόντων ότι στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν υπάρχει τέτοια έλλειψη στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι το Συμβούλιο εκτός από τις δικές του σκέψεις, αναφέρθηκε και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση η οποία αποτελεί αναπόστατο τμήμα του ίδιου βουλεύματος και στην οποία περιέχονται οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Επίσης απορριπτέοι είναι και οι ομοίου περιεχομένου λόγοι καθεμίας των αιτήσεων των αναιρεσειόντων για την κατ' εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45 και 216 καθώς και του άρθρου 386 ΠΚ παραπομπή των κατά συναυτουργία για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση και για την πράξη της κακουργηματικής απάτης στο δικαστήριο και άμεση συνέργεια σ' αυτήν. Δεν έχει παραβιασθεί κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα καθενός των αναιρεσειόντων κατά την προσδικασία, αφού περιέχονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία παραπέπονται αυτοί να δικασθούν στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου και να είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ ομοίου περιεχομένου καθεμιάς από τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τηρήσεως διατάξεων σχετικών με τα υπερασπιστικά δικαιώματα κάθε κατηγορουμένου ως προς τη διατύπωση σαφώς και ακριβώς της εναντίον του κατηγορίας κατά την προδικασία κάθε πράξη. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι τέλος και ο έτερος από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ. Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας που προβάλλεται από καθένα από τους αναιρεσείοντες καθόσον το Συμβούλιο Εφετών δέχεται αξιολογημένα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν των για τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται στο ακροατήριο και δεν στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα από τα οποία τα περιστατικά που προέκυπταν να μην πιθανολογούν σοβαρά την ενοχή των κατηγορουμένων ή να είναι τέτοια που να αποδυνάμωναν τις ενδείξεις που υπάρχουν είτε να οδηγούσαν σε εκτίμηση ότι το ανάλογο με την αξία των ακινήτων της περιουσίας της αποβιωσάσης περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε από τον υπαίτιο της απάτης επί δικαστηρίου με την άμεση συνέργεια του συγκατηγορουμένου του και το σκοπούμενο όφελος δια βλάβης των εγκαλούντων από την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε τα αποδιδόμενα εγκλήματα να είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και ως εκ του αναφερόμενου χρόνου τελέσεως των να έχει συμπληρωθεί η προθεσμία παραγραφής των.
Εξάλλου αυτά που επικαλέσθηκε ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2, ότι δηλαδή με την ... πράξη αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κωφόπουλου αποδέχθηκε μόνο το μερίδιο της αποβιωσάσας που είχε στο ακίνητο αγρό στη θέση ... του Δήμου ... ενώ ήδη αυτό είχε πωληθεί από τους κατηγόρους του στις 18-12-2003 αφορούν μεταγενέστερα της τελέσεως των πράξεων για τις οποίες παραπέμπεται περιστατικά που δεν έχουν εν προκειμένω επιρροή. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 163/10-9-2009 και 164/10-9-2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για την αναίρεση του 1368/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή