Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1835 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής βεβαίωση, Δόλος.




Περίληψη:
Προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου από υπάλληλο. Ποιος θεωρείται υπάλληλος. Πότε υπάρχει έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Πότε υφίσταται εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1835/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου-Εισηγήτρια και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη, και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της 2611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο Κατερίνης, που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 242 § 2, 13 περ. α' και γ' του ΠΚ συνάγεται ότι, προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νοθεύσεως εγγράφου, από υπάλληλο, ήτοι πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινώς, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, προϋπόθεση αποτελεί η εκ προθέσεως μεταβολή της εννοίας του εγγράφου, το οποίο μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά τρόπο που επηρεάζει ή ματαιώνει το περιεχόμενο της αποδεικτικής ισχύος του. Η μεταβολή αυτή μπορεί να τελεσθεί είτε με προσθήκη στο κείμενο του εγγράφου, ψηφίων, αριθμών, φράσεων, είτε με την απόσβεση ή ξέση τέτοιων στοιχείων, καθ' οιονδήποτε τρόπο και με την αναγραφή άλλων, αντί αυτών. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση, για να έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2611/2009 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως και 11-11-2001 και σε αδιευκρίνιστες επακριβώς ημερομηνίες, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' Π.Κ., καθόσον του είχε νομίμως ανατεθεί η άσκηση δημοτικής υπηρεσίας, με πρόθεση νόθευσε έγγραφα, που του ήταν προσιτά λόγω της υπηρεσίας τους. Ειδικότερα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με την ιδιότητα τους ως δημοτικού υπαλλήλου στο Γραφείο Εξυπηρέτησης Αλλοδαπών (Γ.Ε.Α.) του Δήμου Κατερίνης νόθευσε το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας του ως άνω γραφείου έτους 2001, το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα διέγραψε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς πρωτοκόλλου ..., ..., ..., ..., ... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών (..., ..., ..., ... και ...), οι οποίοι είχαν καταθέσει τις αιτήσεις τους με τα απαραίτητα δικαιολογητικά εμπροθέσμως, δηλαδή εντός της αποκλειστικής δίμηνης προθεσμίας, που έληγε στις 2-8-2001, βάσει του άρθρου 66 παρ. 21 Ν.2910/2001, και στη θέση τους ανέγραψαν τα στοιχεία ταυτότητας άλλων αλλοδαπών, δήθεν εμπροθέσμως αιτούντων, για τους οποίους όμως είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία υποβολής των σχετικών αιτήσεων, ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι οι τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις και τα απαραίτητα δικαιολογητικά για χορήγηση άδειας προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα και έτσι να ικανοποιηθούν αυτοί εις βάρος όσων οι αιτήσεις διεγράφησαν, οι οποίοι έτσι απώλεσαν την προθεσμία χορήγησης προσωρινής παραμονής στην Ελλάδα. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει ο κατηγορούμενος, ο οποίος ρητώς ομολόγησε την πράξη του, ως προς την εκπροθέσεως νόθευση και ψευδή βεβαίωση των ανωτέρω εγγράφων να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, δηλαδή της νόθευσης εγγράφων από υπάλληλο κατ' εξακολούθηση για τις περιπτώσεις που ο ίδιος ως άνω ομολόγησε ...". Με βάση τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την πράξη της νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο, κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλακίσεως το ποσό των πέντε ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, την οποία εφήρμοσε ορθώς και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Η ύπαρξη δε του δόλου του αναιρεσείοντος δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικώς, εφ' όσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις συνθήκες τελέσεως αυτού, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα στις παραδοχές, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος "νόθευσε το βιβλίο πρωτοκόλλου αλληλογραφίας....το οποίο του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του και ειδικότερα διέγραψε με απλές διαγραμμίσεις με στυλό τα καταχωρημένα με αριθμούς ... στοιχεία των αιτήσεων για χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής στην Ελλάδα ισάριθμων αλλοδαπών ... και στη θέση τους ανέγραψε τα στοιχεία ταυτότητος άλλων αλλοδαπών, δήθεν εμπροθέσμως αιτούντων, για τους οποίους είχε λήξει η ανωτέρω προθεσμία ..." ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι η τελευταίοι αλλοδαποί είχαν καταθέσει εμπροθέσμως τις αιτήσεις ... και έτσι να ικανοποιηθούν αυτοί εις βάρος όσων οι αιτήσεις διεγράφησαν, οι οποίοι απώλεσαν την προθεσμία χορήγησης προσωρινής διαμονής στην Ελλάδα". Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 242 § 2 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι ενώ οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων κρίνονται απαράδεκτες. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρον 583 § 1 του ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2611/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) της Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή