Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2067 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Προφορική ανάπτυξη.




Περίληψη:
Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Αν δεν αναπτυχθούν προφορικά, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο είναι απαράδεκτοι και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Δέχεται αυτεπαγγέλτως το λόγο αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, διότι το Δικαστήριο προέβη στην μετατροπή της ποινής, χωρίς να ερευνήσει εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις της αναστολής της. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 2067/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Βερβαινιώτη, περί αναιρέσεως της 12019/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 521/08.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι και οι από το άρθρο 30 του Ποινικού Κώδικα περί πραγματικής πλάνης, οι από το άρθρο 31 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα περί συγγνωστής νομικής πλάνης, που αποκλείουν τον καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και οι από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, περί δεδικασμένου και εκκρεμοδικίας. Η απόρριψη των πιο πάνω αυτοτελών ισχυρισμών πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την 12.019/2007 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στη δασική θέση ..., στην οδό ... και ... της περιφέρειας ..., την 16 Νοεμβρίου 2001, Α) χωρίς να έχει δικαίωμα καταπάτησε δημόσια δασική έκταση 580 τ.μ. που βρίσκεται στην παραπάνω θέση, αφού προέβη α) στην κατασκευή μαντρότοιχου και τοποθέτηση κιγκλιδώματος και β) αυθαίρετης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στο στάδιο τοιχίων και έχουν ρίξει πλάκα από μπετόν, με σκοπό να δημιουργήσει ανύπαρκτα δικαιώματα, κατοχής, νομής και κυριότητας στην έκταση αυτή, η οποία έχει εξαιρετική σημασία γιατί βρίσκεται σε προνομιούχο θέση και έχει οικοπεδική αξία. Β) Με πρόθεση προέβη ως ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος, ειδικότερα με την ιδιότητα του αυτή προέβη στην κατασκευή των ανωτέρω υπό στοιχείο β' κτισμάτων, χωρίς προηγουμένως να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας" και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Το Δικαστήριο, προκειμένου να εκδώσει την ανωτέρω καταδικαστική του απόφαση, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προέβαλε ο συνήγορός του, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, περί νομικής και πραγματικής πλάνης και δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, με την εξής αιτιολογία: "... Οι πιο πάνω προβαλλόμενοι από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ισχυρισμοί (αυτοτελείς) περί πραγματικής και νομικής πλάνης, δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον δεν εκτίθενται με σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν όλες τις προϋποθέσεις των αντιστοίχων κανόνων δικαίου που προβλέπουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, με σχετική καταχώριση τους στα πρακτικά". Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία παραδεκτώς γίνεται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν προβλήθηκαν με ταυτόχρονη αναφορά και ανάπτυξη όλων των απαραίτητων για τη νομική και πραγματική θεμελίωση τους και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε απήντησε και μάλιστα με πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μοναδικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν, 2479/1997 "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην απόφαση στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, χωρίς να κάνει καμία απολύτως μνεία για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών και προέβη στην μετατροπή της ποινής σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, με την αιτιολογία ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου και από τις λοιπές περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής αρκεί για να τον αποτρέψει από το να τελέσει άλλες αξιόποινες πράξεις. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παρακάτω αναφερόμενη ποινή σε χρηματική ποινή. Πρέπει ως εκ τούτου, ενόψει και των οικονομικών όρων του κατηγορουμένου να υπολογισθεί η κάθε ημέρα φυλακίσεως προς τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ". Έτσι, όμως, το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' ΚΠΔ πλημμέλειες, της ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας, και πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη, κατ' άρθρο 511 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως, τον οποίο προέβαλε ο Εισαγγελέας, κατά την προφορική απ' αυτόν ανάπτυξη της υποθέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 10 του Νόμου 3160/2003.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως.

Αναιρεί την 12019/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ