Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 434 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Αόριστος λόγος αναβολής: όχι υποχρέωση αιτιολογίας κλπ. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 434/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ανδρεάδη, περί αναιρέσεως της 4559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1238/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε, με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στη απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 του Κ.Π.Δ., μέχρι το τέλος πολιτικής δίκης, επί ζητήματος που εκκρεμεί στο πολιτικό δικαστήριο και ανήκει στην αρμοδιότητά του, έχει δε σχέση με την ποινική δίκη, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτά, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εάν το αίτημα δεν είναι ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και εντεύθεν η παράλειψη απαντήσεως δεν επιφέρει ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 4559/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, "έλαβε τον λόγο και πρότεινε... επικουρικά ν' αναβληθεί η υπόθεση κατ' άρθρο 60 και 61 Κ.Π.Δ.". Το αίτημα όμως αυτό, όπως υποβλήθηκε, είναι εντελώς αόριστο και επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα όμως το Εφετείο με παρεμπίπτουσα απόφαση απέρριψε το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Διότι κατά ο άρθρο 369 ΚΠΔ οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου προβάλλονται μόνο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι μετά τη λήξη της, και δη μετά την αγόρευση του Εισαγγελέως και του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου επί της ενοχής ". Ως εκ τούτου δε οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο δεν απάντησε στο αίτημα αναβολής της δίκης και απέρριψε αυτό χωρίς ειδική αιτιολογία είναι αβάσιμοι.
Στο άρθρο 60 ΚΠΔ ορίζεται ότι το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται, όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός εκείνων των περιπτώσεων για τις οποίες ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίκη, αξιώνει υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο, όπως για τα ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Μόνο στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης (και συνεπώς και της ποινικής δίκης) και αν δεν διαταχθεί η αναστολή επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (άρθ. 171 παρ. 1 γ' ΚΠΔ) άλλως υπέρβαση εξουσίας που είναι λόγοι αναιρέσεως της αποφάσεως κατ'άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικούς λόγους της κρινομένης αιτήσεως όπως αυτοί εκτιμώνται, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη την εξουσία του γιατί έλυσε προκαταρτικό ζήτημα που υπαγόταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ήτοι διότι έκρινε ότι ο αναιρεσείων έδωσε πληρεξουσιότητα στην εγκαλούσα-Δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αγωγής της ..... κατ' αυτού, ενώ το ζήτημα τούτο της πληρεξουσιότητας ή μη εκκρεμεί στα πολιτικά δικαστήρια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα ούτε υπερέβη την εξουσία του το δικαστήριο, καθόσον παραδεκτά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έκρινε παρεμπιπτόντως για το ανωτέρω ζήτημα, αφού δεν συνέτρεχε περίπτωση από εκείνες που έπρεπε κατά νόμο να προηγηθεί υποχρεωτικά απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, ώστε να είναι υποχρεωτική η αναστολή της ποινικής δίωξης. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον στην αιτιολογία της ανωτέρω απόφασης, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, "τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης". προκύπτει συνακόλουθα με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα υπεράσπισης ...... Επομένως ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα υπεράσπισης είναι αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 244/4.7.2008 αίτηση του ...... για αναίρεση της με αριθ. 4559/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή