Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 266 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αποφάσεως διόρθωση.




Περίληψη:
Απορρίπτει. Συμπληρώνει την υπ΄ αριθμ. 8754/2007 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.




Αριθμός 266/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, περί αναιρέσεως της 8754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 190/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Τέλος, μετά τον Ν. 3160/2003, η μη παράθεση στην απόφαση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 8754/2007 απόφασή του, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των ληφθέντων υπ' όψη αποδεικτικών μέσων και δη "τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία" (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στο ... , στις 15.6.2005 επεχείρησε δημοσίως ακόλαστη πράξη και προκάλεσε με αυτήν σκάνδαλο, ενόψει του ότι, καθήμενος δίπλα από την εγκαλούσα εντός του λεωφορείου του ΚΤΕΛ, που εκτελούσε διαδρομή ..., έβγαλε από το παντελόνι του το πέος και αυνανιζόταν δημοσίως, προκαλώντας έτσι σκάνδαλο.
Συνεπώς, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που κατηγορείται". Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προκλήσεως σκανδάλου δι' ασέμνων πράξεων, για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο, για την ενοχή του κατηγορουμένου, ήτοι μάρτυρες, των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δη της μηνυτρίας και του αστυνομικού και έγγραφα, χωρίς να εξαιρεθεί κάποιο εξ αυτών. Εντεύθεν, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και δη εκ του ότι δεν έγινε αναφορά σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και περί εσφαλμένης από αυτήν εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, ο άνω λόγος, περί ελλείψεως αιτιολογίας, εκ της μη αναφοράς του εφαρμοσθέντος άρθρου του ποινικού νόμου, είναι επίσης αβάσιμος, αφού νυν δεν απαιτείται τοιαύτη αναφορά. Πέραν αυτού όμως, εφ' όσον ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 514 εδ. τέταρτο ΚΠΔ, όπως αντικατατεστάθη από το άρθρο 50 παρ. 7 Ν. 3160/2003, μπορεί ακόμη και αν δεν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, αυτεπαγγέλτως να παραθέσει τα ελλείποντα από την προσβαλλομένη απόφαση άρθρα του ποινικού νόμου που εφηρμόσθη, πολύ δε περισσότερο δικαιούται να πράξει τούτο και όταν ο αναιρεσείων είναι παρών, πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να παρατεθούν στην πληττομένη απόφαση τα άρθρα 26 παρ. 1α, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, τα οποία εφηρμόσθησαν σχετικά με την ενοχή και την καταδίκη του αναιρεσείοντος (σε φυλάκιση 5 μηνών ανασταλείσα επί τριετία), τα οποία δεν έχουν παρατεθεί στην απόφαση αυτή.
Τέλος, οι λοιπές στους άνω λόγους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι το μεν πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το δε επιχειρείται δι' αυτών η διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ενώ η μεν υπό το στοιχ. Γ' της αιτήσεως αναιρέσεως και εν αρχή αυτού αιτίαση, αφορά, όχι την προσβαλλομένη, αλλά άλλη απόφαση, η δε αιτίαση, ότι το δικαστήριο δεν απήντησε σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, διότι ερείδεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού τοιούτοι δεν προκύπτει ότι υπεβλήθησαν.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 8754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Και Συμπληρώνει την υπ' αριθ. 8754/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την παράθεση στο σκεπτικό της των άρθρων 26 παρ. 1, 27 και 353 παρ. 1 ΠΚ, με βάση τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή