Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2044 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Αναίρεση μερική, Οπλοφορία, Οπλοχρησία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Νομίμου βάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία. Α) Δεκτός ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ΕΚ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, τα έννομα αγαθά της παθούσας των οποίων επήλθε διακινδύνευση, δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στερείται εντεύθεν νόμιμης βάσεως (ΑΠ 806/2008, 2441/2008, 908/2007). Β) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λοιποί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ τέσσερις λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας: 1) ΑΠ 379/2008, 2) ΑΠ 335/2008, 3) ΑΠ 1111/2006, 4) Δε δόθηκε ο λόγος τελευταία στην κατηγορουμένη. Απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμος. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2044/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κορφιάτη, περί αναιρέσεως της 287, 922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 713/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 α' Π.Κ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2 ΠΚ) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποια από τις ανωτέρω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, για τη ζωή ή για τη βαριά σωματική βλάβη. Τούτο διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περιπτώσεως, μολονότι η πράξη τιμωρείται και στις δύο με την ίδια ποινή, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχειρίσεως του δράστη, αφού στην πρώτη περίπτωση προσβάλλεται έννομο αγαθό υπέρτερο της σωματικής υγείας και ακεραιότητας, γεγονός που έχει σημασία ενόψει των κριτηρίων καθορισμού της ποινής, κατά το άρθρο 79 ΠΚ. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδυνεύσεως, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 309 ΠΚ και ιδρύεται ο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας εφήρμοσε σωστά ή όχι το νόμο, με αποτέλεσμα να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1390/2005 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, ως προς το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην ..., στις 6-1-2002, κτύπησε με μαχαίρι την εγκαλούσα ... και της προξένησε σωματική βλάβη στον αριστερό γλουτό, στο θώρακα και στην αριστερή ωμοπλάτη. Η ως άνω σωματική βλάβη, λόγω του μέσου, που χρησιμοποιήθηκε (μαχαίρι) και του ευαίσθητου σημείου (θώρακα), που κτυπήθηκε, μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική της βλάβη.
Η εγκαλούσα ... στις από 6-1-2002 και 15-1-2002 προανακριτικές της καταθέσεις αναφέρει ότι μετέβη στην οικία της κατ/νης να της ζητήσει εξηγήσεις, επειδή είχε συκοφαντήσει εκείνη και τη θυγατέρα της. Όταν μπήκε στην οικία της κατ/νης αυτή πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι και μ' αυτό την τραυμάτισε.
Η κατ/νη ισχυρίζεται ότι η εγκαλούσα, όταν εισήλθε στην οικία της δεν ήταν μόνη αλλά είχε μαζί της ένα άλλο άτομο με το όνομα ..., ο οποίος αυτός είχε μαχαίρι, της έσπασε ένα βάζο στο κεφάλι και η εγκαλούσα την άρπαξε από τα μαλλιά και τη κτυπούσε. Ο τραυματισμός, δε, της κατ/νης επήλθε από το ..., ο οποίος μάλωσε μαζί της και είχε μαχαίρι επάνω του. Όμως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της κατ/νης δεν ευσταθεί. Η εγκαλούσα αμέσως μετά το επεισόδιο με την κατ/νη και τον τραυματισμό της μετέβη στο Α/Τα Πετραλώνων και κατήγγειλε την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της κατ/νης, στη συνέχεια, δε, εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας, "ο Άγιος Παντελεήμων", όπου διαπιστώθηκε ο τραυματισμός της με τέμνον όργανο στο θώρακα, στην ωμοπλάτη και στο γλουτό και νοσηλεύθηκε στη θωρακοχειρουργική κλινική αυτού από 6-1-2002 έως 11-1-2002.
Η κατ/νη δεν μετέβη στην Αστυνομία άμεσα να καταγγείλει στις αξιόποινες πράξεις, που αυτή ισχυρίζεται ότι της προκάλεσε η εγκαλούσα και ο φίλος της ... ούτε πήγε σε ιατροδικαστή να εξετασθεί για τον τραυματισμό, που ισχυρίζεται ότι της προκάλεσαν. Η κατ/νη υπέβαλε μήνυση σε βάρος της εγκαλούσας καθυστερημένη στις 28-1-2002.
Ακόμη, η κατ/νη στην απολογία της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει ότι το μαχαίρι έπεσε από το ..., που ήταν μαζί με την εγκαλούσα, αλλά αυτή δεν το παρέδωσε την Αστυνομία.
Αν τα γεγονότα είχαν λάβει χώρα, όπως τα αναφέρει η κατ/νη αμέσως θα τα είχε καταγγείλει, θα είχε εξετασθεί από ιατροδικαστή και θα είχε παραδώσει το μαχαίρι στην Αστυνομία.
Κατόπιν τούτων, απορριπτομένου του ισχυρισμού της κατ/νης, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτή για επικίνδυνη σωματική βλάβη καθώς επίσης και για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία για το μαχαίρι, με το οποίο τραυμάτισε την παθούσα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη του πλημμελήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας και της επέβαλε γι' αυτές ποινές φυλακίσεως , 4 μηνών, 2 μηνών και Χ.Π. 150 ευρώ, και 6 μηνών αντίστοιχα και συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο ως προς το πρώτο έγκλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, αναφέροντας διαζευκτικώς τόσον στο σκεπτικό, όσον και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα έννομα αγαθά της παθούσας των οποίων επήλθε διακινδύνευση, (κίνδυνο για τη ζωή της ή βαριά σωματική της βλάβη), δημιούργησε ασάφεια ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που δέχθηκε και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, αφού δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία στερείται εντεύθεν νόμιμης βάσεως. Επομένως, ο σχετικός (Β2- β σκέλος), από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον υπό στοιχεία Α1 λόγο αναιρέσεως, προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη η αναγνωσθείσα, κατ'αυτήν, από 28-1-2002 έγκληση κατ'αυτής της μηνύτριας. Από την προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από τη μνεία στο προοίμιο του σκεπτικού " ...καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά", προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο, προς σχηματισμό της περί ενοχής της κατηγορουμένης κρίσεώς του, όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα έγγραφα έγγραφα και άρα αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα τη μη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου εγγράφου. Τούτο δε, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι δεν προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών, ανάγνωση τέτοιας εγκλήσεως. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως (Α1), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από τη μη συνεκτίμηση και της παραπάνω εγκλήσεως, είναι απορριπτέος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ, 369 παρ.1 και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αν μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, δε δοθεί τελευταία ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορο υπερασπίσεως, προκειμένου να αντιταχθεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 7), προκύπτει ότι, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και την πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, σημειώνεται ότι "ο συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο από τον πρόεδρο και ανέπτυξε την κατηγορία, ζήτησε την αθώωση της κατηγορουμένης". Επομένως, ο σχετικός για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (Β1), για μη δόση του λόγου τελευταία στο συνήγορο της αναιρεσείουσας και στην ίδια, προκειμένου να αντιτάξουν την υπεράσπισή της κατά της κατηγορίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν στα συντασσόμενα πρακτικά της δημοσίας συζήτησης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρισθεί το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, γιατί διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στην καταδικαστική για τα αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας κρίση του, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν, και τις "από 15-1-2002 και 6-1-2002 ένορκες καταθέσεις της μάρτυρος ...". Με τα παραπάνω στοιχεία, όμως, τα οποία παρατίθενται στην απόφαση για τις δύο ένορκες καταθέσεις μάρτυρος, η οποία είναι και εγκαλούσα- παθούσα, προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των εγγράφων αυτών, για την ανάγνωση των οποίων δεν προέβαλε άλλωστε αντίρρηση η ως άνω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως ο τόπος και η Αρχή στην οποία δόθηκαν οι καταθέσεις αυτές της εγκαλούσας, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία σχετικά με το ποία έγγραφα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εφόσον με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, που είχε έτσι πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, σχετικός (Β2 - α' σκέλος) λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε σε τούτο. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία παραβιάζει υπερασπιστικό δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ.3 εδ. δ της ΕΣΔΑ, να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο κατά τη συνεδρίασή του της 16-1-2009, διέκοψε τη συζήτηση για την 4-2-2009, προκειμένου να κληθεί σε νέα διεύθυνση κατοικίας που έδωσε ο εξεταζόμενος μάρτυρας υιός της κατηγορουμένης και εξετασθεί στο ακροατήριο η απολιπομένη εγκαλούσα μάρτυρας, κατά δε την επανάληψη της συζητήσεως, η ανωτέρω μάρτυρας δεν εμφανίστηκε και το δικαστήριο ανέγνωσε τις προαναφερθείσες δύο ένορκες προανακριτικές καταθέσεις αυτής, η ανάγνωση δε έγινε χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από την κατηγορουμένη ή τον παριστάμενο συνήγορό της και χωρίς να υποβληθεί αίτημα αναβολής της δίκης. Επομένως, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από την ανάγνωση των δύο προανακριτικών καταθέσεων της απουσιάζουσας εγκαλούσας μάρτυρος, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση της κατηγορουμένης, αδιαφόρως του ότι δε βεβαιώθηκε στο αιτιολογικό συνδρομή λόγου ανεφίκτου εμφανίσεως της άνω μάρτυρος στο ακροατήριο, ο δε τελευταίος σχετικός ( Γ1 ) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε η αναιρεσείουσα ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση ως προς το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Όσον αφορά τα λοιπά δύο αδικήματα της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει τη 287, 922/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της περί ενοχής της αναιρεσείουσας για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και επιβολής σ' αυτήν ποινής για την πράξη αυτή, καθώς και κατά τη διάταξή της για τη συνολική ποινή.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω μέρος που αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8-4-2009 αίτηση αναιρέσεως της ..., περί αναιρέσεως της 287,922/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ