Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1184 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία και σωματική βλάβη εξ αμελείας. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, υπέρβαση εξουσίας. Αναβολή δίκης - πρέπει να υποβληθεί σχετικό αίτημα. Διακοπή δίκης πέραν των χρονικών ορίων που ορίζει το άρθρο 375 § 2 ΚΠΔ. Έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Οι ελαφρυντικές περιστάσεις πρέπει να προβάλλονται από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1184/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου περί αναιρέσεως της 373/2008 αποφάσεως Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 12 Φεβρουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 741/09.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του απελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση της κατ' άρθρο 314 παρ. 1 α ΠΚ σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οποία "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών", απαιτείται αντικειμενικά μεν η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, υποκειμενικά δε τα αυτά, όπως και επί ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως άνω στοιχεία. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μονό μερικά απ" αυτά κατ' επιλογή -όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικο της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 373/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (3) ετών, ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στην ... στις 9-3-2004 και περί ώρα 7.40: Α) από αμέλεια που επέφερε το θάνατο του Ψ, κατοίκου εν ζωή ..., δηλαδή, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. (jeep) αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που πραγματοποιήθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα οδηγώντας το ως άνω αυτοκίνητο στο 17,7° χιλιόμετρο της Ν.Ε.Ο. ... με κατεύθυνση προς ..., δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού με αποτέλεσμα ευρισκόμενος εντός αριστερής στροφή και επί υγρού οδοστρώματος να εκτραπεί αριστερά της πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκείνη τη στιγμή κινούνταν κανονικά προς την αντίθετη κατεύθυνση το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο πιο πάνω παθών σε διάφορα μέρη του σώματος του, εκ των οποίων τραυμάτων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος αυτού. Β) στον ως άνω τόπο και χρόνο από αμέλεια του, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και προξένησε σωματική βλάβη άλλου ατόμου. Ειδικότερα, ενώ ήταν οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. (jeep) αυτοκινήτου, με κατεύθυνση προς ..., δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, με αποτέλεσμα ευρισκόμενος εντός αριστερής στροφής και επί υγρού οδοστρώματος να εκτραπεί αριστερά της πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκείνη τη στιγμή κινούνταν κανονικά προς την αντίθετη κατεύθυνση το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., που οδηγούσε ο Ψ, να συγκρουστούν τα δύο οχήματα και να τραυματιστεί ο Φ, συνεπιβάτης στο υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε., ο οποίος υπέστη κρανίοεγκεφαλικές κακώσεις με αιμορραγική θλάση του στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των βραχιονικών οστών, του αριστερού μηριαίου οστού και ρήξη σπληνός". Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Στις 9-3-2004 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο κινούνταν στη ΠΕΟ ... με κατεύθυνση προς τον .... Μόλις αυτός έφθασε στη Χ.Θ 17,7 της παραπάνω οδού, όπου υπάρχει επικίνδυνη στροφή εισήλθε σ' αυτή με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χλμ την ώρα. Έτσι αυτός κατά την έξοδό του από την στροφή λόγω της παραπάνω ταχύτητας και της ολισθηρότητας της οδού λόγω βροχής έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, πλαγιολίσθησε αριστερά και εισήλθε στο αντίθετου ρεύμα πορείας. Εκεί αυτός συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με το κανονικά κινούμενο με ταχύτητα 60 χλμ την ώρα υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο του οδηγούσε ο Ψ με συνεπιβάτη τον Φ. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ψ εξετράπη της πορείας του προς τη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος και προσέκρουσε στο τοίχωμα της παραπάνω οδού, ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ακινητοποιήθηκε στη διπλή διαχωριστική γραμμή. Από την παραπάνω σύγκρουση τραυματίστηκε ο οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου σε διάφορα μέρη του σώματός του και από τα τραύματα αυτά επήλθε ο θάνατός του. Επίσης, από την ίδια σύγκρουση τραυματίστηκε ο συνοδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου Φ, ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με αιμορραγική θλάση του στελέχους του εγκεφάλου, κάταγμα αμφοτέρων των βραχιονικών οστών και του αριστερού μηριαίου οστού και ρήξη σπληνός. Από την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου επήλθε τόσο ο θάνατος του Ψ όσο και η σωματική βλάβη του Φ, αξιόποινο αποτέλεσμα που ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε ότι θα επέλθει.".
Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφάσεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά της αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος, σε επικίνδυνη στροφή βαίνοντας με το αυτοκίνητο που οδηγούσε με ταχύτητα τουλάχιστον 100 χιλ/ωριαίως και λόγω της ολισθηρότητος του οδοστρώματος, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί το όχημα που οδηγούσε, με το αντιθέτως κανονικά κινούμενο υπ' αριθ, ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, προς δε αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με συνέπεια η απόφαση να στερείται νομίμου βάσεως, από το ότι στο μεν σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι το ατύχημα συνέβη κατά την έξοδο του οχήματος που οδηγούσε ο αναιρεσείων από τη στροφή, στο δε διατακτικό διαλαμβάνεται ότι το ατύχημα συνέβη όταν το όχημα βρισκόταν εντός της στροφής, είναι αβάσιμη, διότι δεν είναι αναγκαίο στοιχείο σε ποιο σημείο της στροφής έλαβε χώρα το ατύχημα, αφού το σημείο της συγκρούσεως, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τοποθετείται, εντός του οδοστρώματος (αντίθετο ρεύμα) του είναι και το ουσιώδες στοιχείο για το επελθόν αποτέλεσμα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπροθέσμως (στις 12-2-2010) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ) και είναι παραδεκτό, ενόψει του ότι το κυρίως δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 εδ. α, β και 3 Κ.Ποιν.Δ το δικαστήριο, μετά από πρόταση των Εισαγγελέα η αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίαση για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών. Εξάλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση επί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, η αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, εάν δε το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η Κ.Ποιν.Δ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Όμως για να έχει υποχρέωση να απαντήσει το δικαστήριο αιτιολογημένα στο άνω αίτημα πρέπει να υποβληθεί αυτό παραδεκτά και να είναι ορισμένο. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 141 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ, τα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ'αυτά, σύμφωνα με το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα. Από την άνω διάταξη (141 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ) προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 378/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του άνω δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 18 Δεκεμβρίου 2007, ότε εξετάσθηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας και υπερασπίσεως. Λόγω παρόδου του κανονικού ωραρίου η δίκη διεκόπη για την δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008. Κατά τη δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008 εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής και υπερασπίσεως, οι οποίοι δήλωσαν ότι απέχουν των καθηκόντων τους λόγω συμμετοχής τους στην Πανελλήνια αποχή των Δικηγορικών Συλλόγων, χωρίς όμως να υποβάλουν αίτημα αναβολής της δίκης. Κατόπιν το δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για την δικάσιμο της 27 Φεβρουαρίου 2008, ότε δεν εμφανίσθηκε ο κατηγορούμενος και η πληρεξούσια δικηγόρο του, το δε δικαστήριο προχώρησε στην έρευνα της υποθέσεως εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αφού κατά τη δικάσιμο της 23 Ιανουαρίου 2008 δεν υπεβλήθη αίτημα αναβολής, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αναβάλει την δίκη ή να αιτιολογήσει την μη αναβολή αυτής, κατά την διακριτική του δε ευχέρεια προέβη στην διακοπή της δίκης για την 28-2-2008. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του Κ.Ποιν.Δ, πρώτος, κατ' εκτίμησιν λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως και ο συναφής τρίτος, κατά το ένα σκέλος του, των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής και για υπέρβαση εξουσίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την αρχή που καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 Κ.Ποιν.Δ) μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 1244/1986). Αν το έννομο συμφέρον, ελλείπει το ένδικο μέσο ή ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτονται ως απαράδεκτα. Εξάλλου κατά το άρθρο 339 παρ. 2 εδ. γ Κ.Ποιν.Δ "εκείνος που διευθύνει δεν μπορεί να διακόψει τη συζήτηση παρά μόνο κατά τα αναγκαία διαλείμματα για αναψυχή των δικαστών, των ενόρκων, των συνηγόρων, των μαρτύρων, των κατηγορουμένων και σε όσες περιπτώσεις, ορίζει αυτός ο Κώδικας". Τέτοιες περιπτώσεις που ορίζονται στον Κ.Ποιν.Δ είναι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 375 παρ. 2, κατά το οποίο, το Εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μία ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δέκα πέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάσθηκε κατά τη διαδικασία είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον τρίτο εκ των προσθέτων λόγων, κατά το έτερο σκέλος του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ακροάσεως και υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου, διότι αυτό διέκοψε τη συζήτηση της υποθέσεως από 18 Δεκεμβρίου 2007 για την 23 Ιανουαρίου 2008 και εν συνεχεία από 23 Ιανουαρίου 2008 για την 27 Φεβρουαρίου 2008, ήτοι πέραν των χρονικών ορίων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ και μάλιστα δύο φορές. Όμως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος προς υποβολή τους, αφού αυτός δεν προσδιορίζει στην υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους, ότι υπέστη συγκεκριμένη βλάβη από την κατά τα ανωτέρω διακοπή της δίκης, καθ' υπέρβασιν των χρονικών ορίων που ορίζει το άνω άρθρο. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον Κ.Ποιν.Δ (άρθρο 139) πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρείται μεταξύ άλλων (υπό α') "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Ο αναιρεσείων με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της ένδικης αιτήσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι το δικαστήριο δεν του ανεγνώρισε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου αν και το δελτίο ποινικού μητρώου του είναι λευκό. Όμως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του Κ.Ποιν.Δ λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο ή την πληρεξουσία δικηγόρο του, ούτε το δικαστήριο είχε υποχρέωση αυτεπαγγέλτως να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου.
Κατόπιν αυτών μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2009 αίτηση και τους από 12 Φεβρουαρίου 2010 πρόσθετους λόγους του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 373/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010. Και

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιουνίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


<< Επιστροφή