Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1526 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή αλλά υπότροπο. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και μη ορθή εφαρμογή του νόμου.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1526/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, περί αναιρέσεως της 348-349/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1648/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και 2 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά - ΚΝΝ - ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2.900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών ουσιών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης, με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 15β του ν. 2479/1997 (ήδη άρθρο 23 του ν. 3459/2006) είναι επιβαρυντική περίπτωση, για την οποία προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική, αν ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ως άνω νόμου, εκτός των λοιπών περιπτώσεων, είναι υπότροπος. Θεωρείται δε υπότροπος κατά το ίδιο ως άνω άρθρο, όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγουμένης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών σε ποσότητα που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987 ήδη άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 3459/2006), για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 348-349/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τα τέλη Μαρτίου 2005 περιήλθε στην Υπ/ση Δίωξης Ναρκωτικών ... η πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος διακινεί ναρκωτικές ουσίες σε άτομα που συχνάζουν σε νυκτερινά κέντρα της πόλης. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί έθεσαν υπό παρακολούθηση τον κατηγορούμενο και διαπίστωσαν ότι καθημερινά επισκεπτόταν νυκτερινά κέντρα και εκεί είχε συναντήσεις με τοξικομανείς. Την 29-3-05 ο κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε το ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε από αστυνομικούς στη συμβολή των οδών ... και ... και σε νομότυπη έρευνα βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του ναρκωτικές ουσίες. Ειδικότερα ένα μικρόδεμα ηρωΐνης βάρους 3 γραμμαρίων, ένα ηρωΐνης βάρους 2 γραμμαρίων, 25 δισκία μεθαδόνης. Επίσης ο ίδιος κατείχε 1300 ευρώ και δύο κινητά τηλέφωνα. Ακολούθησε έρευνα στο σπίτι του στην οδό ... και εκεί βρέθηκε μία ζυγαριά ακριβείας και το χρηματικό ποσό των 3100 ευρώ. Την παραπάνω ποσότητα των ναρκωτικών ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει την 22-3-2005 από άγνωστο Αλβανό με το όνομα ΑΑ. Ειδικότερα ποσότητα 10 γραμμαρίων είχε αγοράσει με τίμημα 200 ευρώ, 5 γραμμάρια κοκαΐνη με τίμημα 250 ευρώ και 15 δισκία μεθαδόνης με τίμημα 5 ευρώ το κάθε δισκίο. Ο κατηγορούμενος με την 468-469/1998 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έχει καταδικαστεί για το κακούργημα της κατοχής ναρκωτικών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και το γεγονός ότι αφενός κατείχε διάφορα είδη ναρκωτικών ουσιών και είχε στο σπίτι του και ζυγαριά ακριβείας σε συνδυασμό και με την κατάθεση του αστυνομικού ΒΒ ότι είχε παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο και είχε διαπιστώσει επαφές με τοξικομανείς οδηγούν στην κρίση ότι αυτός αγόρασε τα παραπάνω ναρκωτικών ουσιών ως τοξικομανής, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά ως υπότροπος εφόσον τέλεσε την πράξη αυτήν πριν από την παρέλευση δεκαετίας από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης που προαναφέρθηκε. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ. Εφόσον η καλή συμπεριφορά στηρίζεται σε θετική στάση του προσώπου και όχι σε περιστατικά μη αρνητικής του στάσης. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κρατούμενος για χρονικό διάστημα τριών ετών στη φυλακή είχε καλή διαγωγή. Όμως το περιστατικό αυτό δεν αρκεί για την αναγνώριση στο πρόσωπό του του παραπάνω ελαφρυντικού, εφόσον όντας υπό περιορισμό, είναι υποχρεωμένος να υπακούει στους κανόνες της φυλακής, τους οποίους, αν παραβεί θα αντιμετωπίσει συνέπειες, η δε συμπεριφορά του αυτή δεν διαμορφώνεται σε καθεστώς ελευθερίας, στο οποίο το άτομο μπορεί με δική του βούληση να εκδηλώσει τη συμπεριφορά του για να κριθεί αν αυτό είναι καλή. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου". Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών όντας τοξικομανής αλλά και υπότροπος και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 98 του ΠΚ, 4 παρ. 1 3 πιν. Α5-6, 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2, 8 και 13 παρ. 1 του ν. 1729/1987 όπως ίσχυε πριν τον ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι οι απ' αυτόν συνεχόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών δεν προορίζονταν για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους - για εμπορία, αλλά αποκλειστικά για δική του χρήση, ενόψει όλων των συνθηκών της κατοχής τους (διάφορες ποσότητες διαφόρων ναρκωτικών, θέση τους μέσα στο αυτοκίνητό του, ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας). Εξάλλου ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια στην αιτιολογία του περιστατικού περί συνδρομής στο πρόσωπο του της επιβαρυντικής περίπτωσης του ότι είναι υπότροπος, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 468-469/1998 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την οποία ανέγνωσε ως έγγραφο (βλ. σελίδα 7η πρακτικών υπό στοιχ. 10 έγγραφο) και έλαβε ρητώς υπόψη του, πράγματι προκύπτει ότι αυτή είναι αμετάκλητη απόφαση (βλ. στο τέλος αυτής την από 1-4-2005 σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση για μη άσκηση κατ' αυτής κάποιου ενδίκου μέσου) και ότι με αυτή έχει κταδικαστεί ο αναιρεσείων στις 3-11-1998, εκτός άλλων, και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών σε βαθμό κακουργήματος, σε ποινή κάθειρξης και χρηματική ποινή. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης νόμιμης βάσης, ακολούθως δε πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2008 δήλωση - αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 348-349/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ