Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1643 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Αναίρεση επί απορρίψεως αιτήσεως για επανάληψη διαδικασίας (άρθρα 525, 527, 528 ΚΠΔ). Τι αποτελεί νέο γεγονός. Ο μετά την τέλεση της πράξεως επιεικέστερος νόμος αν περιέχει ευμενέστερες διατάξεις εφαρμόζεται επί υποθέσεων, οι οποίες δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Ν. 5960/1993, ΝΔ 1325/1972, Ν. 2408/1996, Ν. 2721/1999. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1.643/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 843/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 326/17.6.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, αίτηση αναιρέσεως της Χ, κατοίκου ..., κατά του 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν -γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιασδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Κατά το άρθρο 79 παρ.1, 3, 5 του Ν.5960/1933 "Περί επιταγής", όπως το άρθρο 79 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, η παρ. 3 με την παρ. 1 εδ. β' του άρθρου 4 ν.2408/1996 και όπως η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 1 του Ν.2408/1996, ο εκδίδων επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτού που δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Το αξιόποινο της πράξεως της παρ. 1 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και τη μη πληρωμή της επιταγής. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. γ' Ν.2408/1996, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 Ν.2721/1999, για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ιδίου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου.Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 446/2008 βούλευμά του, με δικές του σκέψεις και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη, αναφορικά με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας του αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 525 παρ.1 περ. 2 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάσθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, εάν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι νέες αποδείξεις είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και για το λόγο αυτό ήσαν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Την κρίση του αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι-οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανόν ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει βαρύτερο έγκλημα, όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ελαττωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. Εξάλλου, ο. μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 . και 2 Π.Κ. ο μετά την τέλεση της πράξεως επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνο επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικαστεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη επιφέρει την παύση εκτελέσεως της ποινής μετά των επακολούθων της. Για τις υποθέσεις που έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως,οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών με μεταβατικές διατάξεις και αν δεν το πράξει για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επαναλήψεως, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν περιλαμβάνεται και η επί το ευμενέστερο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας (ΑΠ 1109/1998 ΠΧ ΜΘ' 603, ΑΠ 1801/1997 και 661/1997 ΠΧ ΜΗ' 598 και 160, αντίστοιχα). Ωστόσο, η ύπαρξη νέου επιεικέστερου νόμου πριν την αμετάκλητη καταδίκη, τον οποίο αγνοούσαν οι δικαστές, συνιστά νέο γεγονός, γιατί αποτελεί εξωτερικώς άμεσα ή έμμεσα αντιληπτό και επιδεκτικό αποδείξεως συμβάν, η δε αποκάλυψη του εκ των υστέρων καθιστά αυτό "νέο και άγνωστο" στους δικάσαντες δικαστές, αφού προϋπήρχε της εκδικάσεως της υποθέσεως και δεν είχε τυχόν περιέλθει ακόμη σε γνώση τους (ΑΠ 1948/2002 ΝοΒ 2003, σελ, 311). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ίσχυαν κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, "1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών ... 3. Εις τον υπαίτιον της εν παραγράφω 1 πράξεως, όστις απεζημίωσε πλήρως τον κομιστήν μετά τη νόμιμον εμφάνισιν και μη πληρωμήν της επιταγής, επιβάλλεται ποινή ηλαττωμένη κατά το άρθρον 83 του Π.Κ., επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 85 αυτού". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, ήταν δυνατό μέχρι την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2408/1996 (4-6-1996) να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε και συνεπώς, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του για το παραπάνω έγκλημα, η επίκληση της ικανοποιήσεως του παθόντος κομιστή της επιταγής, δεν αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική αυτή απόφαση (ΑΠ 661/1997 ό.π.). Ο ν. 2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, όρισε στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι: α) Στο άρθρο 79 ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972, προστίθεται παρ. 5 που έχει ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". β) Η παρ. 3' του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής", γ) "Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ.". Την 3-6-1999 δημοσιεύθηκε ο ν. 2721/1999, ο οποίος στο άρθρο 22 αυτού ορίζει τα εξής: 1. Το εδάφιο γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ν. 5960/1933 που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α' ν. 2408/1996 αντικαθίσταται ως. εξής: "γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου". 2. Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ' του άρθρου 4 ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της εγκλήσεως, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της εγκλήσεως γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ. 3. Τα εδάφια α', β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997, (με τις διατάξεις αυτές καθορίζονταν οι προϋποθέσεις μετατροπής των ανεκτέλεστων ποινών φυλακίσεως που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν καταστεί αμετάκλητες μέχρι την ισχύ του ν. 2521/1997 και δεν είχαν μετατραπεί σε χρηματικές), εφαρμόζονται και για τις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή θα καταστούν αμετάκλητες μέσα σε ένα εξάμηνο από την έναρξη ισχύος του.Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο μεν ν. 2408/1996 δεν όρισε τίποτε για τις ποινές που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα για τέτοιες πράξεις και εκτίονταν ή επρόκειτο να εκτιθούν, πράγμα που σημαίνει ότι καμιά μεταβολή στο σημείο αυτό δεν θέλησε ο νομοθέτης, και κατά συνέπεια οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετακλήτως συνέχιζαν εκτιόμενες ή εκτίονταν εξαρχής ακώλυτα, ο δε ν. 2721/1999 όρισε ρητά ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις μέχρι την ισχύ του ν. 2721/1999 εκτίονται κανονικά και παρέχεται η δυνατότητα, αν δεν είχαν μετατραπεί, να μετατραπούν σε χρηματικές ποινές.Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 111691/4-10-1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, η αιτούσα καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και συγκεκριμένα ότι στην ... στις 16-4-1992 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...επιταγή ποσού 650.000 δρχ., η οποία κατά την εμφάνιση της στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 61910/2-10-1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-12-1997, όπως προκύπτει τόσο από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και έτσι η 111691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Με την υπό κρίση αίτηση της η αιτούσα, αφού αναγνωρίζει ότι η πιο πάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, εκθέτει ότι ήδη έχει εξοφλήσει τον κομιστή της προαναφερόμενης επιταγής και προσκομίζει μια υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου κομιστή ..., που βεβαιώνει ότι η αιτούσα εξόφλησε την επιταγή αυτή κατά μήνα Απρίλιο 1993. Επειδή δε, όπως ισχυρίζεται αυτή, το γεγονός αυτό της εξοφλήσεως της επιταγής ήταν παντελώς άγνωστο στους δικαστές, όταν εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, αφού δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο, -οπότε θα είχε κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας-, προσάγει ήδη τις αποδείξεις αυτές και ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 525 σε συνδυασμό με τα άρθρα 527 και 528 Κ.Π.Δ., να γίνει δεκτή η αίτηση της, να ακυρωθεί η 111691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ή να κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας. Όμως το "νέο" αυτό γεγονός που επικαλείται η αιτούσα για την επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή η εξόφληση της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, είτε πριν είτε μετά την καταδίκη της, δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 11691/1993 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση και μέχρι την 4-6-1996 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν. 2408/1996), ήταν δυνατό να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι είχε τελέσει. Η εκ μέρους της αιτούσας επίκληση των νόμων 2408/1996 και 2721/1999, που δημοσιεύθηκαν στις 4-6-1996 και 3-6-1999, αντίστοιχα, και περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις για τους υπαιτίους του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, δεν αποτελούν για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στην αιτούσα τα έξοδα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στον προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 1 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έτσι οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 β' και δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, η δε αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς.
Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 86/5-5-2008 αίτηση αναίρεσης της Χ, κατοίκου ..., κατά του 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-10-2007 αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Και
ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα.
Αθήνα 12 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Μαρκής".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ'άρθρα Κ.Π.Δ. 525 παρ. 1 "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα" εις τις εις αυτό (άρθρο) αναφερόμενες περιοριστικώς περιπτώσεις, 527 παρ. 1 "Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ... ή από τον συνήγορό του" ... Και §3 "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν ... και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση ...", 528 παρ. 1 εδ. α' "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα, και τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής "Κατά της απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485", ήτοι για λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 και δεδομένου ότι ο λόγος δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει εάν ελλείπει μεν παντελώς η αιτιολογία, να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση, αν δε υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον εις τί συνίσταται η έλλειψη αυτή, σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος, ήτοι ποίες οι τυχόν ελλείψεις στην αιτιολογία αυτού ή οι αντιφατικές αιτιολογίες ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη από το συμβούλιο (Ολ.Α.Π. 2/2002, 19/2001). Περαιτέρω για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 παρ. 1β' Κ.Π.Δ. λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνονται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, εάν δηλαδή έλαβε χώρα εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής, η έννοια που εδόθη σ' αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ότι απεδείχθησαν κατά τη γενομένη υπαγωγή τους σ'αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη από 5 Μαΐου 2008 αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ'αριθμ. 446/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της νυν αναιρεσειούσης περί επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 111.691/1993. Αυτή παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθείσα (η έκδοση του βουλεύματος έλαβε χώρα την 14 Απριλίου 2008 και τούτο επεδόθη εις μεν την αντίκλητο δικηγόρο την 23 Απριλίου 2008, εις δε την αναιρεσείουσα την 5 Μαΐου 2008) είναι νόμιμη, όσον αφορά τον λόγον περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ως προς τον οποίο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Όσον αφορά όμως τον λόγον περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας από το βούλευμα, κατά τον οποίον, κατά πιστή εδώ μεταφορά: "Διότι το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα στερείται της επιβαλλομένης οπό το άρθρο 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθιδρυούσης τον προβλεπόμενο από το αρ.510 παρ.1 ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Έλλειψη της θεμελιωθείσης ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει αν δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις των περιστατικών", η κρινομένη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας του λόγου αυτού, και πρέπει, ως προς αυτόν, να απορριφθεί ως τοιαύτη. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ' αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού), εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ' άς χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 παρ. 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Και βαρύτερο έγκλημα κατά την έννοια της άνω διατάξεως υπάρχει όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότης επιεικεστέρας μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ιδίας πράξεως με την επιβολήν, ενδεχομένως ελαττωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ. Περαιτέρω ο μεταγενέστερος, της αμετακλήτου καταδίκης, ουσιαστικός ποινικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν κατά την έννοια της άνω διατάξεως και ούτω δεν μπορεί να θεμελιώσει αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, αφού κατά το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του Π.Κ., ο μετά την τέλεση πράξεως επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφαρμόζεται, μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη όχι αξιόποινη, επιφέρει την παύση της εκτελέσεως της ποινής μετά των επακολούθων της. Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενεστέρου νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών με μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει, για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος, όχι όμως και η ειδική διαδικασία της επαναλήψεως, η οποία προϋποθέτει "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επί το ευμενέστερο μεταβολή της ποινικής νομοθεσίας. Τέλος, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ή ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ή και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ' όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παράγραφοι 1 και 3 Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αυτές αντικατεστάθησαν με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1325/1972 "1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρ' ώ δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών ... 3. Εις τον υπαίτιον της εν παραγράφω 1 πράξεως, όστις απεζημίωσε πλήρως τον κομιστήν μετά τη νόμιμον εμφάνισιν και μη πληρωμήν της επιταγής, επιβάλλεται ποινή ηλαττωμένη κατά το άρθρον 83 του Π.Κ., επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 85 αυτού". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η πλήρης αποζημίωση του κομιστού της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, ήτο δυνατό μέχρι την ισχύ του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 2408/1996 (4-6-1996) να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότιαυτός είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι τέλεσε και συνεπώς, σε περίπτωση αμετακλήτου καταδίκης του για το έγκλημα, η επίκληση της ικανοποιήσεως του παθόντος κομιστού της επιταγής, δεν αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική αυτή απόφαση. Ο Ν.2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, όρισε στο άρθρο 4 παρ. 1 αυτού ότι: " α) Στο άρθρο 79 ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 ν.δ/τος 1325/1972, προστίθεται παρ. 5 που έχει ως εξής: "Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", β) Η παρ. 3 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής: "Το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής", γ) "Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά και η ποινική δίωξη παύει οριστικά, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της. Η δήλωση γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ.". Την 3-6-1999 εδημοσιεύθη ο Ν. 2721/1999, ο οποίος στο άρθρο 22 αυτού ορίζει τα εξής: "1. Το εδάφιο γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ν. 5960/1933 που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α' ν. 2408/1996 αντικαθίσταται ως εξής: "γ) Για πράξεις που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου". 2. Αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ' του άρθρου 4 ν.2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Η παραπάνω δήλωση και η ανάκληση της έγκλησης γίνεται στις αρχές της παρ. 2 του άρθρου 52 Κ.Π.Δ. 3. Τα εδάφια α', β' και γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του ν. 2521/1997, (με τις διατάξεις αυτές καθορίζονταν οι προϋποθέσεις μετατροπής των ανεκτέλεστων ποινών φυλακίσεως που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν καταστεί αμετάκλητες μέχρι την ισχύ του ν. 2521/1997 και δεν είχαν μετατραπεί σε χρηματικές), εφαρμόζονται και για τις δικαστικές αποφάσεις που κατέστησαν αμετάκλητες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή θα καταστούν αμετάκλητες μέσα σε ένα εξάμηνο από την έναρξη ισχύος του". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο μεν Ν.2408/1996 δεν όρισε τίποτε για τις ποινές που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα για τέτοιες πράξεις και εκτίονταν ή επρόκειτο να εκτιθούν, πράγμα που σημαίνει ότι καμιά μεταβολή στο σημείο αυτό δεν θέλησε ο νομοθέτης, και κατά συνέπεια οι ποινές που επεβλήθησαν αμετακλήτως συνέχιζαν εκτιόμενες ή εκτίονταν εξαρχής ακώλυτα, ο δε Ν.2721/1999 όρισε ρητά ότι οι ποινές που είχαν επιβληθεί για παράβαση του άρθρου 79 Ν.5960/1933 με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις μέχρι την ισχύ του Ν. 2721/1999 εκτίονται κανονικά και παρέχεται η δυνατότητα, αν δεν είχαν μετατραπεί, να μετατραπούν σε χρηματικές ποινές.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τούτο, μετά την παράθεση της μείζονος σκέψεως σχετικά με τους Ν.2408/1996, 2721/1999, όπως ούτοι και ανωτέρω εξετέθησαν, απέρριψε την αίτηση της καταδικασθείσης - αιτούσης για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 111.691/1993 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεχθέν τα εξής: "Από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η αιτούσα προκύπτουν τα ακόλουθα: "Με την 111.691/4-10-1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, η αιτούσα καταδικάσθηκε ερήμην σε φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δρχ. για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, και συγκεκριμένα ότι στην ... στις 16-4-1992 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 650.000 δρχ., η οποία κατά την εμφάνισή της στην πληρώτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 61910/2-10-1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 15-12-1997, όπως προκύπτει τόσο από τη σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση του αρμόδιου Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και από το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της αναιρέσεως και έτσι η 111.691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Με την υπό κρίση αίτησή της η αιτούσα, αφού αναγνωρίζει ότι η πιο πάνω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, εκθέτει ότι ήδη έχει εξοφλήσει τον κομιστή της προαναφερόμενης επιταγής και προσκομίζει μια υπεύθυνη δήλωση του τελευταίου κομιστή ..., που βεβαιώνει ότι η αιτούσα εξόφλησε την επιταγή αυτή κατά μήνα Απρίλιο 1993. Επειδή δε, όπως ισχυρίζεται αυτή, το γεγονός αυτό της εξοφλήσεως της επιταγής ήταν παντελώς άγνωστο στους δικαστές, όταν εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, αφού δεν προσκόμισε τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο, -οπότε θα είχε κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας-, προσάγει ήδη τις αποδείξεις αυτές και ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 525 σε συνδυασμό με τα άρθρα 527 και 528 Κ.Π.Δ., να γίνει δεκτή η αίτηση της, να ακυρωθεί η 111.691/1993 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της ή να κηρυχθεί αθώα της αποδιδόμενης κατηγορίας. Όμως το "νέο" αυτό γεγονός που επικαλείται η αιτούσα για την επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή η εξόφληση της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, είτε πριν είτε μετά την καταδίκη της, δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την 111.691/1993 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, γιατί το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 ν. 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η πιο πάνω καταδικαστική απόφαση και μέχρι την 4-6-1996 (ημερομηνία δημοσιεύσεως του ν. 2408/1996), ήταν δυνατό να είχε ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι είχε τελέσει. Η εκ μέρους της αιτούσας επίκληση των νόμων 2408/1996 και 2721/1999, που δημοσιεύθηκαν στις 4-6-1996 και 3-6-1999, αντίστοιχα, και περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις για τους υπαιτίους του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, δεν αποτελούν για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω νέο γεγονός, άγνωστο στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και για το λόγο αυτό δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως αβάσιμη.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθώς τις άνω διατάξεις των Ν. (5960/1933, Ν.Δ. 1325/1972), Ν.2408/1996, Ν.2721/1999 ερμήνευσε και εφήρμοσε και ως προς την μη παύση της ποινικής διώξεως, λόγω της επικλήσεως της μη υποβολής εκ μέρους του κομιστή εγκλήσεως εφ' όσον ο τελευταίος των άνω νόμων ίσχυσε μετά την κατά την 2.10.1997 εκδίκαση της εφέσεως, τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς ο τ' αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αυτός, με τον οποίον υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ελλείψεως νομίμου βάσεως, επιχειρείται να επιτευχθεί η επανάκριση της υποθέσεως, υποστηρίζων εν εκτάσει ότι "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε να απορρίψει ως ανυποστήρικτη την έφεση, χωρίς να εξετάσει προηγουμένως εάν υπάρχει δήλωση του κομιστή της επιταγής" (περί συνεχίσεως της ποινικής διώξεως), είναι απαράδεκτος.
Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 86/5 Μαΐου 2008 αίτηση της Χ, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 446/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη η από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ'αριθμ. 111.691/1993 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή