Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 949 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Κληρονομία , Κυριότητα.




Περίληψη:
Ένδικο μέσο (Αίτηση αναίρεσης). Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 11,19, 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Επικυρώνει Εφ.Κέρκ. 159/2011.




Αριθμός 949/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. - Θ. Β. του Δ., χήρας Η. Ν., 2) Α. Β. του Δ., συζύγου Σ. Α., και 3) Θ.-Ε.-Ι. Β. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Τ. χήρας Σ. Α., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., ως ενασκούσας τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Σ. Α. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευφημία Τσαγκαλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 159/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 22/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη -ενάγουσα απέκτησε από την κληρονομία του πατέρα της, που απεβίωσε την 10-6-2005, την οποία αποδέχθηκε με την αναφερόμενη και νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη, το περιγραφόμενο οικόπεδο, εμβαδού 971,50 τ.μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό οικοδομή, που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... περιοχής "..." της πόλεως Κερκύρας, και το οποίο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο πατέρα του από την κληρονομία του προαποβιώσαντος υιού του Σ. Α., ο οποίος το είχε αποκτήσει με αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κερκύρας Μ. Μάρκου από τους αδελφούς Δ. και Ν. Β., που απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τις πρώτη και δεύτερη, και την τρίτη, αντίστοιχα, αναιρεσείουσες - εναγόμενες. Εν συνεχεία το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Το εν λόγω οικόπεδο, κατά το χρόνο που το αγόρασε ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, από τους αδελφούς Β., αποτελούσε τμήμα μείζονος εδαφικής έκτασης ιδιοκτησίας τους, πολλών στρεμμάτων (περί τα 110), η οποία είχε ήδη ενταχθεί στο σχέδιο πόλης βάσει του από 20/10-28/11/88 Π.Δ. ΦΕΚ 848Δ (Πολεοδομική μελέτη της Πολεοδομικής ενότητας Παγκρατέϊκων) σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1337/1983 περί εισφοράς σε γη και αναμένονταν (κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας) η τακτοποίηση των οικοπέδων της εν λόγω οικιστικής περιοχής, ανηκόντων στο οικοδομικό τετράγωνο 39. Εξ αυτού του λόγου, ήτοι επειδή αναμενόταν ότι το πωληθέν θα επιβαρυνόταν με εισφορά σε γη και χρήμα, οι συμβληθέντες με το υπ' αριθ. .../1989 συμβόλαιο, δηλαδή ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. Σ. Α., ως αγοραστής, και οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, ως πωλητές, Ν. και Δ. Β. του Γ., συμπεριέλαβαν ειδική συμφωνία στο εν λόγω συμβόλαιο, με βάση την οποία ορίστηκαν ρητά οι υποχρεώσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών ως προς την εισφορά σε γη και χρήμα που θα προέκυπταν μετά την εφαρμογή στην περιοχή του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου και την με βάση το ρυμοτομικό σχέδιο τακτοποίηση αυτών, εκ του λόγου ότι το πωληθέν οικόπεδο κατ' εφαρμογή του νόμου 1337 θα μειωνόταν σε έκταση και θα υποχρεωνόταν σε εισφορά σε χρήμα. Ειδικότερα συμφωνήθηκαν, αυτολεξεί, τα εξής: 1. Αναλαμβάνεται από τους πωλητές Ν. και Δ. Β. η δέσμευση να μην πωλήσουν, πλην των κατιόντων τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση αυτή, για τον προαναφερθέντα χρόνο με το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης, το εναπομένον τμήμα ...(του μείζονος ακινήτου τους)... πριν ολοκληρωθούν το αργότερο για μία πενταετία από σήμερα οι τακτοποιήσεις των οικοπέδων του οικοδομικού τετραγώνου Ο.Τ. 39 (όπως το οικοδομικό αυτό τετράγωνο ορίσθηκε με την εγκεκριμένη βάσει του από 20/10-28/11/88 ΠΔ ΦΕΚ 848 Δ Πολεοδομικής Ενότητας Παγκρατέϊκων) σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου 1337 περί εισφοράς σε γη, όπως αυτή θα προκύψει από τη μελέτη-πράξη εφαρμογής, ούτως ώστε σε καμμία περίπτωση να μη θιγεί το πωλούμενο οικόπεδο, αφού συμφωνείται ότι οι τυχόν κατά τα ανωτέρω τακτοποιήσεις θα γίνουν σε βάρος του εναπομένοντος στους πωλητές (και δεσμευομένου όπως μη πωλήσει μέχρι τακτοποιήσεως) τμήματος. 2. Ο αγοραστής Σ. Α. του Σ., δεν έχει καμία απολύτως υποχρέωση για την κατά το άρθρο 8 του ν. 1137 εισφορά σε γη, η οποία βαρύνει εξ ολοκλήρου τους πωλητές. 3. Ως προς την κατά το άρθρο 9 ν. 1337 εισφορά σε χρήμα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνείται το εξής: "Ο αγοραστής Σ. Α. του Σ. θα συμβάλει στην εισφορά σε χρήμα με ποσό το ανώτερο μέχρι το 1/100 της αξίας των πρώτων διακοσίων (200) τετραγωνικών μέτρων του πωλουμένου οικοπέδου συν τα 15/100 της αξίας των υπολοίπων 771,50 τ.μ. του πωλουμένου οικοπέδου. Η τυχόν πέραν αυτού του ποσού εισφορά σε χρήμα επιβαρύνει τους πωλητές Ν. και Δ. Β. του Γ.. Η αξία θα είναι αυτή που θα καθορισθεί σύμφωνα με το νόμο". Η ως άνω συμφωνία, που είχε ως σκοπό να μη θιγεί η έκταση του πωληθέντος και να μην επιβαρυνθεί ο αγοραστής με επί πλέον τίμημα, αλλά μόνο εν μέρει με την καταβολή μόνο ενός μέρους της εισφοράς σε χρήμα, είναι απολύτως δεσμευτική για τους πωλητές και τον αγοραστή, καταρτισθείσα στο πλαίσιο της, κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, ελευθερίας των συμβάσεων, εφόσον δεν προσκρούει σε αντίθετη νομική διάταξη ή δικαίωμα τρίτων ούτε είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αλλά αποτελεί συμβατική προσωπική ρύθμιση μεταξύ των συμβληθέντων της υποχρέωσης καταβολής των ποσών που θα προέκυπταν από εισφορά σε γη και χρήμα, η οποία όμως δεσμεύει και τους κληρονόμους τους, ήτοι τους διαδίκους.
Συνεπώς, κάθε αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το από 25-5-1987 π.δ. (ΦΕΚ 554 Δ/19-6-1987), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 20-10-1988 π.δ. (ΦΕΚ 848 Δ/24-11-1988), εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής "Παγκρατέϊκα" του Δήμου Κερκυραίων, ενώ με την από 4-2-1997 (ΦΕΚ 330 Δ/21-4-1997) απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κέρκυρας τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της ΠΕ Παγκρατέϊκων. Με την υπ' αριθ. ΔΧΠΠ/οικ/21.297/27-6-2005 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας κυρώθηκε η υπ' αριθ. 1/2005 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας Παγκρατέϊκων του Δήμου Κερκυραίων και μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας (τόμ. 1445 και α.α. 83445). Η εν λόγω πράξη εφαρμογής διορθώθηκε και κυρώθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ΔΧΠΠ/οικ/21435/19-6-2006 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του αυτού υποθηκοφυλακείου (τόμ. 1480 και α.α. 85176). Με αυτήν (Πράξη Εφαρμογής) καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις των εντασσομένων στο σχέδιο πόλης ιδιοκτησιών για εισφορά σε γη και χρήμα προς το Δήμο Κερκυραίων καθώς και οι υποχρεώσεις προς τις εντασσόμενες στο σχέδιο ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων συμπεριλήφθηκε και η ιδιοκτησία της ενάγουσας, με κτηματολογικό αριθμό 0131018. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. Πρωτ. ΔΧΠΠ/29-508/06 έγγραφη κοινοποίηση του Δήμου Κερκυραίων κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η πράξη επιβολής εισφοράς για την ιδιοκτησία της και, ειδικότερα, καθορίστηκε η υποχρέωση εισφοράς σε γη σε 480,23 τ.μ., εκ των οποίων 304,82 τ.μ. και 74.96 τ.μ. για το Δήμο Κερκυραίων και 100,46 τ.μ. λόγω τακτοποίησης και 0,01 τ.μ. που έλαβε από την ιδιοκτησία υπ' αριθ. 031005, η δε εισφορά σε χρήμα καθορίστηκε στο ποσό των 33.166,69 ευρώ. Η εισφορά σε γη, κατόπιν μετατροπής της υπό του Δήμου, σε χρήμα και έκπτωση 20% επί του αρχικού ποσού των 112.267,48 ευρώ ανήλθε σε 63.280,63 ευρώ για τα πρώτα 405,27 τ.μ. (βλ. το υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 διπλότυπο είσπραξης στο οποίο αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού), για δε τα υπόλοιπα 74,96 τ.μ., (480,23 - 405,27 = 74,96 Χ 259,50 ευρώ ανά τ.μ.) σε 19.452,12 ευρώ (βλ. το από 28-01-2008 φύλλο εκκαθάρισης της Δ/νσης Τεχν. Υπηρ. του Δήμου Κερκυραίων και συνημμένο απόσπασμα των πρακτικών της 1/10-2007 του Δημοτικού Συμβουλίου για τον υπολογισμό της τιμής μονάδας ανά τ.μ., προς εξαγωγή του ποσού της οφειλομένης αποζημίωσης, που προκλήθηκε με αίτηση της ενάγουσας) και συνολικά σε 82.732,75 ευρώ. Η ενάγουσα, ως κυρία του ακινήτου, υποχρεώθηκε να καταβάλει στο Δήμο το παραπάνω ποσό (βλ. τα υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 και 653/8-2-2008 διπλότυπα είσπραξης της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας). Η υποχρέωση αυτή όμως (της εισφοράς σε γη, μετατραπείσα σε χρηματική), βάρυνε, με βάση την περιληφθείσα στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, συμφωνία των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, τους πωλητές και επομένως υπόχρεες είναι οι εναγόμενες ως καθολικές διάδοχοι αυτών. Επίσης, η ενάγουσα προς εκπλήρωση της υποχρέωσης εισφοράς σε χρήμα για το επίδικο ακίνητο κατέβαλε στο Δήμο Κερκυραίων το ποσό των 26.533,35, το οποίο προέκυψε μετά από έκπτωση σε ποσοστό 20% επί του αρχικά καθορισθέντος για την αιτία αυτή, ποσού των 33.166,69 ευρώ (βλ. το υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 διπλότυπο είσπραξης της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας). Η υποχρέωση του αγοραστή και ήδη της ενάγουσας για την εισφορά σε χρήμα, σύμφωνα με τη σύμβαση (βλ. .../1989 συμβόλαιο) και λαμβανομένης υπόψη της καθορισθείσας ανά τ/μ αξίας των 27.31 ευρώ, εξάγεται ως εξής: α) για τα πρώτα 200 τ.μ. του οικοπέδου στο ποσό των 5.462 ευρώ (100 Χ 27,31) Χ 1/100 τούτου = 54,62 ευρώ και β) για τα υπόλοιπα 771,5 τ.μ. σε 21.069 ευρώ (771,5 Χ 27,31) Χ 15/100 = 3.160,65 και συνολικά σε 3.215,27 ευρώ (54,62 + 3.160,65 = 3.215,27 κατ' ορθό υπολογισμό).
Συνεπώς, οι εναγόμενες είναι υπόχρεες να καταβάλουν το υπόλοιπο εκ του μετά την έκπτωση προκύψαντος για την αιτία αυτή ποσού των 26.533,35 ευρώ, που ανέρχεται σε 23.318,08 ευρώ (26.533,35 - 3.215,27). Ο τρόπος αυτός υπολογισμού προκύπτει σαφέστατα από το συμβόλαιο και δεν χρήζει άλλης ερμηνείας, δεδομένου ότι πρόκειται για ειδική συμφωνία των συμβληθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, αδιαφόρως εάν μεταγενέστεροι νόμοι, όπως επικαλούνται οι εναγόμενες, επέφεραν τροποποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς σε γη και χρήμα, καθόσον στην προκειμένη υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, είναι ζήτημα ειδικής συμφωνίας που αφορά την εκπλήρωση της οικονομικής υποχρέωσης που προέκυψε για το ακίνητο, με βάση τον καθορισμό υπό του Δήμου, των υποχρεώσεών του σε εισφορά γης και χρήματος υπό του Δήμου, ήτοι πρόκειται για εσωτερική υποχρέωση μεταξύ των συμβληθέντων που αφορούσε μόνο αυτούς και ήδη τους κληρονόμους τους. Επομένως, το συνολικό ποσό εκ των δύο ως άνω αιτιών (εισφοράς σε γη και χρήμα) που οφείλουν να καταβάλουν οι εναγόμενες στην ενάγουσα, διαιρετά και κατά το λόγο της εξ αδιαιρέτου μερίδος εκάστης επί των κληρονομιών των πωλητών Δ. και Ν. Β., ανέρχεται σε 106.050,83 ευρώ (82.732,75 + 23.318,08), απορριπτομένου ως ουσιαστικού αβασίμου κάθε αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και ιδίως ότι η καταβολή υπό της ενάγουσας στον Δήμο έγινε αχρεώστητα και ότι, ως εκ τούτου, δεν οφείλουν οι ίδιοι ουδεμία εισφορά στο Δήμο, δεδομένου ότι, όπως ως άνω αναφέρθηκε, η υποχρέωση αυτή πηγάζει από ειδικότερη εσωτερική συμφωνία των δικαιοπαρόχων τους με τον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, η οποία γεννά αγώγιμη αξίωση υπέρ της ενάγουσας. Επίσης, για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμο, αλλά και αδιάφορο για την επίδικη αξίωση, αν η υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα αφορούσε το ενιαίο οικόπεδο και όχι κάθε οικόπεδο χωριστά και ότι καθορίστηκε ενιαία, όπως επικαλούνται οι εναγόμενες με την έφεση, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Δήμος Κερκυραίων κοινοποίησε στην ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια του επιδίκου οικοπέδου, που προέκυψε μετά την υλοποίηση της πράξης εφαρμογής του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου, το σχετικό έγγραφο, με το οποίο καθορίστηκε γι' αυτό (οικόπεδο), μετά την πολεοδομική τακτοποίηση, η υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα και επομένως είναι απορριπτέος ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες διατείνονται ότι έχουν τακτοποιηθεί οι υποχρεώσεις του ενιαίου οικοπέδου και ότι τούτο δεν οφείλει τίποτε στο Δήμο Κερκυραίων. Απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες - εκκαλούσες αμφισβητούν τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς σε χρήμα, επικαλούμενες το νόμο 1337/1983 (άρθρο 9 παρ. 2), ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι η ένδικη υποχρέωση αυτών δεν πηγάζει εκ του νόμου, καθώς επίσης απορριπτέοι ελέγχονται και όλοι οι λοιποί λόγοι, δεδομένου ότι ο τρόπος υπολογισμού που θέλησαν και όρισαν οι συμβληθέντες ως ισχύοντα μεταξύ τους, στην προκειμένη υπόθεση δεν βασίζεται στο νόμο αλλά στην ειδική συμφωνία. Επίσης, απορριπτέος ελέγχεται και ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο οι εκκαλούσες προβάλλουν αιτιάσεις ως προς το ύψος της εισφοράς σε χρήμα, επικαλούμενες ότι δεν τις αφορά και ότι το ποσό που πλήρωσε η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν αφορά την έκταση των 971,50 τ.μ. που πωλήθηκε από τους δικαιοπαρόχους τους, αλλά αφορά προσκύρωση επί πλέον 57,50 τ.μ. υπέρ του οικοπέδου της που προέκυψε μετά την τακτοποίηση με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός, στον οποίο αναφέρεται αυτός ο λόγος, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως, αφού δεν εκτέθηκε το ύψος του ποσού που αφορά την (κατά τον ισχυρισμό τους) προσκυρωθείσα στο επίδικο έκταση και ο τρόπος υπολογισμού του ώστε, εφόσον τυχόν ήθελε αποδειχθεί βάσιμος, να αφαιρεθεί από το τελικό ποσό που οφείλουν οι εκκαλούσες, αλλά λόγω της παντελούς αοριστίας τους, απορρίφθηκε σιγή, και ορθά, με την εκκαλουμένη απόφαση. ’λλωστε, εκ των προαναφερομένων εγγράφων του Δήμου Κερκυραίων και της Πολεοδομίας δεν προκύπτει ότι τα καθορισθέντα προς πληρωμή χρηματικά ποσά σε βάρος της εφεσίβλητης αφορούν προσκύρωση των ως άνω τ.μ. (57,50) υπέρ του επιδίκου οικοπέδου, όπως διατείνονται οι εκκαλούσες". Βάσει των παραδοχών αυτών και με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν σ' αυτήν, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στην κληρονομία των ως άνω δικαιοπαρόχων τους - πωλητών, το συνολικό ποσό των 106.090,83 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 23.318,08 ευρώ αντιστοιχούσε στην εισφορά εις χρήμα που η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον Δήμο Κερκυραίων για την ως ανωτέρω τακτοποίηση του οικοπέδου της και η οποία κατά τον σχετικό όρο του προρρηθέντος υπ' αριθμ. .../1989 πωλητηρίου συμβολαίου βάρυνε τους πωλητές και ήδη τις διαδόχου τους αναιρεσείουσες.
ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του ίδιου ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω προσάπτεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και δη ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι ο τρόπος υπολογισμού της εισφοράς εις χρήμα για το τακτοποιούμενο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, τον οποίο λεπτομερώς, ως ανωτέρω (υπό Ι), αναλύει το Εφετείο, προκύπτει σαφέστατα από το υπ' αριθμ. .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του τελευταίου αυτού συμβολαίου, από το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, ότι ο σχετικός όρος του συμβολαίου αυτού δεν έχει το προαναφερθέν περιεχόμενο που δέχθηκε το Εφετείο αλλά το περιεχόμενο ότι ο τρόπος εισφοράς εις χρήμα είναι αυτός που προβλέπεται ειδικά στον νόμο και εν προκειμένω στο άρθρο 10 του ν. 1221/1981, στον οποίο ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 που απετέλεσε συμβατικό όρο των συμβληθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ευμενέστερον για τις αναιρεσείουσες, όπως τον προσδιορίζουν στο αναιρετήριο. Από το περιεχόμενο του λόγου αυτού της αναίρεσης προκύπτει ότι το Εφετείο με τις προμνησθείσες παραδοχές του δεν παραμόρφωσε, υπό την ειρημένη έννοια, το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου του συμβολαίου, τον οποίο άλλωστε το Εφετείο αναφέρει αυτολεξεί, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. υπό Ι), αλλ' ότι πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου του εγγράφου, ως πραγματικού γεγονότος, η οποία όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο προτεινόμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως, ως λόγος μεν από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως στρεφόμενος δε κατά της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο, ότι δηλαδή αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο του ανωτέρω συμβατικού, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, όρου του υπόψη συμβολαίου, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προαναφερθείσα εκτίμηση του συμβατικού αυτού όρου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 9 του ν. 1337/83 και 10 του ν. 1221/81 που προαναφέρθηκαν και οι οποίες, κατά τις αναιρεσείουσες, απετέλεσαν συμβατικό όρο ως προς τον υπολογισμό της οφειλόμενης εισφοράς εις χρήμα για την τακτοποίηση του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης.
ΙΙΙ.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ειρημένο ποσό των 23.318 ευρώ της καθορισθείσης εισφοράς εις χρήμα για την τακτοποίηση του οικοπέδου τους και οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 361 του ΑΚ στον οποίο η αναιρεσίβλητη στηρίζει την αξίωση της. Από την ίδια, περαιτέρω, απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του οι διάδικοι, όπως τούτο ρητώς βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επομένως και την σχετική με τον καθορισμό της ένδικης εισφοράς απόφαση της Επιτροπής του π.δ. 5/86 που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ως αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείουσες. Κατά συνέπειαν οι αντίστοιχοι προς τα ανωτέρω δεύτερος, από τον αριθμό 19, και τρίτος, από τον αριθμό 11, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Τέλος, ενόψει της προαναφερθείσης (ανωτ. υπό Ι) παραδοχής του Εφετείου ότι ο προβληθείς με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών ισχυρισμός ότι το ποσό που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη ως εισφορά εις χρήμα δεν αφορά την έκταση των 971,50 τ.μ. την οποία η τελευταία είχε αγοράσει από τους δικαιοπαρόχους τους, αλλά αφορά προσκύρωση επιπλέον 57,50 τ.μ. υπέρ του οικοπέδου της, που προέκυψε μετά την τακτοποίηση με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως ειδικότερα και ως ανωτέρω αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ορθώς το Εφετείο, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο αυτόν της εφέσεως και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι δε επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν με τον πέμπτο και τελευταίο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους.
ΙV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 23-12-2011 αίτηση των Μ.-Θ. Β. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή