Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2072 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως. Α-βάσιμος ο λόγος δεν στερείτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη κατοχής ναρκωτικών. Απαράδεκτος λόγω αοριστίας ο λόγος περί απορρίψεως χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών. Απαράδεκτοι οι λόγοι με τους οποίους υπό την επίφαση έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται για διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων η κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου της ουσίας.




Αριθμός 2072/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της 1942, 1979, 2020/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1678/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. μέχρι 100.000.000 δρχ. τιμωρείται όποιος κατέχει ναρκωτικά. Ως κατοχή ναρκωτικών στα οποία περιλαμβάνονται η ηρωίνη και η ινδική κάνναβη (άρθρ. 4 πιν. Α' περ. 5 και 6 του ν. 1729/1987), νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη κατά τρόπο, που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και να τα διαθέσει κατά την ιδία βούληση πραγματικώς. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι πρόκειται για ναρκωτική ουσία και να θέλει ή να αποδέχεται την κατοχή της υπό την έννοια μόνιμης και σταθερής υλικής φυσικής εξουσίασης της ναρκωτικής ουσίας. Για την αιτιολόγηση της πράξεως της κατοχής ναρκωτικών ουσιών πρέπει να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά προσδιοριστικά του τρόπου δυνατότητας διαπιστώσεως της ύπαρξης σε κάθε στιγμή των ναρκωτικών από τον δράστη και διάθεσης αυτών κατά τη βούληση του. Είναι δυνατή και η από πολλούς συμμετόχους τέλεση της πράξης κατοχής με συναυτουργία της ιδίας ποσότητας ναρκωτικής ουσίας. Κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού (άρθρο 45 Π.Κ) μεταξύ των περισσοτέρων του ενός δραστών υπάρχει όταν με κοινό δόλο εξουσίασης συγκεκριμένης ποσότητας τέτοιων ουσιών έχουν δυνατότητα να ενεργούν από κοινού όλοι οι συναυτουργοί την φυσική εξουσίαση στις ουσίες αυτές υπό την άνω έννοια. Για την αιτιολόγηση της κατά τα άνω συμπράξεως περισσοτέρων δραστών στην τέλεση της κατοχής ναρκωτικών ύστερα από συναπόφαση, αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων έγινε δεκτό ότι δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός στην απόφαση του δικαστηρίου που δέχθηκε την κατά συναυτουργία τέλεση του, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνεται στην καταδικαστική απόφαση η διακεκριμένη συμμετοχική δράση καθενός από τους συναυτουργούς με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες υλικές ενέργειες. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1, περ. β' του Π.Κ. όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380 Π.Κ., με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται ... β)αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης του επαγγέλματος, του λειτουργήματός του, ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ... τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως με την παραπάνω μορφή του απαιτείται αντικειμενικώς εξαναγκασμός με βία ή απειλή κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου. Στις περιπτώσεις του εδαφίου β' απαιτείται ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης κλπ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως αυτής (βασικός δόλος) και επιπροσθέτως, σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη του οφέλους. Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια συμπεριφορά, αλλιώς, αν δηλαδή η ασκηθείσα βία ή απειλή δεν προκάλεσαν στον απειλούμενο φόβο ή δεν επήλθε η ζημία στην περιουσία αυτού ή άλλου, το έγκλημα της εκβίασης δεν ολοκληρώνεται αλλά η βία ή απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περιπτ. α', δ' παρ. 2 περ. α', β', γ' και 7 παρ. 1 και 8 εδάφιο α' του ν. 2168/1993 προκύπτει ότι η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων τα πυρομαχικά, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και οι παραβάτες αυτών των διατάξεων τιμωρούνται με τις αναφερόμενες ποινές φυλακίσεως και σε χρήμα. Στο άρθρο 7 παρ. 7 του ιδίου άνω νόμου ορίζεται ότι όποιος βρίσκει αντικείμενο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 αυτού του νόμου υποχρεούται να το παραδώσει αμέσως στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή ή να ειδοποιήσει αυτήν για την παραλαβή του. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε . Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ' είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία των όσων προέκυψαν χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο από αυτά βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως . Είναι επιτρεπτό, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο αρκεί δε να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά επιλεκτικώς (Ολ. ΑΠ 1/2005). Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός που αποτελεί άρνηση στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και κατ' ακολουθία της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής υπό την άνω έννοια γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να τον αιτιολογήσει ειδικά σε περίπτωση απορρίψεως αυτού. Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και όταν δεν γίνεται από το δικαστήριο ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση κατά την οποία στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και αφορά στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε , δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήταν αστυφύλακας και υπηρετούσε κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται στην Άμεση Δράση ... ως επικεφαλής πληρώματος του ... περιπολικού οχήματος ως αρχαιότερος του συγκατηγορουμένου του Χ2, που δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Ο κατηγορούμενος που είχε αναπτύξει επιτυχή υπηρεσιακή δράση και είχε κατά το παρελθόν τιμηθεί με εύφημες μνείες και διακρίσεις τιμητικές όπως προκύπτει από αναγνωσθέντα έγγραφα του Αρχηγού της ΕΛΑΣ από τους προϊσταμένους του δε και τους συναδέλφους του εθεωρείτο επιτυχημένος αστυνομικός στη δίωξη του εγκλήματος και των εγκλημάτων, προκειμένου να έχει επιτυχή έκβαση μία υπόθεση και να καρπωνόταν αυτός την επιτυχία χρησιμοποιούσε όχι απολύτως ορθές, μεθόδους χωρίς να τηρεί ακριβώς τους κανονισμούς λόγω του ανταγωνισμού που τηρείται μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών στην Αστυνομία, όπως ανέφεραν οι εξετασθέντες ως μάρτυρες αστυνομικοί. Κατά το διάστημα που εκτελούσε υπηρεσία περιπολίας περί ώρα 18.00 της 7/10/2000 μαζί με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενο του ο κατηγορούμενος μετέβη στο επί της οδού ... στην ... κατάστημα εμπορίας συσκευών τηλεφωνίας του μάρτυρα ΑΑ, το οποίο λειτουργούσε και ως τηλεφωνικό κέντρο προς εξυπηρέτηση αλλοδαπών κυρίως πακιστανών ενόσω σ' αυτό το κατάστημα την ώρα εκείνη, λόγω απουσίας του ιδιοκτήτη του, υπεύθυνος ήταν ο επίσης πακιστανικής καταγωγής μάρτυρας ΒΒ. Ο κατηγορούμενος όταν εισήλθε στο κατάστημα αυτό ενώπιον των αλλοδαπών πελατών με έντονο και απειλητικό ύφος ζήτησε την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης όπως κατέθεσε ο άνω μάρτυρας υπάλληλος και φοβήθηκαν οι αλλοδαποί πελάτες από την παρουσία του κατηγορουμένου και του άλλου ένστολου συναδέλφου του και άρχισαν να αποχωρούν. Όταν του δηλώθηκε από τον υπάλληλο του καταστήματος ότι δεν απαιτείτο ιδιαίτερη άδεια αλλά αρκούσε η δήλωση ενάρξεως επιτηδεύματος που είχε υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ ο ιδιοκτήτης της επιχειρήσεως, ο κατηγορούμενος που συνέχιζε έως τότε να ζητεί την άδεια λειτουργίας ζήτησε από τον υπάλληλο να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και ο υπάλληλος τηλεφώνησε στον τελευταίο και του ανέφερε την παρουσία αστυνομικών στο κατάστημα και στη συνέχεια μίλησε από τον τηλεφωνικό θάλαμο που ήταν στο κατάστημα ο αναιρεσείων από τους κατηγορουμένους με τον ιδιοκτήτη. Αυτός είπε στον αναιρεσείοντα ότι δεν χρειαζόταν άδεια λειτουργίας για την επιχείρηση και του υπέδειξε ο αναιρεσείων να προσέλθει αμέσως στο κατάστημα, διαφορετικά θα του έκλεινε την επιχείρηση. Όταν του απάντησε ο ιδιοκτήτης ότι δεν μπορούσε να μεταβεί εκεί διότι βρισκόταν στο νοσοκομείο και μπορούσε άλλη ημέρα να προσέλθει στην Υπηρεσία και να επιδείξει την δήλωση που είχε υποβάλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν ήταν ανάγκη να περάσει από την Υπηρεσία του και του ζήτησε δύο κινητά τηλέφωνα από τα οποία το ένα τύπου ERICSON T285, αξίας 90.000 δρχ. και το δεύτερο τύπου ΝΟΚΙΑ 8210 αξίας 118.000 δραχμών, που δεν διέθετε ο καταστηματάρχης διότι ήταν ακριβά και απαίτησε επίσης να τα παραγγείλει ο ιδιοκτήτης και να του τα δώσει αργότερα χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για την πληρωμή της αξίας του καθώς και ότι θα επανερχόταν την επομένη ημέρα για να τα παραλάβει δίνοντας του να καταλάβει ότι αν δεν του προμήθευε τα δύο κινητά τηλέφωνα που ήθελε θα του έκλεινε ο κατηγορούμενος την επιχείρηση. Την 9/10/2000 ώρα 11.00 μετέβη εκ νέου ο αναιρεσείων από τους κατηγορουμένους στο προαναφερθέν κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφωνικών συσκευών - τηλεφωνικό κέντρο και ζήτησε από τους εκεί υπαλλήλους μεταξύ των οποίων και ο ΓΓ που είχε εξετασθεί προανακριτικώς να του παραδώσουν τα δύο κινητά τηλέφωνα και επειδή απουσίαζε ο ιδιοκτήτης αποχώρησε απειλώντας ότι αν δεν του παραδίδονταν αυτά την επομένη θα έκλεινε την επιχείρηση. Ομοίως την 12.30 ώρα την 10/10/2000, ενώ είχε ήδη προέλθει ο ιδιοκτήτης της άνω επιχείρησης σε καταγγελία στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για την απειλητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και την απαίτηση του να του δοθούν δωρεάν τα δύο τηλέφωνα για να μη βλάψει την επιχείρηση του καταγγείλαντος και είχε τεθεί από αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων σε διακριτική παρακολούθηση το κατάστημα με σκοπό να επέμβουν μόλις παραλάμβανε τα δύο τηλέφωνα πήγε ο αναιρεσείων με το περιπολικό όχημα έξω από το κατάστημα και χωρίς να κατέλθει από αυτό φώναξε και ζήτησε από τους υπαλλήλους της επιχείρησης να πληροφορηθεί αν ήταν εκεί ο ιδιοκτήτης και απεχώρησε στη συνέχεια λέγοντας απειλητικά τη φράση "καλά θα τα πούμε". Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μάρτυρας ΔΔ, που κατ' εντολή των προϊσταμένων της στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας παρακολουθούσε την επιχείρηση του αλλοδαπού που είχε προέλθει στη σχετική καταγγελία επιβεβαίωσε την επίσκεψη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο άνω κατάστημα εκείνη την ημέρα. Στη συνέχεια την 09.30, της 14/10/2000 ο αναιρεσείων μετέβη με το άνω περιπολικό όχημα της Αμέσου Δράσεως στο ίδιο κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφώνων και αφού εισήλθε εντός αυτού απευθύνθηκε στον ίδιο άνω υπάλληλο, του οποίου η προανακριτική κατάθεση αναγνώσθηκε και ζήτησε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και αν έχουν τα δύο τηλέφωνα που παρήγγειλε. Εντός του καταστήματος την ως άνω ημέρα και ώρα, που πήγε εκεί ο αναιρεσείων βρισκόταν κρυμμένος σε σημείο που επέτρεπε χωρίς να γίνεται αντιληπτός να έχει οπτική επαφή με το σημείο όπου γινόντουσαν οι συναλλαγές ο μάρτυρας αστυνομικός ΕΕ. Όταν από τον υπάλληλο του καταστήματος τοποθετήθηκαν τα δύο τηλέφωνα, που είχε ήδη προμηθευθεί ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, στον πάγκο συναλλαγών και έγινε προσφορά αυτών προς τον αναιρεσείοντα ο τελευταίος, ζητούσε τον ιδιοκτήτη, διότι ήθελε να πραγματοποιήσει τη συναλλαγή μαζί του και όχι με τον υπάλληλο, φοβούμενος αποκάλυψη του περιστατικού και το ένα από τα τηλέφωνα τύπου ΝΟΚΙΑ δεν ήταν της αρεσκείας του καθόσον ήθελε όχι το υποστοιχεία 8210 αλλά το υπό στοιχεία 8850 (πιο σύγχρονο και περισσότερο ακριβό) και ζήτησε να το παραγγείλουν και αποχώρησε δηλώνοντας ότι θα περνούσε αργότερα. Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για το ότι απαίτησε ο αναιρεσείων άλλου τύπου κινητό τηλέφωνο ΝΟΚΙΑ πιο σύγχρονο κατέθεσε ο αλλοδαπός υπάλληλος που ήταν στο κατάστημα. Κατά την έξοδο του από το κατάστημα περίμεναν άλλοι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων που σταμάτησαν τον αναιρεσείοντα για να τον ελέγξουν αν είχε πάρει τα κινητά τηλέφωνα για το λόγο ότι ο υπάλληλος της επιχείρησης τους ειδοποίησε με κλήση σε κινητό τηλέφωνο, όπως είχαν συνεννοηθεί ότι θα γινόταν σε περίπτωση κατά την οποία θα παραλάμβανε ο αναιρεσείων τα κινητά τηλέφωνα, πλην όμως δεν είχε κατανοήσει ο άνω υπάλληλος πως έπρεπε να ενεργήσει και έτσι παρά το ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η παράδοση και παραλαβή των δύο κινητών έκανε προειδοποιητική κλήση και έτσι δεν κατέστη δυνατή η εκ νέου επίσκεψη του άνω κατηγορουμένου στο κατάστημα όταν θα ήταν εκεί ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης και θα έφερναν το ΝΟΚΙΑ 8850, για να πραγματοποιηθεί η αθέμιτη συναλλαγή και έτσι δεν διενεργήθηκε η παράδοση και παραλαβή των δύο τηλεφώνων ούτε επιτεύχθηκε ο σκοπός του αναιρεσείοντος. Αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με όσα έγιναν δεκτά ότι είπε και έκανε ο αναιρεσείων όταν είχε μεταβεί στις 7/10/2000 στο άνω κατάστημα εμπορίας κινητών τηλεφώνων-τηλεφωνικό κέντρο μιλώντας με τον υπεύθυνο υπάλληλο και στη συνέχεια από το τηλέφωνο με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης προσπάθησε να εξαναγκάσει τον τελευταίο να του παραδώσει τα δύο κινητά τηλέφωνα χωρίς να καταβάλει το τίμημα τους με σκοπό να αποκομίσει όφελος αντίστοιχο προς την αξία τους, με αντίστοιχη ζημία του ιδιοκτήτη του καταστήματος που φοβήθηκε από την απειλή του αναιρεσείοντα ότι θα του έκλεινε την επιχείρηση και πίστευε ότι ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικού να κάνει κακό στην επιχείρηση του και πρώτη σχετική γι' αυτό ένδειξη ήταν το ότι με την εμφάνιση των αστυνομικών στο κατάστημα-τηλεφωνικό κέντρο έσπευσαν να απομακρυνθούν οι περισσότεροι των πελατών από εκεί χωρίς να πληρώσουν. Επίσης αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο σκοπός αυτός του αναιρεσείοντος προέκυπτε από την επιμονή του να ζητεί την άδεια λειτουργίας του καταστήματος παρά το ότι του δηλώθηκε ότι δεν χρειαζόταν τέτοια άδεια, αλλά αρκούσε η δήλωση έναρξης επιτηδεύματος στη Δ.Ο.Υ (γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τους συναδέλφους του στον αναιρεσείοντα) καθώς και από τις άμεσες απειλές του προς τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και τον υπεύθυνο του καταστήματος και από τις έμμεσες απειλές του προς τους υπαλλήλους της επιχείρησης και ότι θα την κλείσει. Ακόμη αναφέρεται στην απόφαση ότι ο άνω σκοπός του αναιρεσείοντος προέκυπτε από τις επανειλημμένες ενοχλήσεις για την παράδοση των τηλεφώνων αυτών με το ίδιο ύφος και απειλητικές δηλώσεις του ανωτέρω ως αστυνομικού προς αλλοδαπούς (πακιστανούς όπως ο ιδιοκτήτης και οι υπάλληλοι της άνω επιχείρησης) και από το ότι και αντικειμενικά μπορούσε ο αναιρεσείων από τους κατηγορούμενους να βλάψει την επιχειρηματική δραστηριότητα του αλλοδαπού ιδιοκτήτη του άνω καταστήματος με τις συχνές επισκέψεις και τους ελέγχους σ' αυτό και τη συρρίκνωση του αριθμού των πελατών της επιχείρησης οι περισσότεροι από τους οποίους απέφευγαν την επαφή με τους αστυνομικούς και να επισκέπτονται το άνω κατάστημα όταν έβλεπαν σ' αυτό αστυνομικούς και η μείωση των πελατών θα επηρέαζε αρνητικά τον κύκλο εργασιών και θα είχε φθίνουσα πορεία η επιχείρηση και θα οδηγείτο σε παύση της λειτουργίας της. Με όσα αναφέρονται για το σκοπό που πράγματι είχε ο αναιρεσείων και που τον οδήγησε στην συμπεριφορά του αυτήν δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση όσα προέβαλε κατά την απολογίας του στο ακροατήριο ο αναιρεσείων ότι τα δύο κινητά τηλέφωνα ζήτησε να τα αγοράσει κατά τον έλεγχο που έκανε στο άνω κατάστημα για λογαριασμό αλλοδαπού υπαλλήλου σε πλυντήριο αυτοκινήτων, στο οποίο γινόταν το πλύσιμο των περιπολικών οχημάτων της Αμέσου Δράσεως και ότι ήθελε να αγοράσει τα κινητά σε τιμή κόστους χωρίς την πρόθεση να μη πληρώσει γι' αυτά και ότι ήθελε τον ιδιοκτήτη για να διαπραγματευθεί μαζί του. Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την πράξη της απόπειρας εκβιάσεως κατ' εξακολούθηση, δεν αναφέρεται σε τι συνίστατο το παράνομο περιουσιακό όφελος που σκόπευε να αποκομίσει ο αναιρεσείων δηλαδή η άνευ καταβολής αντιτίμου απόκτηση των δύο κινητών τηλεφώνων που απαίτησε από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος να προμηθευθεί. Δεν δημιουργείται από την έλλειψη αυτή ασάφεια ή κενό. Γίνεται παράθεση στο σκεπτικό της, προσβαλλόμενης απόφασης των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ως προς αυτό το στοιχείο της άνω πράξεως και επιτρέπεται η συμπλήρωση του διατακτικού από τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της. Δέχθηκε επίσης η προσβαλλομένη απόφαση ότι από όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Όταν οδηγήθηκαν ο αναιρέσεων και ο έτερος των κατηγορουμένων στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας για να εξετασθούν σχετικά με τα δύο κινητά τηλέφωνα που διαπιστώθηκε ότι δεν είχε παραλάβει ο αναιρεσείων από το κατάστημα έξω από το οποίο το έλεγξαν αστυνομικοί της άνω υπηρεσίας, επέμεναν οι κατηγορούμενοι να παραλάβουν από το όχημα τη Αμέσου Δράσεως με το οποίο εκτελούσαν υπηρεσία στις 14/10/2000 τα εντός αυτού υπηρεσιακά τους σακίδια (σακ βουαγιάζ), όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ΕΕ που ήταν παρών από την στιγμή που τους οδήγησαν στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων χωρίς να δηλώσουν, όπως εκ των υστέρων ισχυρίσθηκαν ότι είχαν οι κατηγορούμενοι επιχείρηση που αφορούσε ναρκωτικά σε εξέλιξη. Από την επιμονή αυτή των κατηγορουμένων οδηγήθηκαν οι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων να ενεργήσουν έρευνα στα σακίδια των κατηγορουμένων που τα πήραν οι τελευταίοι με τη συνοδεία των άνω αστυνομικών από το χώρο αποσκευών του υπό στοιχεία ΕΑ - 18478 περιπολικού αυτοκινήτου. Κατά την έρευνα στα άνω σακίδια βρέθηκαν από τους αστυνομικούς σε εκείνο του αναιρεσείοντος τα όπλα και πυρομαχικά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περιγράφονται στην οικεία έκθεσης έρευνας που αναγνώσθηκε και κατάσχεσης και τα οποία αυτός κατείχε παράνομα αφού δεν ήταν από εκείνα που τον εφοδίαζε νόμιμα η Υπηρεσία του ούτε είχε εφοδιασθεί με την κατά νόμο άδεια προς τον σκοπό αυτόν και στο σακίδιο του συγκατηγορούμενου του Χ2 βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα όπλα και πυρομαχικά τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως και στην οικεία έκθεση έρευνας και κατάσχεσης που αναγνώσθηκε τα οποία κατείχε παράνομα για τον ίδιο λόγο. Ακολούθως σε έρευνα που έγινε στην κατοικία καθενός των κατηγορουμένων βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα όπλα και πυρομαχικά τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της άνω απόφασης και στις οικείες εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης που αναγνώσθηκαν, τα οποία κατείχαν παράνομα για τους ίδιους ως άνω λόγους. Επίσης κατά την έρευνα που έγινε από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων βρέθηκαν στο σακίδιο του συγκατηγορούμενου του αναιρεσείοντος οι ποσότητες ναρκωτικών που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα 13 γραμμάρια ηρωίνης συσκευασμένα σε 127 δόσεις, γραμμάρια ηρωίνης συσκευασμένη σε 5 δόσεις, 45 γραμμάρια ινδικής κάνναβης συσκευασμένη σε 4 ανισοβαρή σακουλάκια βάρους 7, 11, 12 και 15 γραμμαρίων αντίστοιχα, 26 δισκία TAVOR, 64 δισκία HIPNOSTEDON, 37 δισκία STEDON, 5 δισκία LEXOTANIL, 209 δισκία VUSBEGAL, ήταν δε τοποθετημένες οι ποσότητες αυτές ναρκωτικών εντός θήκης φωτογραφικής μηχανής. Επί πλέον κατά την έρευνα που έγινε στην κατοικία του κατηγορουμένου Χ2 και πάνω σε έπιπλο (γραφείο) βρέθηκαν 3 μικροσυσκευασίες (φιξάκια) ηρωΐνης και μικροποσότητα ινδικής κάνναβης. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις άνω ναρκωτικές ουσίες κατείχαν και οι δύο κατηγορούμενοι, αφού οι ίδιοι τις είχαν τοποθετήσει στο σακίδιο του δεύτερου εξ αυτών και είχαν την φυσική εξουσία επ' αυτών ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξή τους και κατά τη δική τους βούληση να τα διαθέτουν πραγματικά κατά τον προορισμό τους. Δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η υπό την άνω έννοια συγκατοχή των κατασχεθεισών στους κατηγορούμενους ναρκωτικών ουσιών προέκυπτε και από όσα είχαν ισχυρισθεί στις απολογίες των ενώπιον του Ανακριτή, αποσπάσματα των οποίων αναγνώσθηκαν κατ' άρθρο 366 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. Οι δύο κατηγορούμενοι δικαιολογώντας την κατοχή των ποσοτήτων ναρκωτικών που βρέθηκαν πάνω σε έπιπλο γραφείου στην κατοικία του εξ αυτών Χ2 είχαν ισχυρισθεί τότε ότι τις διαχώρισαν οι ίδιοι από τις υπόλοιπες ποσότητες ναρκωτικών που τις έβαλαν στο σακίδιο του Χ2 όπου και βρέθηκαν και ότι τις είχαν χωρίσει προκειμένου να τις δώσουν σε τοξικομανείς, χρησιμοποιώντας αυτές ως δόλωμα για να επιτύχουν τη συνεργασία τους και την παροχή πληροφοριών σχετικά με την επικείμενη τέλεση εγκληματικών πράξεων με αντικείμενο ναρκωτικά και προκειμένου στη συνέχεια να επιτύχουν αξιοποιώντας τις πληροφορίες των τη σύλληψη επ' αυτοφώρω των δραστών. Εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο ότι ο διαχωρισμός των ναρκωτικών με τον άνω σκοπό κατεδείκνυε την εξουσία των κατηγορουμένων να διαθέτουν τα ναρκωτικά κατά τον προορισμό των ουσιών αυτών σύμφωνα με τη βούληση των ίδιων για να προσελκύουν πληροφοριοδότες και να έχουν με βάση τις πληροφορίες των τελευταίων επιτυχίες στη δίωξη εμπλεκόμενων με τα ναρκωτικά ατόμων για να έχουν τιμητικές διακρίσεις οι ίδιοι από την Αστυνομία. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορούμενου του κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι ποσότητες ναρκωτικών του εξ αυτών Χ2 έπεσαν τυχαία όταν το πρωί της 14/10/2000 πριν την έναρξη της υπηρεσίας των είχε μεταβεί ο αναιρεσείων με το περιπολικό όχημα να παραλάβει τον συγκατηγορούμενο του από την κατοικία του τελευταίου και χρειάσθηκε να μεταφέρουν στα υπηρεσιακά τους σακίδια επειδή δεν χωρούσε αυτούσια σε ένα από τα σακίδια μια πλαστική σακούλα που περιείχε όπλα και ναρκωτικά από αυτά που κατασχέθηκαν από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων στις 14/10/2000 όταν έλεγξαν τα σακίδια των κατηγορουμένων. Κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων η ναϋλον σακούλα με τo άνω περιεχόμενο είχε περιέλθει στην κατοχή των τις νυκτερινές ώρες της προηγούμενης ημέρας όταν μόνοι τους είχαν επιχειρήσει να συλλάβουν δύο άτομα για τα οποία τους είχε δοθεί πληροφορία ότι θα προέρχονταν σε διακίνηση ναρκωτικών στην οδό ... αλλά κατάφεραν να διαφύγουν και κατά την καταδίωξη των είχαν πετάξει στο οδόστρωμα αυτή την πλαστική σακούλα που περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι όταν επέστρεψαν στο σημείο απόρριψής της. Κρίθηκαν οι ισχυρισμοί ότι ήταν αντιφατικοί σε σχέση με όσα είχαν αναφέρει οι κατηγορούμενοι για τις ποσότητες ναρκωτικών που βρέθηκαν στην κατοικία του εξ αυτών Χ2 κατά την απολογία τους στον Ανακριτή και ότι δεν στηρίζονταν στην πραγματικότητα διότι αν έπεφταν τα ναρκωτικά στην κατοικία του δευτέρου κατηγορουμένου θα γινόταν αμέσως αντιληπτή η πτώση των και θα περισυνέλεγαν οι κατηγορούμενοι τις ποσότητες αυτές ναρκωτικών και θα τις τοποθετούσαν μαζί με τις υπόλοιπες που βρέθηκαν στο σακίδιο του συγκατηγορουμένου του. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απάντησε αιτιολογημένα και απέρριψε ως στερούμενο ισχυρής λογικής βάσεως τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την εκ μέρους των την νύκτα της 13/10/2000 παρακολούθηση και καταδίωξη με βάση τις πληροφορίες κατονομαζομένου ατόμου που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας στα πλαίσια διενεργηθείσης ΕΔΕ με απαλλακτικό για τους κατηγορουμένους πόρισμα, των ατόμων, που επρόκειτο να προέλθουν σε συναλλαγή για ναρκωτικά στην ... επί της οδού ... και ότι την πλαστική σακούλα με τα ναρκωτικά και τα όπλα που περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι μετά την απόρριψη των από τους δράστες που κατόρθωσαν να διαφύγουν την κατείχαν με σκοπό την αναζήτηση κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας των του πληροφοριοδότη για να τους δώσει τα στοιχεία για την ταυτότητα των δραστών προκειμένου να τους ανεύρουν και να τους ενοχοποιήσουν για αυτές τις ποσότητες ναρκωτικών, τις οποίες είχαν σκοπό να παραδώσουν στην αστυνομική αρχή μόλις τελείωνε η υπηρεσία των την ίδια ημέρα και αν δεν ανεύρισκαν τα άτομα που αναζητούσαν. Αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα αποδεικτικά μέσα από την εκτίμηση των οποίων έκρινε ότι από τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενο του έγινε διαχωρισμός των ναρκωτικών από τα όπλα κατά την τοποθέτηση των στα σακίδια τους και ότι κατείχαν από κοινού τα ναρκωτικά για να τα διαθέτουν κατά την βούληση τους και για τη μη παράδοση αυτών στις αρμόδιες αρχές, όπως είχαν υποχρέωση και ότι οι κατηγορούμενοι τα είχαν στα σακίδια τους για μεγαλύτερη ασφάλειά των και για να μπορούν αν ισχυρισθούν σε περίπτωση τυχαίας ανακάλυψης ότι είχαν προ ολίγου περιέλθει στην κατοχή τους από επιχείρηση αστυνομική που βρισκόταν σε εξέλιξη και επρόκειτο να τα παραδώσουν μόλις ολοκληρωνόταν ή εάν δεν συλλαμβάνονταν τα εμπλεκόμενα άτομα. Γίνεται αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων που έκαναν λόγο για καταδίωξη τη νύκτα της 13/10/2000 από τον αναιρεσείοντα στην οδό ... ατόμων που επέβαιναν σε δίκυκλο όχημα που κινήθηκε συνέχεια στην οδό ... και ότι λόγω των αντιφάσεων των καταθέσεων των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο σε σχέση με όσα είχαν αναφέρει στις καταθέσεις τους στον Ανακριτή και καταλήγει το δικαστήριο το συμπέρασμα ότι δεν επιβεβαιωνόταν ότι είχε διαδραματισθεί αυτή η επιχείρηση καταδιώξεως και ότι από αυτήν είχαν περιέλθει στην κατοχή του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του τα ναρκωτικά και το όπλα που βρέθηκαν όταν έγινε και έρευνα από τους αστυνομικούς της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων στα σακίδια των και στις κατοικίες των. Επισημαίνεται ακόμη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης από το Δικαστήριο που την εξέδωσε ότι δεν εξυπηρετούσε την ευόδωση της επικαλούμενης έρευνας των προς ανεύρεση των ατόμων που εμπλέκονταν στη διακίνηση των ναρκωτικών η παραμονή των ναρκωτικών εντός του περιπολικού οχήματος σε σακίδιο του ενός από αυτούς, ότι ήταν εκ των υστέρων προβληματική η σύνδεση ατόμων που διέφυγαν τη σύλληψη επ' αυτοφόρω με τα ναρκωτικά που φέρονται ότι απορρίφθηκαν μαζί με όπλα εντός πλαστικής σακούλας στο οδόστρωμα ότι έπρεπε για να επιτευχθεί η σύλληψη των δραστών διακίνησης να είχαν παραδοθεί τα ναρκωτικά που ισχυρίζονται ότι υπό την άνω συνθήκες περισυνέλεξαν οι κατηγορούμενοι στην αρμόδια αστυνομική αρχή από αυτούς και να είχαν ενημερωθεί τους προϊστάμενους της Υπηρεσίας των καθώς και την αρμόδια για τη δίωξη ναρκωτικών υπηρεσία και να αναζητήσουν με την βοήθεια συναδέλφων τους το άτομο που ανέφεραν ότι τους είχε δώσει την πληροφορία ανεξάρτητα από το ότι δεν θα επιτύγχαναν να διακριθούν οι ίδιοι και να λάβουν τιμητική διάκριση. Δέχθηκε εκτιμώντας ανελέγκτως τα αναφερόμενα λεπτομερώς αποδεικτικά μέσα, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ότι στοιχειοθετούνταν πλήρως η τέλεση από τον αναιρεσείοντα της απόπειρας εκβίασης της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών και της από κοινού με τον μη ασκήσαντα αναίρεση άνω συγκατηγορούμενο του κατοχής ναρκωτικών ουσιών και απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κατοχή των ναρκωτικών από αυτόν και τον συγκατηγορούμενο του αποτελούσε ενάσκηση καθήκοντος. Έκρινε κατόπιν αυτών το άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ένοχο τον αναιρεσείοντα των άνω πράξεων με το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου και εκείνο της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 30 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, 8 μηνών για την απόπειρα εκβίασης και 6 μηνών για την παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και χωρίς παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κατοχής ναρκωτικών από κοινού της απόπειρας εκβίασης και της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και του συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α,27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 1, 98, 385 παρ. 1β Π.Κ., 4 παρ. 1,3 (πιν. Α5, Α6, Α12, Δ16, Δ27, Δ52), 5 παρ. 1ζ ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 ν. 2161/1993, 1 παρ. 1α,δ,2α,β,γ και 7 παρ. 1,8 εδ. α' ν.2168/1993, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της που αφορά την τέλεση από τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της εκβίασης σε απόπειρα. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αναφέρονται σε απορριφθέντες από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί από την υπεράσπισή του και καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης καθόσον δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Έπρεπε στην ασκηθείσα αναίρεση να προσδιορίζονται κατά το περιεχόμενο και το αίτημα αυτοί οι ισχυρισμοί για να δύναται να ελεγχθεί αν το Δικαστήριο της ουσίας είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη των και αν ήταν πλήρης ή όχι η σχετική αιτιολογία ή αν συνιστούσαν απλώς αρνητικούς στοιχείων της κατηγορίας ισχυρισμούς ως προς τις αποδιδόμενες πράξεις ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, που δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογούνται ειδικά σε περίπτωση απόρριψής των. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφορούν σε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων με βάση τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα με συνέπεια να είναι αυτές οι αιτιάσεις απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά τα ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1/10/2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 8167/2008) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμούς 1942, 1979, 2020/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2009.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ