Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1245 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης: Πρώτος από 11γ και 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., 2ος, 3ος, 5ος από 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., 4ος από 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.




Αριθμός 1245/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. συζ. Ε. Δ. και 2) Ε. Δ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2002 αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, την από 14/10/2004 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, τις από 17/12/2004 προσεπικλήσεις (με αριθμούς κατάθεσης 11/2005 και 12/2005) του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Καρπάθου, που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή και τις από 8/9/2005 κύριες παρεμβάσεις (με αριθμούς κατάθεσης 979/2005 και 980/2005) του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2006, 284/2006 διορθωτική αυτής του ιδίου Δικαστηρίου και 62/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/10/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 6/5/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος κάποιου από τους διαδίκους εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, οι αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπασπύρου, στον οποίο δεν αποδεικνύεται ότι είχε δοθεί η σχετική πληρεξουσιότητα με την προσκομιδή συμβολαιογραφικού εγγράφου. Επομένως οι αναιρεσίβλητες θεωρούνται ως μη παριστάμενες. Ωστόσο από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον 1724 Ζ/2-4-2013 και 7125 Ζ/2-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσείουσες και επομένως πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει. Επειδή, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2,118 παρ.4 και 216 Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να αμυνθεί και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής. Ειδικότερα, επί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, ερειδομένης επί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητος πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της τα γενεσιουργά της κυριότητος του ενάγοντος επί των διεκδικουμένων πραγμάτων περιστατικά, αλλά και ακριβής αυτών περιγραφή σε βαθμό που επαρκώς να προσδιορίζεται η ταυτότητα των και να μην υφίσταται αμφιβολία περί αυτής. Εξάλλου, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε ολιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε, όμως, περίπτωση για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως γιατί το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη την αγωγή ως νόμιμη, ενώ ήταν μη νόμιμη ή γιατί εσφαλμένως δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ποσοτικής αοριστίας πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο έγγραφο της αναιρέσεως τα περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 105/ 2000). Η δε αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, δεν μπορεί να συμπληρωθεί διά της παραπομπής σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996). Επιπροσθέτως, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως λόγω νομικής ή ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορούν την δημοσία τάξη. Επομένως, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται είχε νομίμως προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. (ΟλΑΠ 15/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τους αριθμούς 1 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,διότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμες, καθώς και ως απαράδεκτες λόγω ποσοτικής αοριστίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των ενδίκων αγωγών που κρίθησαν από το Εφετείο ως νόμιμες και ορισμένες, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Παρεκτός του ότι η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε τις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτες λόγω ποσοτικής αοριστίας, είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τα δικόγραφα αυτών, διαλαμβάνονται σε αυτές με πληρότητα όλα τα γενεσιουργά της κυριότητος των εναγουσών επί των επιδίκων εκτάσεων περιστατικά κατά τρόπο παράγωγο, ήτοι με τα σε αυτές αναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής και για την πρώτη και την δεύτερη ενάγουσα, αντιστοίχως, νομίμως μεταγραφέντα, από πρόσωπο πρωτοτύπως αποκτήσαν την κυριότητα διά της υπέρ δεκαετούς εξουσιάσεως με καλλιέργεια των επιδίκων ακινήτων κατά το οθωμανικό δίκαιο και κατά τις διατάξεις της στην περιοχή της Δωδεκανήσου ισχυούσης νομοθεσίας μέχρι της Εισαγωγής του Αστικού Κωδικός.
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/29 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30.12.47 ισχύοντος νόμου 510/47, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες: α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κλπ.), β)ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) και γ) βακουφιών, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στην Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο. Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί-εμιριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπία) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ" καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως, στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 37 και 39, καθίσταται αμετάκλητη (άρθ. 61 εδ. β'). Κατά δε το άρθρο 63 παρ.5 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού δεν συγχωρείται εις βάρος των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες "μιρί ή εραζί-εμιριέ". Από το τελευταίο αυτό άρθρο συνδυαζόμενο και προς το αρθ. 4 εδάφ. στ με το οποίο, προβλέπεται η από της ισχύος του Κανονισμού παραχώρηση της ωφέλιμης κυριότητας των δημοσίων περιουσιακών κτημάτων μόνο με πράξη του Κυβερνήτη, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται πλέον μόνο η παραγραφή (κτητική) του δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) των δημοσίων κτημάτων και μάλιστα οπωσδήποτε αυτών που έχουν παραχωρηθεί, ενώ αντιθέτως δεν συγχωρείται η παραγραφή του δικαιώματος ψιλής κυριότητας των ίδιων κτημάτων. Με το άρθρο όμως 65 του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού ορίσθηκε ότι τα δημόσια κτήματα οποτεδήποτε και αν αναγνωρίσθηκαν ως τέτοια, ακόμη και αν η παραχώρηση τους σε ιδιώτες έγινε μετά την ιταλική κατάληψη των νήσων του Αιγαίου (1912), εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυε κατά τον χρόνο της κατάληψης, εφόσον συμβιβάζονται προς τις παρούσες κτηματολογικές διατάξεις. Επομένως ισχύει για τα ανωτέρω κτήματα και το άρθρο 78 του από 7 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών, με το οποίο αναγνωρίζεται δικαίωμα ανάλογο προς την χρησικτησία, κατ' εξαίρεση των διατάξεων του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν τον θεσμό της χρησικτησίας, ως κτητική παραγραφή, και μάλιστα με περιεχόμενο όμοιο μ' εκείνο που αποκτάται με έκδοση τίτλου και παραχώρηση από το Δημόσιο (τεσσαρούφ), αφού η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι εκείνος ο οποίος έχει εξουσιάσει και καλλιεργήσει για 10 συνεχή έτη, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ) όχι όμως βακουφικές, αποκτά επ' αυτών δικαίωμα διηνεκούς εγκαταστάσεως, νομιμοποιούμενος στην δημιουργηθείσα και υφιστάμενη πραγματική κατάσταση (δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας). Έτσι και μετά την ισχύ του Κτηματολογικού Κανονισμού στην Δωδεκάνησο είναι κατά νόμο δυνατή η απόκτηση δικαιώματος "τεσσαρούφ" επί δημοσίου κτήματος όχι μόνο με παραχώρηση από το Κράτος (τον Κυβερνήτη ) αλλά και με δεκαετή εξουσίασή του, και μάλιστα χωρίς να είναι απαραίτητο, στη δεύτερη περίπτωση, να έχει αυτό παραχωρηθεί προηγουμένως σε ιδιώτη και να έχει καταγραφεί η σχετική πράξη στο κτηματολόγιο. Η δεκαετής όμως εξουσίαση, μετατραπείσα σε πλήρες δικαίωμα κυριότητος με βάση την ρητή διάταξη του άρθρου 9 ν. 2100/1952, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 10/1/1949, ημερομηνία ενάρξεως εφαρμογής του α.ν. 1539/1938 και για την περιοχή της Δωδεκανήσου, σύμφωνα με το Β.Δ/γμα της 31.12.48/10.1.49, διότι έκτοτε τα δημόσια κτήματα ήσαν ανεπίδεκτα νομής χρησικτησίας. Το δικαίωμα δε αυτό διηνεκούς εξουσιάσεως μετατράπηκε σε πλήρες δικαίωμα κυριότητος με βάση την ρητή διάταξη του άρθρου 9 του ν.2100/1952. Εξ' άλλου, η κτήση δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι δυνατή και μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογικού Κανονισμού και μάλιστα, όχι μόνο στις ήδη παραχωρηθείσες σε ιδιώτες εκτάσεις, κατά τη σύνταξη του Κτηματολογίου, αλλά και στις μη καταχωρηθείσες εκτάσεις (ΑΠ 162/1991 ΕλΔνη 34.329), όπως είναι οι εκτάσεις στην Δωδεκάνησο όπου δεν έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου, όπως στην Κάρπαθο, αφού δεν υπήρχε λόγος να μη συνεχιστεί το ίδιο καθεστώς όπως και προηγουμένως. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ για την απόκτηση κυριότητος επί ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται η κυριότητα, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που πρέπει να μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Τέλος, δάσος, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα άλλωστε και με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΛΧΝ'/1988 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κωδικός" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσότερος των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή η θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999). Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟlΑΠ 12-13/95). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../12.6.1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρπάθου Ηλία Λαδή, νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ΙΕ και αριθμό ... στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου, η Σ. σύζυγος Η. Λ. το γένος Ν. Χ. μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής κατά πλήρη κυριότητα στην θυγατέρα της ενάγουσα Ζ. Λ.-Δ. ένα αγροτικό ακίνητο έκτασης κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 10.340 τ.μ., κείμενο στη θέση "Λαρνιώτισσα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καρπάθου, το οποίο κατά τον άνω τίτλο εντοπίζεται "κάτωθεν του δρόμου και προς την θάλασσαν, έως Ε. Χ. και μεγάλον βράχον (Ξέρη Πατέλας)". Επίσης, με το υπ' αριθμ. .../12.6.1984 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ΙΕ και αριθμό ... στα ίδια βιβλία μεταγραφών, η Ε. Λ. το γένος Ν. Χ. μεταβίβασε λόγω δωρεάς κατά πλήρη κυριότητα στην εγγονή της ενάγουσα Ε. Δ. (θυγατέρα της Ζ. Λ.-Δ.) ένα αγροτικό ακίνητο έκτασης κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 7.055 τ.μ., κείμενο στην ίδια θέση του Δήμου Καρπάθου, το οποίο κατά τον άνω τίτλο εντοπίζεται "άνωθεν του δρόμου, περιέχον ένα ελαιόδενδρο και στάβλον ερειπωμένον και άλωναν πλησίον Φ. Μ., Μ. Β. και Α. Ε.". Στην τελευταία, άμεση δικαιοπάροχο των εναγουσών (Ε. σύζυγο Η. Λ. το γένος Ν. Χ.) τα παραπάνω ακίνητα, που αποτελούσαν αρχικά ένα, ενιαίο αγρό, είχαν μεταβιβαστεί το έτος 1913 λόγω άτυπης προίκας, με το υπ' αριθμ. .../27.11.1913 προικοσύμφωνο, από τη μητέρα της Ζ. συζ. Ν. Χ. το γένος Ε. Μ., στην οποία είχε μεταβιβαστεί επίσης λόγω άτυπης προίκας οπό τον πατέρα της με το από 24.7.1837 προικοσύμφωνο συνταχθέντος προς τούτο του με επίκληση προσκομιζομένου σε φωτοαντίγραφα υπό ίδια ημεροχρονολογία (24.7.1837) ιδιωτικού εγγράφου. Η τελευταία (Ζ. συζ. Ν. Χ.) από την ανωτέρω ημεροχρονολογία 24.7.1837 νεμήθηκε το παραπάνω ενιαίο ακίνητο με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας επ' αυτού τις στη φύση του και τον προορισμό του ως καλλιεργήσιμου αγρού διακατοχικές πράξεις νομής. Συγκεκριμένα, η Ζ. Χ. το καλλιεργούσε η ίδια και για λογαριασμό της τα μέλη της οικογένειας της, όπως τα αδέλφια της αλλά και τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό της όπως ο Π. Μ., με σιτάρι και κριθάρι, δίδοντας παράλληλα την άδεια σε κτηνοτρόφους της περιοχής να βοσκούν τα ζώα τους σε αυτό, όπως στο μάρτυρα απόδειξης και εν γένει το συντηρούσε και γενικά το επέβλεπε και το φρόντιζε με διάνοια αποκλειστικής κυρίας αυτού, μέχρι το έτος 1913 που το μεταβίβασε λόγω άτυπης προίκας στη θυγατέρα της Σ. Λ.. Η τελευταία έκτοτε τις ίδιες παραπάνω διακατοχικές πράξεις νομής, της άμεσης δικαιοπαρόχου μητέρας της, συνέχισε με διάνοια κυρίας μέχρι την 12.6.1984 που το μεταβίβασε κατά τα επιμέρους δυο διαιρετά τμήματα λόγω γονικής παροχής και δωρεάς στις ενάγουσες, Ζ. και Ε. Δ., θυγατέρα και εγγονή αυτής αντίστοιχα, δυνάμει των προμνημονευόμενων συμβολαίων. Μάλιστα, επειδή η Εκκλησιαστική επιτροπή προέβη αυθαίρετα και χωρίς δικαίωμα σε διαμόρφωση κατά το έτος 1969 εντός των ακινήτων των εναγουσών (ενιαίου τότε ακινήτου) μιας πλατείας για στάθμευση των αυτοκινήτων προσκυνητών εντός του ακινήτου παρακειμένου παρεκκλησίου της Παναγίας της Λαρνικιώτισσας, καθώς και σε κατασκευή οικίσκων για τοποθέτηση ηλεκτρογεννητριών ηλεκτροδότησης του παρεκκλησίου, -για τους οποίους παρά το γεγονός ότι η κατασκευή και τοποθέτηση έγινε μετά από προηγηθείσα προς την Σ. Λ. (άμεση δικαιοπάροχο εναγουσών) διαβεβαίωση των μελών της Εκκλησιαστικής Επιτροπής για τον προσωρινό τους χαρακτήρα, παρά ταύτα της εζήτησαν να καταβάλει ετήσιο μίσθωμα 500 δραχμών για το χώρο που τοποθετήθηκαν οι οικίσκοι- η Σ. Λ. άσκησε την από 26.9.1994 διεκδικητική αγωγή (από την οποία παραιτήθηκε στη συνέχεια). Παράλληλα απέστειλε και την από 17.6.2002 επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, όπου υπάγεται εκκλησιαστικά η Δωδεκάνησος, για τις ως άνω παράνομες και χωρίς δικαίωμα διαταρακτικές πράξεις της νομής της από την Εκκλησιαστική επιτροπή και εντεύθεν της υπ' αυτής προσβολής της κυριότητας της στο ανωτέρω ακίνητο της. Επιπλέον με την από 6.3.2002 αίτηση της προς το τμήμα Υποδομών και Τεχνικών Έργων Καρπάθου ζητούσε τη διακοπή των εργασιών περίφραξης στο ακίνητο της από μπετόν και τσιμεντόλιθους, υποβάλλοντας ταυτόχρονα στο Α.Τ. Καρπάθου τις από 9.3.2002 και 28.6.2002 μηνύσεις σε βάρος των ενεργούντων τις εργασίες αυτές. Ενόψει των ανωτέρω προέκυψε ότι το ανωτέρω ακίνητο ουδέποτε ξέφυγε από τη συνεχή επίβλεψη και επιτήρηση των ανωτέρω δικαιοπαρόχων των εναγουσών που ελάμβαναν πάντοτε τα κατάλληλα μέτρα έναντι των τρίτων για την προστασία της διάνοια κυρίου νομής επί του ακινήτου τους, το οποίο πάντοτε μνημονευόταν στους τίτλους των γύρωθεν αυτού ιδιωτικών ακινήτων ως όμορη ιδιοκτησία. Οι ενάγουσες από την 12.6.1984 που απέκτησαν τα ακίνητα τους συνέχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου, η καθεμία το επιμέρους τμήμα που απέκτησε κατά κυριότητα και δη το επέβλεπαν και γενικά το φρόντιζαν και το επιτηρούσαν και έτσι κατέστη η καθεμία κυρία του με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο αφετέρου δε και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι έκτακτη χρησικτησία προσμετρώντας στο χρόνο νομής και το χρόνο νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου τους Σ. Λ.. Η τελευταία κατά την 12.6.1984 που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και δωρεάς αντίστοιχα τα ακίνητα στις ενάγουσες, είχε καταστεί η ίδια κυρία των μεταβιβαζομένων ακινήτων, αφού τα νεμήθηκε με διάνοια κυρίου κατά τα προαναφερθέντα από το 1913 μέχρι και την 12.6.1984 ήτοι επί χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας (βλ. ΑΚ 1045). Είναι βέβαια γεγονός ότι μέσα στα ακίνητα αναπτύχθηκαν πεύκα, σχίνα και φρύγανα αυτό μόνο όμως το γεγονός δεν μπορεί, κατά την διάταξη του άρθρου 3 του ν. 998/1979, να χαρακτηρίσει τα εν λόγω ακίνητα ως δασική έκταση, όταν μάλιστα τα όμορα ακίνητα της όλης εδαφικής έκτασης που έχουν στην κυριότητα τους οι ενάγουσες είναι καλλιεργήσιμοι αγροί. Μετά ταύτα δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της καταλυτικής, της αγωγής ένστασης του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου εκ του οποίου αντλεί το δικαίωμα παραχώρησης ο εναγόμενος Ιερός Ναός, περί ιδίας κυριότητας ως δημόσιας δασικής έκτασης και επομένως παρανόμως και χωρίς δικαίωμα ο εναγόμενος προέβη σε εκχέρσωση εδαφικών τμημάτων, ήτοι, α) τμήματος του άνω ακινήτου της ενάγουσας Ζ. Δ. έκτασης 4.060 τ.μ. που συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά με βράχο, ανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο ενάγουσας και νοτιοδυτικά με αγροτική οδό πλάτους 5 μέτρων προς Πηγάδια και β) τμήματος του άνω ακινήτου της ενάγουσας Ε. Δ. έκτασης 4.150 τ.μ. που συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά με αγροτική οδό πλάτους 5 μέτρων προς Πηγάδια, νοτιοανατολικά με υπόλοιπο ακίνητο ενάγουσας και δυτικά με αγροτικό δρόμο. Τούτο δε καθόσον γαίες φύσης "εραζί-εμιριέ ή ερζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ) από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952 (26.4.1952) δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με τη "σπάθη και το δόρυ". Στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, όπως είναι η Κάρπαθος που δεν ήταν "δορυάλωτα" δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους "γαίες μούλκ". ’λλωστε και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι τα ως άνω ακίνητα μέρος των οποίων αποτελούν τα επίδικα εδαφικά τμήματα έχουν τα χαρακτηριστικά δημόσιας γαίας (εραζί-εμιριέ), η άμεση δικαιοπάροχος των εναγουσών Σ. Λ., η οποία τα νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και τα καλλιεργούσε συνεχώς και αδιαταράκτως από τη 27.11.1913 μέχρι το έτος 1984 κατά τα προεκτιθέμενα του τα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και δωρεάς, στις ενάγουσες αντίστοιχα, δηλαδή τα καλλιεργούσε χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας πριν τη 10.1.1949 που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", είχε αποκτήσει τη 10.1.1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το αρθρ. 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Ακολούθως με το άρθρο 9 του ν. 2100/1952 απέκτησε αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ' αυτών (ακινήτων στην έκταση των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα) και αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το αρθρ. 1 του παραρτήματος XIV της από 20.2.1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947." Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ότι οι ενάγουσες κατέστησαν κυρίες των επιδίκων ακινήτων, κατά παράγωγο τρόπο, ήτοι διά της προς αυτούς μεταβιβάσεως της κυριότητος από την άμεση δικαιοπάροχο τους Σ. Λ. με τα στην απόφαση αναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, νομίμως μεταγραφέντα, λόγω γονικής παροχής και δωρεάς (προς την πρώτη και την δεύτερη ενάγουσα αντίστοιχα), η οποία άμεση δικαιοπάροχος απέκτησε την επ' αυτών κυριότητα διά της συνεχούς νομής, ως καλλιεργησίμων εκτάσεων από του έτους 1913 μέχρι της γενομένης μεταβιβάσεως. Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο και έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα, κατά νόμο, των επιδίκων δικαιωμάτων κυριότητος των εναγουσών περιστατικά ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη. Ειδικότερα, εδέχθη ότι η άμεση δικαιοπάροχος των εναγουσών Σ. Λ. βρισκόταν συνεχώς στη νομή και κατοχή των επιδίκων, που ήσαν, κατά τις σχετικές παραδοχές, καλλιεργήσιμοι αγροί και όχι δημόσια δασική έκταση, ήδη από του έτους 1913 μέχρι της προς τις εναγόμενες μεταβιβάσεως της κυριότητος με τα προαναφερόμενα συμβόλαια. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ανεπάρκεια στην αιτιολογία ως προς την αποφατική περί της ιδιότητος των επιδίκων ως δασικών εκτάσεων δικανική κρίση, αφού το Εφετείο εδέχθη ότι τα επίδικα ήδη από του έτους 1913 ήσαν καλλιεργήσιμοι αγροί, από δε το σύνολο των παραδοχών, μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία τα επίδικα γειτνιάζουν με ιδιωτικές εκτάσεις, προκύπτει ότι αυτά δεν ευρίσκονται σε περιοχή που έχει ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα το δασικό οικοσύστημα, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της εννοίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως. Επομένως οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, έως 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση η έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 11/1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Πάντως, η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν αποκλείει την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 11γ του ΚΠολΔ για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα που το αναιρεσείον νομίμως προσεκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο Εφετείο μέχρι του πέρατος της συζητήσεως, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η λήψη των οποίων θα επηρέαζε το διατακτικό της αποφάσεως υπέρ των απόψεων του, και ειδικότερα τις με αριθ. 29/13-2-1997 και 32/3-2-2003 εκθέσεις αυτοψίας του δασονόμου Καρπάθου, Γ. Δ., καθώς και την υπ' αριθ. 709/2003 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Α. Τ..
Από την στην προσβαλλομένη, όμως, απόφαση ενυπάρχουσα διαβεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεξετίμησε και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ άνω λόγος αναιρέσεως (πρώτος κατά το πρώτο μέρος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής και τα πάσης φύσεως πραγματικά επιχειρήματα που αντλούν οι διάδικοι από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, καθώς και η επίκληση των κανόνων δικαίου και τα νομικά επιχειρήματα. Ως "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια είναι και οι λόγοι εφέσεως, εφ' όσον σε αυτούς περιέχονται αυτοτελείς ισχυρισμοί ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για τον χαρακτήρα των επιδίκων εκτάσεων ως δάσος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι επίδικες εκτάσεις ήταν δάσος ως εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αυτές ήταν καλλιεργήσιμες και δεκτικές εξουσιάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 62/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή