Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1709 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Συρροή ανθρωποκτονιών και σωματικών βλαβών από αμέλεια. Θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών. Αιτιολογία απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου και για το αίτημα αναβολής δίκης για κλήτευση μάρτυρα. Απόρριψη λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην καταδικαστική απόφαση ως αβάσιμου. Δεν συνεπάγεται ακυρότητα από τη μη κλήτευση μάρτυρα από τον Εισαγγελέα με αίτημα του κατηγορουμένου λόγω της ιδιότητας του μάρτυρα αυτού ως προανακριτικού υπαλλήλου. Απόρριψη του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης. Δεν παραβιάζονται οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της συνεδρίασης στο ακροατήριο από την εκ παραδρομής διαφορετική αρίθμηση πρακτικών και απόφασης μεταξύ πρώτου και λοιπών φύλλων αυτών. Απόρριψη σχετικού λόγου ως αβασίμου. Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1709/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιος Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σκριβάνο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 21-22/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Χ. Π. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Στελιάκη,
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 98/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 302 παρ. 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Εκ του συνδυασμού των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι για την θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος η άνθρωπος υπό τις αυτές πραγματικές καταστάσεις με βάση τους κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνήθη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε την δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Περαιτέρω, τα αυτά ως άνω στοιχεία απαιτούνται και για την θεμελίωση της κατ' άρθρον 314 παρ. Ια ΠΚ σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά την οποίαν "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών".
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν, από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεως μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται πόσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου η από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 21-22/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Πατρών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1η Αυγούστου 2004, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 9.45'πρωϊνή ο Π. Ρ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, με συνεπιβαίνοντες, στην θέση του συνοδηγού, την σύζυγο του Χ. Κ.Π. και στο πίσω κάθισμα τα δύο ανήλικα τέκνα του Μ. και Δ., τα οποία ήταν σταθερά δεμένα με ζώνες ασφαλείας σε ειδικά παιδικά καθίσματα, εκινείτο κανονικά επί της διπλής κατευθύνσεως Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Πατρών στο ρεύμα πορείας αυτής από Αθήνα προς Πάτρα και στην άκρα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού. Πίσω από το όχημα αυτό, στην ίδια ακριβώς λωρίδα κυκλοφορίας και προς την αυτήν κατεύθυνση, αλλά και σε ικανή απόσταση ασφαλείας από το ως άνω προπορευόμενο όχημα, εκινείτο ο Αλβανός υπήκοος Ρ. I. (Π. Ο.), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του. Κατά την ίδια χρονική στιγμή (ημερομηνία και ώρα), επί της αυτής οδού και στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής, ήτοι από Πάτρα προς Αθήνα εκινείτο ο κατηγορούμενος Τ. Κ., ο οποίος ήταν ανήλικος, ηλικίας τότε 17 ετών και εστερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Κ., ο οποίος ήταν συνεπιβάτης καθήμενος στην θέση του συνοδηγού. Όταν τα παραπάνω οχήματα έφθασαν στην χιλιομετρική θέση του 168ου χ/τρου, όπου η οδός είναι ευθεία και οριζόντια, ο οδηγός του εκ των ανωτέρω οχημάτων ..., Τ. Κ., από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του σε περίπτωση που οι περιστάσεις το επιβάλλουν, με αποτέλεσμα, συνεπικουρούμενης της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του και από την ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση καθώς και από την υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει (ο ίδιος απολογούμενος, αρνούμενος ότι οδηγούσε ο ίδιος, προσδιόρισε την ταχύτητα του εν λόγω οχήματος από 80 έως 120 χ/τρα ανά ώρα), να εκτραπεί της αρχικής του πορείας προς τα αριστερά, να εισέλθει, με κινήσεις "ζικ-ζακ" κάτι σαν "σλάλομ" τις χαρακτήρισε ο αυτόπτης μάρτυρας Κ.Π., στην λωρίδα κυκλοφορίας που προοριζόταν για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, και να συγκρουστεί αρχικά με σφοδρότητα πλαγιομετωπικά με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Π. Ρ., το οποίο εξ αιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και περνώντας πάνω από τα κιγκλιδώματα της οδού επέπεσε σε παρακείμενα δένδρα. Στη συνέχεια και αφού συγκρούστηκε επάνω στο άκρο δεξιό κιγκλίδωμα της οδού, κάνοντας ανεξέλεγκτες περιστροφικές κινήσεις (σβούρες τις χαρακτήρισε ο Ρ.I.) επέπεσε με το πλάγιο αριστερό τμήμα του στο επόμενο υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ σχεδόν ακινητοποιημένο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Αλβανός υπήκοος Ρ. I., ο οποίος έχοντας παρακολουθήσει την προηγηθείσα σύγκρουση με το προπορευόμενο αυτού όχημα και αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται να υποστεί και το δικό του όχημα σύγκρουση και μη έχοντας περιθώρια άλλων ελιγμών ενόψει του ότι οδηγούσε στο άκρο δεξιό της οδού και το επερχόμενο όχημα εκινείτο ανεξέλεγκτα έμπροσθεν του, πέδησε και ακινητοποίησε σχεδόν το όχημα του. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων αυτών ήταν Α) να προκληθεί ο θάνατος τριών ανθρώπων και συγκεκριμένα α) του Π. Ρ., ηλικίας 32 ετών, οδηγού του προαναφερθέντος οχήματος ... ΙΧΕ, ο οποίος έπαθε βαριά τραυματική κάκωση θώρακος μετά ρήξεως των μεγάλων αγγείων της καρδιάς, καθώς και ρήξη του ήπατος και εσωτερική αιμορραγία, από τις οποίες βλάβες ως μόνες ενεργές αιτίες επήλθε ο θάνατος αυτού την 1-8-2004, β) της θυγατέρας του προαναφερθέντος (Π.Ρ.), Μ. Ρ., ηλικίας μόλις 1 έτους, η οποία έπαθε βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βλάβη από την οποία ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατος της την 1-8-2004 και γ) του Γ. Κ., ηλικίας 55 ετών, πατέρα του κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο ζημιογόνο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος έπαθε βαριά θλαστική κάκωση θώρακος μετά ρήξεως αριστερού πνεύμονα και μεγάλων αγγείων, από την οποία βλάβη ως μόνη ενεργή αιτία επήλθε ο θάνατος του την 1-8-2004 και Β) να προκληθούν σοβαρές σωματικές βλάβες στην υγεία δύο άλλων ανθρώπων και συγκεκριμένα α) της Χ. Π., συνεπιβαίνουσας του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος ανωτέρω Π.Ρ. και μητέρα της επίσης αποβιώσασας Μ.Ρ., και η οποία έπαθε κάταγμα αριστερού βραχιονίου, δεξιάς κερκίδας και ωλένης, θλαστικό τραύμα αριστερού κάτω άκρου (κνημιαίας επιφάνειας) και κάκωση αριστερού οφθαλμού, από τον οποίο σημειωτέον έχει πλέον απωλέσει την όραση της, και β) του συνεπιβαίνοντος στο υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Ρ. ηλικίας τότε 2,5 ετών γιού του αποβιώσαντος Π.Ρ. και της ανωτέρω Χ.Π., ο οποίος έπαθε κάταγμα αριστερού μηριαίου καθώς και θλαστικό αριστερής παρειάς. Αποκλειστικά υπαίτιος για τους παραπάνω θανάτους και τραυματισμούς είναι ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος προκειμένου να αποσείσει τις ευθύνες του ισχυρίζεται ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν ο θανών πατέρας του Γ. Κ., ενώ ο ίδιος καθόταν στην θέση του συνοδηγού και προς ενίσχυση του ισχυρισμού του αυτού επικαλείται α) την από 1-8-2004 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Μ. Π., στην οποία πράγματι ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αναγράφεται ο Γ. Κ., το βιβλίο αδικημάτων της 3ης Αυγούστου 2004 της Τροχαίας Αιγίου, όπου και πάλι ως οδηγός αναγράφεται ο Γ. Κ., την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα από τις αρμόδιες αρχές πραγματογνώμονα Α. Π., όπου και πάλι αναγράφεται ως οδηγός ο Γ. Κ. και β) τα σημεία πρόσκρουσης του ζημιογόνου αυτοκινήτου με το ... ΙΧΕ που οδηγούσε ο Π.Ρ. και τον τρόπο θανατώσεως και τραυματισμού των επιβαινόντων σ' αυτά. Όσον αφορά την από 1-8-2004 έκθεση αυτοψίας, σημειώνονται τα ακόλουθα: Πράγματι σ' αυτήν αναγράφεται ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ο Γ. Κ. και όχι ο κατηγορούμενος. Η έκθεση αυτή συντάχθηκε από τον ανθυπ/μο Π. Μ. και συνυπογράφεται από τον ανθυπ/νο Σ. Μ., όταν αυτοί μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος περί ώρα 10.00' ως αναφέρεται σ' αυτήν, προηγουμένως όμως, άλλοι διερχόμενοι οδηγοί αλλά και ο εμπλακείς στο ατύχημα Ρ.I., είχαν προστρέξει για να βοηθήσουν τους παθόντες και τους είχαν ήδη βγάλει από τα καταστραφέντα οχήματα και έτσι όταν οι ανωτέρω αστυνομικοί έφθασαν στον τόπο του ατυχήματος δεν είχαν αντίληψη ιδίοις όμμασι περί του ποιός ήταν οδηγός, αλλά συνήγαγαν τούτο προφανώς από την άδεια οδηγήσεως του θανόντος Γ. Κ. και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του. Αντιθέτως, οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, ήτοι ο Ρ. I. ο οποίος ήταν ο οδηγός του τρίτου συγκρουσθέντος οχήματος και ο αδελφός του Α. I., ο οποίος ακολουθούσε με έτερο όχημα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αδελφός του, οι οποίοι ακινητοποίησαν τα οχήματα τους και έτρεξαν για να δώσουν βοήθεια στους παθόντες, εξεταζόμενοι ενόρκως λίγη ώρα μετά το ατύχημα, στις 12.00' ο πρώτος και στις 11.20' ο δεύτερος, ρητά και κατηγορηματικά αναφέρουν, καταθέτοντας σχεδόν πανομοιότυπα, ότι στη θέση του οδηγού βρισκόταν ένα νεαρό άτομο (αγόρι) τραυματισμένο και δίπλα του στη θέση του συνοδηγού καθόταν ο πατέρας του. Αλλά και ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου τούτου, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες εντελώς σίγουροι και μετά πλήρους βεβαιότητας καταθέτουν ότι στην θέση του οδηγού καθόταν ο νεαρός (κατηγορούμενος) και στην θέση του συνοδηγού ο πατέρας του και ότι ο εξ αυτών Α. I. και συνεπιβαίνοντες φίλοι τους έβγαλαν πρώτα τον πατέρα του και τον ακούμπησαν στην άσφαλτο, ενώ ο κατηγορούμενος που καθόταν στην θέση του οδηγού προσπάθησε να βγεί έξω αλλά επειδή η πόρτα του ήταν μπλοκαρισμένη (είναι εμφανές στην φωτ. 1 της πραγματογνωμοσύνης ότι το καπώ του αυτοκινήτου είχε σφηνώσει επάνω της) σύρθηκε στην θέση του συνοδηγού και βγήκε από εκεί έξω, μάλιστα ο τελευταίος (Α. I.) του έδεσε το πόδι με μια μπλούζα για να σταματήσει την αιμορραγία που είχε. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι καθόταν αυτός στην θέση του συνοδηγού και αφού βγήκε, προσπάθησε να βγάλει τον πατέρα του από την θέση του οδηγού όπου βρισκόταν και επειδή δεν μπορούσε για το λόγο ότι η πόρτα ήταν σφηνωμένη, τον έσυρε στην θέση του συνοδηγού και τον έβγαλε από εκείνη την πόρτα, ουδόλως κρίνεται πειστικός, αφού κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο, αλλά και απορίας άξιο τυγχάνει πώς θα μπορούσε να προβεί σε όλες τις ενέργειες που αναφέρει, όντας και ο ίδιος σοβαρά τραυματισμένος στο αριστερό του πόδι, έχοντας υποστεί συντριπτικό και επιπλεγμένο κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστεράς κνήμης και περόνης χειρουργηθέν. Οι καταθέσεις των παραπάνω αυτόπτων μαρτύρων, οι οποίοι σημειωτέον ουδένα λόγο είχαν να καταθέτουν ψευδή γεγονότα ως προς το πρόσωπο που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, κρίνονται απολύτως πειστικές και δεν αναιρούνται από την παραπάνω έκθεση αυτοψίας, καθόσον ο συντάξας αυτήν Π.Μ., ουδόλως είχε ιδίαν αντίληψη, τουλάχιστον ως προς το θέμα περί του ποιος οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, διότι έφθασε στον τόπο του ατυχήματος μετά την απομάκρυνση των παθόντων ανθρώπων (τραυματισθέντων και θανατωθέντων) από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα. Και ναι μεν η έκθεση αυτή φέρεται ολοκληρωθείσα στο γραφείο την 12' της ιδίας ημέρας, ενώ δηλ. είχε προηγηθεί η κατάθεση του ενός τουλάχιστον εκ των δύο αυτόπτων μαρτύρων, ήτοι του Α.I. η οποία άρχισε να συντάσσεται την 11.20' και περατώθηκε την 11.55' της ίδιας ημέρας, ενώπιον του ιδίου προανακριτικού υπαλλήλου Π.Μ., δηλαδή ολοκληρώθηκε πριν την υπογραφή της έκθεσης αυτοψίας που έλαβε χώρα την 12π,ενώ η κατάθεση του έτερου αυτόπτη μάρτυρα Ρ. I. συντάχθηκε μετά την υπογραφή της έκθεσης αυτοψίας, από την 12.00' έως την 12.30', όμως ο ως άνω προανακριτικός υπάλληλος λανθασμένα υπέλαβε και ανέγραψε ως οδηγό τον θανόντα Γ. Κ. και όχι τον κατηγορούμενο Τ. Κ.. Γι' αυτό αντιληφθείς εκ των υστέρων την προφανή διάσταση μεταξύ των αναγραφομένων στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξε και των καταθέσεων των ως άνω δύο αυτόπτων μαρτύρων, σχετικά με το ζήτημα περί του ποίος οδηγούσε το ζημιογόνο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ρώτησε επανειλημμένως τον μάρτυρα Κ.Π. αν έμαθε τελικά ποιός οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, ενώ όταν επισκέφθηκε την παθούσα Χ.Π. για να της πάρει κατάθεση στο νοσοκομείου, σε σχετική ερώτηση της, απάντησε ότι απ' ότι φάνηκε από τις καταθέσεις οδηγούσε ένα παιδί (εννοεί ο κατηγορούμενος). Εξάλλου και το Τμήμα Τροχαίας Αιγίου (Γραφείο Οδικών Τροχ. Ατυχημάτων), στο οποίο αρμόδιος είναι ο ανθ/μος Π. Μ.ς, στο 2514/9/53-ιδ/22-2-2005 διαβιβαστικό έγγραφο της με το οποίο υπέβαλε την σχηματισθείσα δικογραφία στον Εισαγγελέα Αιγίου που υπογράφεται από τον Διοικητή του Τμήματος Σ. Χ., αστυνόμο Α', διαφοροποιείται από την έκθεση αυτοψίας ως προς το εν λόγω ζήτημα και αναφέρει ότι ο τραυματισμένος θανάσιμα Κ. Γ. του Τ., ετών 55, αρχικά είχε αναφερθεί ως οδηγός του Α' οχήματος και ότι ο τραυματισμένος ελαφρά Κ. Τ. του Γ., ετών 17, αρχικά είχε αναφερθεί ως συνεπιβάτης του Α' οχήματος. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι τα έτερα δύο έγγραφα που επικαλείται ο κατηγορούμενος, ήτοι το βιβλίο αδικημάτων της 3ης Αυγούστου 2004 της Τροχαίας Αιγίου και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντα από τις αρμόδιες αρχές πραγματογνώμονα Α. Π., όπου και πάλι αναγράφεται ως οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ο Γ. Κ., έχουν λάβει την πληροφορία αυτή και την αναπαράγουν στο περιεχόμενο τους από το κείμενο της προηγηθείσης, χρονικά, έκθεσης αυτοψίας. Όσον αφορά τα σημεία πρόσκρουσης του ζημιογόνου οχήματος, από την φωτογραφία 5 που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι εμφανής η σχεδόν πλήρης καταστροφή της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου που σημαίνει ότι εκεί δέχθηκε την σφοδρότερη σύγκρουση γι' αυτό και σκοτώθηκε ο συνεπιβάτης Γ. Κ., ο οποίος σημειωτέον από κανένα στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας προσέτι δε το ζημιογόνο όχημα παλαιάς τεχνολογίας δεν διέθετε αερόσακους, ενώ η αριστερή πλευρά όπου καθόταν ο οδηγός (κατηγορούμενος) είναι προφανές ότι δεν έχει συντριβεί στον ίδιο βαθμό με την δεξιά πλευρά γι' αυτό και ο οδηγός υπέστη τραυματισμό μόνο στο πόδι του. Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι δηλ. το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα τρίτου εξαφανισθέντος αυτοκινήτου, το οποίο, επιχειρώντας προσπέραση από δεξιά επέπεσε στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του πατέρα του, και το ώθησε βίαια, εκτρέποντας το προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να συμβούν όλα τα παραπάνω, από ουδέν στοιχείο συνεπικουρείται και απορρίπτεται, αφού ουδείς καταθέτει κάτι τέτοιο πλην του κατηγορουμένου, η δε έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό ότι δεν διαπιστώθηκε προηγούμενη επαφή του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με άλλο όχημα. Ενόψει όλων των παραπάνω που αποδείχθηκαν από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, τα οποία είναι αρκούντως επαρκή για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση του συντάξαντος την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμου Π. Μ. και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί. Επομένως ο κατηγορούμενος με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τις πράξεις που τέλεσε κατά το κατηγορητήριο, δηλαδή α) για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και β) σωματική βλάβη από αμέλεια κατά συρροή". Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια,πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1Β, 28, 94, 130, 302 παρ. 1, 314 παρ. 1α και 315 παρ. 1Β του ΠΚ, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας για να καταλήξει ότι υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος την 1.8.2004 στη ΝΕΟ Αθηνών - Πατρών ήταν ο αναιρεσείων και όχι ο θανών πατέρας του Γ. Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Επίσης με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό αίτημα αναβολής για να κλητευθεί ο συντάξας την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμος Π. Μ., αναφέροντας κατά λέξη "Ενόψει όλων των παραπάνω που αποδείχθηκαν από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, τα οποία είναι αρκούντως επαρκή για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση, δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση του συντάξαντος την έκθεση αυτοψίας ανθυπαστυνόμου Π. Μ. και γι' αυτό το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει ν'απορριφθεί". Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος στο σύνολό του (τόσο ως προς την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση όσο και ως προς το αίτημα της αναβολής της δίκης), και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και γι' αυτό οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 211 εδ. α' ΚΠοινΔ με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική (άρθρα 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καλυπτομένη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Λόγω της γενικότητας της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 211, αυτή συμπεριλαμβάνει όλους όσους άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα προανακριτικά, ο λόγος δε της εξαιρέσεως των προσώπων αυτών στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους (Ολ.ΑΠ 4/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας που παραδεκτά εξετάζει ο ’ρειος Πάγος κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων με τις από 21.10.2008 και 12.3.2009 αιτήσεις του προς τον Εισαγγελέα Εφετών ζήτησε όπως κλητευθεί και προσέλθει να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών με κατηγορούμενο τον ίδιο, ο αστυνομικός Π. Μ., ο οποίος όμως στην κρινόμενη υπόθεση ενήργησε ως προανακριτικός υπάλληλος (συνέταξε την έκθεση αυτοψίας, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος και εξέδωσε ακριβές αντίγραφο από τα Βιβλία Αδικημάτων και Συμβάντων του Τμήματος Τροχαίας Αιγίου, όπως ανέφερε ειδικότερα στη δεύτερη των ως άνω αιτήσεών του). Η πρώτη των ως άνω αιτήσεων, στην οποία δεν αναφερόταν για ποία θέματα θα εξεταζόταν ο προαναφερόμενος μάρτυρας απορρίφθηκε κατ' άρθρο 327 ΚΠΔ με την από 26.11.2008 Πράξη του αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η δεύτερη δε, η οποία υποβλήθηκε λόγω αναβολής της συζητήσεως της έφεσης του κατηγορουμένου κατά την αρχικά ορισμένη δικάσιμο, απορρίφθηκε ομοίως με την από 19.3.2009 Πράξη του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών. Η πρώτη των ως άνω αιτήσεων ορθά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 327 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠΔ και επομένως ο κατηγορούμενος από δικό του σφάλμα στερήθηκε του υπερασπιστικού δικαιώματος και εντεύθεν δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητας της διαδικασίας σε βάρος του και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Αλλά και από την απόρριψη της δεύτερης των άνω αιτήσεων δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα υπέρ του κατηγορουμένου, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ως άνω έγγραφα που επικαλέσθηκε ο ίδιος ο ανωτέρω μάρτυρας άσκησε προανακριτικά καθήκοντα και δεν μπορούσε να εξετασθεί ως μάρτυρας στο ακροατήριο (άρθρο 211 περ. α' ΚΠΔ), η τοιαύτη δε απαγόρευση τίθεται γενικά και ανεξάρτητα αν από τις προανακριτικές ενέργειες του οφελείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκώντας τα υπερασπιστικά του δικαιώματα (άρθρο 327 παρ. 2 ΚΠοινΔ) μπορούσε να ζητήσει την κλήτευση άλλου μάρτυρα και όχι του αστυνομικού Π. Μ., που είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την απόρριψη των δύο αιτήσεων του κατηγορουμένου κλήτευσης από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών του μάρτυρα Π. Μ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 500 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, δηλαδή για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την από πρόδηλη παραδρομή αναγραφή στην αρχή εκάστου των επομένων του πρώτου φύλλων της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αριθμού αυτής εσφαλμένα το 19-20/2009 αντί του ορθού 21-22/2009 (Βλ. σχετικά υπ'αριθ. πρωτ. 1007/31.3.2010 βεβαίωση της Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πατρών) ουδεμία παράβαση της δημοσιότητας της διαδικασίας επήλθε, εξάλλου στο ακροατήριο όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούν πλήρη απόδειξη, εφόσον αυτά δεν προσβλήθησαν από τον κατηγορούμενο ως πλαστά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ).
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 183 ΚΠοινΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας για τον εαυτόν της και για τον ανήλικο γιό της Δ. Ρ. πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση του Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21-22/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Οκτωβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή