Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1561 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Καταδίκη σε κάθειρξη 10 ετών για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την κατηγορία και σε σχέση με αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ελαφρυντικά κατ΄ άρθρο 84 § 2 α΄ και δ΄ Π.Κ. ανεξαρτήτως της μη παραδεκτής προβολής τους. Αρνητικός της κατηγορίας ο ισχυρισμός ότι η πράξη συνιστά σωματική βλάβη εξ αμελείας, άλλως επικίνδυνη σωματική βλάβη. Απορρίπτονται λόγοι 510 § 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ (έλλειψη νόμιμης βάσης). Το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προσδιορίζει το Δικαστήριο κατ’ ελεύθερη κρίση. Όχι αυτεπαγγέλτως η τήρηση του άρθρ. 358 Κ.Π.Δ. Όχι ακυρότητα από την ανάγνωση προανακριτικής κατάθεσης χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετους λόγους.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1561/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Μαϊου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Αγροτική Φυλακή Αγιάς Χανίων Κρήτης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στάμου, περί αναιρέσεως της 74/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 4 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1241/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 74/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, έχοντας προσυμφωνήσει με τον παθόντα, ο οποίος επαγγέλλετο τον μεσίτη στα ..., την πώληση στον τελευταίο ενός ακινήτου του, την 12-2-2004 και περί ώρα 12.15', θεωρώντας εσφαλμένως ότι από υπαιτιότητα του εν λόγω και του δικηγόρου του, σε συνδυασμό με συμπαιγνία σε βάρος του και άλλων προσώπων, καθυστερούσαν να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες για την κατάρτιση του οικείου πωλητηρίου συμβολαίου διαδικασίες μετέβη στο επί της .... αριθ. .. γραφείο αυτού (παθόντος), συναποκομίζοντας δίκαννο κυνηγετικό όπλο με φυσίγγια, και, αφού έσπασε με λάκτισμα την πόρτα, εισήλθε σ' αυτό, όπου ευρίσκοντο ο παθών και οι τρεις εξετασθείσες ως μάρτυρες υπάλληλοί του, και, στρέφοντας το όπλο προς τον πρώτο, φώναξε "θέλω τα λεφτά μου", στη συνέχεια δε πυροβόλησε και κατέστρεψε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή τοποθετημένο επί του γραφείου, όπου καθόταν ο παθών, ενόσω δε αυτός, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που τον απειλούσε, κατευθυνόταν προς την έξοδο, πυροβόλησε και πάλι από μικρή απόσταση εναντίον του, με αποτέλεσμα, εκ τύχης, απλώς να τον τραυματίσει, προκαλώντας του τις αναφερόμενες στην αναγνωσθείσα ιατροδικαστική έκθεση σωματικές κακώσεις. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν ο κατηγορούμενος, προέβλεψε, ενόψει και της γνωστής σ' αυτόν διασποράς των σφαιριδίων του φυσιγγίου ενός κυνηγετικού όπλου, ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής το θάνατο του θύματός του, παρά ταύτα όμως δεν απέστη και δεν απώθησε από την συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αποτελέσματος τούτου και εντεύθεν το επιδοκίμασε. Τέλεσε, συνεπώς, σε βάρος του ανωτέρω την άδικη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, και όχι τις διαλαμβανόμενες στον συναφή αυτοτελή ισχυρισμό του άλλες άδικες πράξεις, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και δη χωρίς να του αναγνωρισθεί, όπως ζήτησε, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' Π.Κ., αφού δεν επικαλέσθη, ούτε απέδειξε περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι πριν από την τέλεση της πράξης του διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, μη αρκούσας της έλλειψης ποινικής καταδίκης (Α.Π. 1474/2002 Π.Χ. ΝΓ', 524), ούτε και το ελαφρυντικό του ίδιου άρθρου παρ. 2δ', αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του με συγκεκριμένη συμπεριφορά και πράξεις, τις οποίες και δεν επικαλείται". Ακολούθως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στα .... την 12 Φεβρουαρίου 2004 και περί ώρα 12.15, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο), επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του κακουργήματος αυτού, πλην όμως η πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του. Συγκεκριμένα, ενώ λόγω οικονομικής διαφοράς τους είχαν οξυνθεί οι σχέσεις του με τον εγκαλούντα Ψ1, ετών 56, κτηματομεσίτη, κάτοικο ...., οδός ......, τελώντας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο να τον σκοτώσει, την 12η Φεβρουαρίου 2004 και περί την 12:15 ώρα μετέβη στο κτηματομεσιτικό γραφείο με την επωνυμία ".......", που διατηρεί ο εγκαλών στον πέμπτο όροφο του ευρισκομένου στην πλατεία ...... ".....", κρατώντας το με αρ. ..... δίκαννο κυνηγετικό όπλο, μάρκας ......, Ρωσικής προέλευσης, διαμετρήματος 12 χιλιοστών, κυριότητας του πατρός του ....., το οποίο ο κατηγορούμενος είχε εφοδιάσει με φυσίγγια και έφερε μαζί του παράνομα. Αφού εισήλθε σε αυτό, λακτίζοντας και θραύοντας την κλειστή πόρτα του γραφείου, στάθηκε στην είσοδο του γραφείου και υπό τα έκπληκτα μάτια του εγκαλούντος και των υπαλλήλων του γραφείου του....., ..... και ......, έστρεψε το όπλο προς τον εγκαλούντα που καθόταν σε ένα γραφείο (έπιπλο) ακριβώς απέναντι από την είσοδο και από το σημείο που στεκόταν ο κατηγορούμενος, σημαδεύοντάς τον και απειλώντας τον, ενώ ταυτόχρονα φώναζε "θέλω τα λεφτά μου". Ο τελευταίος προσπάθησε να τον ηρεμήσει λέγοντάς του ότι τα χρήματα τα έχει ο δικηγόρος του, το γραφείο του οποίου ήταν στον τέταρτο όροφο του ιδίου κτιρίου, και ότι θα του τα έδινε. Αυτός, όμως, σε έξαλλη κατάσταση πυροβόλησε και κατέστρεψε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή που ήταν τοποθετημένος πάνω στο παραπάνω γραφείο - έπιπλο που καθόταν ο εγκαλών και στη συνέχεια, παρά τις παραινέσεις και παρακλήσεις του εγκαλούντος να ηρεμήσει και κατά τη στιγμή που ο τελευταίος, διαισθανόμενος τον κίνδυνο, άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο του γραφείου, προς το σημείο δηλαδή που ευρισκόταν ο κατηγορούμενος με το κυνηγετικό όπλο που πιθανότατα κρατούσε στο ύψος της μέσης του, σημάδευε και πυροβόλησε από κοντινή απόσταση τον παθόντα στο ύψος πιο κάτω από την κοιλιά, γνωρίζοντας ότι είναι ενδεχόμενο, λόγω της ελάχιστης απόστασής του από τον παθόντα και του γεγονότος ότι το φυσίγγιο με το οποίο έγινε η βολή περιείχε πλήθος σφαιριδίων, τα οποία ως γνωστό διασπείρονται κατά τη βολή και κατευθύνονται σε σχήμα κυκλικό καταλαμβάνοντας επιφάνεια πλάτους ασυγκρίτως μεγαλύτερου από εκείνο των φυσιγγίων των πολεμικών όπλων ή των μονόβολων κυνηγετικών όπλων, κάποιο από τα σφαιρίδια αυτά να πλήξουν τον παθόντα σε κάποιο περισσότερο ευπαθές μέρος του σώματός του, απ' αυτό που εν τέλει επλήγη, και να επιφέρουν το θάνατο αυτού και αποδεχόμενος το ενδεχόμενο αποτέλεσμα αυτό. Η μη επίτευξη του θανατηφόρου αποτελέσματος οφείλεται σε εμπόδια εξωτερικά και μη αναγόμενα στη βούληση και το σκοπό του και συγκεκριμένα αφενός μεν στο ότι δεν επλήγη ο παθών σε περισσότερο ευπαθή και καίρια σημεία του σώματός του και τούτο διότι κατά τη στιγμή του πυροβολισμού ο παθών ευρισκόταν εν κινήσει και όχι σε σταθερή θέση, ενστικτωδώς δε προς αποφυγή της βολής πρέπει να γύρισε τη δεξιά πλευρά του σώματός του προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και την κάννη του όπλου (βλ. ιατροδικαστική έκθεση, όπου το στόμιο εισόδου εντοπίζεται στην έξω υπερκονδύλια επιφάνεια του δεξιού κάτω άκρου, ενώ στην πρόσθια έσω επιφάνεια της υπερκονδυλίου περιοχής εντοπίζεται το τραύμα εξόδου), αφετέρου δε χάρη στην έγκαιρη, συνεχή και αποτελεσματική ιατρική βοήθεια που του παρασχέθηκε, παρά την οποία, όμως, δεν αποκλείστηκαν οι απώτερες επιπλοκές της υγείας του, αλλά και στο ευτύχημα για τον παθόντα ότι από την βολή δεν επλήγη και δεν κατεστράφη κεντρική αρτηρία του μηρού ή της κνήμης του παρά μόνο δευτερεύοντα στελέχη των φλεβών της περιοχής του μηρού του". Επέβαλε δε το άνω Δικαστήριο στον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ1 για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, αφού προηγουμένως απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφ. α' και δ' ΠΚ, ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Μάλιστα δε από το όλο περιεχόμενο των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις καταθέσεις των μαρτύρων καγηγορίας, και την ανώμοτη κατάθεση στο ακροατήριο του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, που είναι και αυτός μάρτυρας κατηγορίας, με το περιεχόμενο της οποίας (καταθέσεώς του), άλλωστε, συντάσσονται και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, εκτίθεται λεπτομερώς στην αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, μετέβη στο άνω κτηματομεσιτικό γραφείο του πολιτικώς ενάγοντος, με τον οποίο είχε οικονομικές διαφορές, κρατώντας το αναφερόμενο δίκαννο κυνηγετικό όπλο, το οποίο είχε εφοδιάσει με φυσίγγια, και, αφού εισήλθε σε αυτό, λακτίζοντας και θραύοντας την κλειστή πόρτα του γραφείου, στάθηκε στην είσοδό του και υπό τα έκπληκτα μάτια του παθόντος και των υπαλλήλων του έστρεψε το όπλο προς αυτό, που καθόταν σε ένα γραφείο ακριβώς απέναντι από το σημείο που στεκόταν ο κατηγορούμενος, σημαδεύοντάς τον και απειλώντας τον, ενώ ταυτόχρονα φώναζε "θέλω τα λεφτά μου". Ότι ο παθών προσπάθησε να ηρεμήσει τον κατηγορούμενο, λέγοντας του ότι τα χρήματα τα έχει ο δικηγόρος του και ότι θα του τα έδινε, πλην όμως αυτός σε έξαλλη κατάσταση πυροβόλησε και κατέστρεψε ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή που ήταν τοποθετημένος πάνω στο ειρημένο γραφείο που καθόταν ο παθών. Και ότι στη συνέχεια και δη κατά τη στιγμή που ο τελευταίος, διαισθανόμενος τον κίνδυνο, άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο του γραφείου, ο κατηγορούμενος με το κυνηγετικό όπλο του σημάδευσε κα πυροβόλησε από κοντινή απόσταση αυτόν (παθόντα) στο ύψος πιο κάτω από την κοιλιά, με αποτέλεσμα, εκ τύχης, απλώς να τον τραυματίσει, προκαλώντας του τις αναφερόμενες στην ιατροδικαστική έκθεση σωματικές κακώσεις. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου του υποκειμενικού στοιχείου με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, αφού αυτός, ενεργώντας με τον προεκτεθέντα τρόπο, προέβλεψε, ενόψει και της γνωστής σ' αυτόν διασποράς των σφαιριδίων του φυσιγγίου ενός κυνηγετικού όπλου, ως ενδεχόμενο αποτελέσματα της ενέργειάς του αυτής κάποια από τα σφαιρίδια αυτά να πλήξουν τον παθόντα σε κάποιο περισσότερο ευπαθές μέρος του σώματός του, απ' αυτό που εν τέλει επλήγη, και να επιφέρουν το θάνατο αυτού και παρά ταύτα δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του εγκληματικού αυτού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε, η μη επίτευξη δε του θανατηφόρου αποτελέσματος οφείλεται σε αναφερόμενα εμπόδια εξωτερικά και μη αναγόμενα στη βούληση και το σκοπό του κατηγορουμένου. Προς τούτοις, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιέχονται υποθετικές αιτιολογίες, όπως "... ο κατηγορούμενος με το κυνηγετικό όπλο που πιθανότατα κρατούσε στο ύψος της μέσης του σημάδευσε και πυροβόλησε... " και "ο παθών ευρισκόταν εν κινήσει και όχι σε σταθερή θέση, ενστικτωδώς δε προς αποφυγή της βολής πρέπει να γύρισε τη δεξιά πλευρά του σώματός του", που καθιστούν ενδοιαστική και ασαφή την αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού οι ανωτέρω φράσεις "... πιθανότατα κρατούσε (το κυνηγετικό όπλο) στο ύψος της μέσης του" και "... ενστικτωδώς δε προς αποφυγή της βολής πρέπει να γύρισε τη δεξιά πλευρά του σώματός του" είναι αδιάφορες, ενόψει των άνω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, για την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και σε κάθε περίπτωση δεν θίγουν καθόλου τη σαφήνεια και την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής. Περαιτέρω, ο προβληθείς από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι η ειρημένη πράξη του συνιστά σωματική βλάβη από αμέλεια, άλλως επικίνδυνη σωματική βλάβη, και γι' αυτό έπρεπε να μετατραπεί εν προκειμένω η κατηγορία, είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και όχι αυτοτελής. Σε σχέση δε με τη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και δ' του ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός έτσι όπως είχε προβληθεί με μόνη την αναφορά των σχετικών αυτών διατάξεων, και χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού, από το οποίο να προκύπτει ο πρότερος έντιμος βίος και η ειλικρινής μετάνοια του κατηγορουμένου, ήταν αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, εντεύθεν δε το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, στους ανωτέρω αρνητικό και απαράδεκτος, αντίστοιχα, ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και εκ περισσού προέβη στην απόρριψή τους με ιδιαίτερη αιτιολογία. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση τόσο με την κατηγορία, όσο και με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστηρίου μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί στον πολιτικώς ενάγοντα εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 εδάφ. τελευταίο του ΚΠοινΔ το Ποινικό Δικαστήριο αποφασίζει ελεύθερα σε κάθε περίπτωση που εκδικάζει υπόθεση αποζημίωσης. Ως αποζημίωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται όχι μόνο η υλική ζημία, αλλά και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, της οποίας το ύψος, όπως προαναφέρθηκε, προσδιορίζει το Δικαστήριο κατ' ελεύθερη κρίση, η οποία για το λόγο αυτό δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επομένως, η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας? μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν, προκύπτει ότι δεν υποχρεώνεται ο διευθύνων τη συζήτηση να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως. Αρα εκ της παραλείψεως αυτής δεν δημιουργείται ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε ο λόγος από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορό του από το διευθύνοντα τη συζήτηση για να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης της απόφασης, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνισή του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση τούτου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται, αναγνώσθηκε η κατά την προδικασία ληφθείσα από 11-3-2004 ένορκη κατάθεση του μη εμφανισθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα ....., χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο. Επομένως, από την ανάγνωση της καταθέσεως του απόντος πιο πάνω μάρτυρα δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη από 5-7-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 4-4-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιουλίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 4-4-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 74/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Αυγούστου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ