Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2000 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Υπέρβαση εξουσίας, Δικαστηρίου σύνθεση, Αρχαία.




Περίληψη:
Κλοπή Αρχαίων μαρμάρινων αντικειμένων εκκλησίας. 1. Είναι, απορριπτέος ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, αφού η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για κακή σύνθεση του δικαστηρίου που έλαβε και δημοσίευσε την κατά πλειοψηφία καταδικαστική απόφαση του και αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, ο οποίος εξετάζεται, κατά το άρθρο 511 ΚΠΔ, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως·, διότι από την αντιπαραβολή των παραδοχών του αιτιολογικού της κατά πλειοψηφία ληφθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, με ψήφους 3 έναντι 2, προκύπτει ότι το μέλος της συνθέσεως του Πενταμελούς Εφετείου, ο εφέτης Χ, ψήφισε δύο φορές και μάλιστα ταυτόχρονα υπέρ της ενοχής και υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων, ενώ ο εφέτης Ψ δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου που συμμετείχε ως τακτικό μέλος της συνθέσεως, όπως θα έπρεπε κατά νόμο.




Αριθμός 2000/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ε., κατά κόσμον Σ. Τ. του Γ. 2)Δ. κατά κόσμον Κ. Ν. του Ι., 3)Ε., κατά κόσμον Φ. Σ. του Γ., 4)Π., κατά κόσμον Ι. Κ. του Κ. και 5)Χ., κατά κόσμον Μ. Κ. του Γ., Μοναχών και κατοίκων της Ιεράς Μονής Α. Π. Μ. Μ., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.68/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2010 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 578/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Μόνη δε η παράθεση στην έκθεση έφεσης των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία προκύπτει ενοχή του κατηγορουμένου και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της έφεσης του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, εφόσον δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την κρίση του δικαστηρίου περί της αθωότητος του κατηγορουμένου. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα πρακτικά της, το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 19-12-2007 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου κατά της 2586/2005 αθωωτικής των πέντε αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, τους κήρυξε, κατά πλειοψηφία,(με ψήφους 3 έναντι 2), ενόχους τους τέσσερις πρώτους ως συναυτουργούς και απλής συνέργειας τον πέμπτο από αυτούς, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής αρχαίων αντικειμένων (όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αρχικά κατηγορήθηκαν) και τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών, δύο, δύο, δύο και ενός έτους αντίστοιχα. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι μοναχοί στον πρώτο βαθμό, όπως προκύπτει από την 105/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κηρύχθηκαν αθώοι, κατά πλειοψηφία για το ότι: α) οι Σ. Τ., Κ. Ν., Φ. Σ. και Ι. Κ., στην..., την 29-7-2004, ενεργώντας από κοινού, αφαίρεσαν ξένα αρχαία κινητά αντικείμενα, μνημεία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από ακίνητο μνημείο του Ελληνικού κράτους, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα, στην περιοχή «...» ..., έχοντας αποφασίσει από κοινού αφαίρεσαν, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παρανόμως, τέσσερις πλάκες, οι οποίες είναι αρχαία μνημεία, από τον περίγυρο της εκκλησίας της Παναγιάς Ενθρόνου χρόνου κατασκευής προ του 1453μ.χ. και συνολικής αξίας 13.600 ευρώ που δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη οι οποίες είναι αρχαία μνημεία και β) ο κατηγορούμενος Μ. Κ. συνέδραμε με τους ανωτέρω πριν τη διάπραξη της κλοπής που αυτοί από κοινού διέπραξαν με το να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητό του από το..., στον άνω τόπο, έχοντας αναλάβει να τους μεταφέρει επίσης με το ίδιο αυτοκίνητο, μετά την πράξη τους, την οποία γνώριζε, διευκολύνοντας έτσι τη διαφυγή τους και συνδράμοντας αυτούς ψυχικά στην ολοκλήρωση της πράξεώς τους.
Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται ότι:»Α) Από τη διαδικασία στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, αποδείχτηκε ότι οι πιο πάνω κατηγορούμενοι καταλήφθηκαν επ' αυτοφώρω από τον αγρότη Κ. Κ. να αφαιρούν τα πιο πάνω αρχαία μνημεία ως γνώριζαν οι κατηγορούμενοι ότι είναι αρχαία μνημεία γιατί είχαν πάνω τους το ειδικό μαύρο σημείο που είχε θέσει η αρχαιολογική υπηρεσία και γιατί στο παρελθόν είχαν πολλές φορές επισκεφτεί το χώρο και εντοπίσει τα αρχαία μνημεία. Ειδικότερα κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυρας Κ. Κ._ότι»... είδα μια πλάκα... τον ρώτησα (είναι κάποιος από τους τέσσερις μοναχούς) και είπε ότι αυτό που κάνουν είναι θείο έργο. Η πλάκα ήθελε λίγα μέτρα να κατέβει στο δρόμο- οι καλόγεροι ήταν με τα ρούχα της αγγαρείας- όταν τους αντιλήφθηκα ήταν αναστατωμένοι και ειδοποίησα την αστυνομία. Την ώρα που καθόμαστε μου ζήτησαν συγγνώμη γι' αυτό που έκαναν».Ο δε μάρτυρας αστυνομικός Σ. Μ. ο οποίος προσήλθε στο χώρο ύστερα από την ειδοποίηση του αυτόπτη μάρτυρα Κ. Κ. κατέθεσε , μεταξύ άλλων: «... είπε ο μοναχός Σ.: ήταν λάθος μας που μεταφέραμε μάρμαρα- ήταν αναστατωμένοι, ιδρωμένοι και λερωμένοι-είδαμε ίχνη συρσίματος και το σημείο που έλειπαν οι πέτρες».
Β) Ωστόσο το Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά τούτα τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία - αλλά και άλλα όπως λόγου χάρη τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Μ. Π. και κήρυξε κατά πλειοψηφία,αθώους τους κατηγορουμένους. Ενώ έπρεπε να τους κηρύξει ενόχους, γιατί, εκτός των άλλων, δε σημασιολόγησε ορθά τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα με τον όρο»σημασία»αναφερόμαστε σε μια ορισμένη διάσταση νοήματος ή τάξη νοημάτων. Τούτη η διάσταση είναι γνώση που αποβλέπει στη γενικότητα και εξηγεί το ατομικό δια του γενικού. Με το περιεχόμενο τούτο της γνώσης, σημασία έχουν οι πράξεις του ανθρώπου κατά το εσωτερικό βάθος τους π.χ. Μια χειρονομία ή ένας μορφασμός ,μια παράλειψη ή μια άρνηση, μια ψυχική στάση ή ένα πνευματικό έργο - εάν είναι αποφασιστικά για την ύπαρξη του. Όταν θεωρούμε και εξηγούμε αυτές τις πράξεις ως γεγονότα, πολύ λίγο τις καταλαβαίνουμε και συχνά τις παρανοούμε. Για να τις καταλάβουμε σωστά, πρέπει να εισδύσουμε (με άλλο τρόπο και όχι με τον τρόπο των»θετικών»επιστημών) στο βάθος τους και να συλλάβουμε τη σημασία τους. Γιατί η»πράξη»δεν είναι μόνο μια συμπεριφορά που μπορεί να εξαντικειμενικευτεί και να εξηγηθεί εντελώς ως γεγονός, αλλά έχει και μια σημασία. Σημαίνει κάτι. Και τούτο το κάτι είναι εσωτερικό, ιδιαίτερο, προσωπικό. Το αισθάνονται και το λογαριάζουν μόνο τα ίδια πρόσωπα που ενεργούν με αυτόν τον τρόπο, σαν κάτι αποφασιστικό, για την ύπαρξη τους. Και από τους άλλους μόνο εκείνοι που θέλουν και μπορούν να εννοήσουν την ενέργεια τους εισδύοντας πίσω από τον εξωτερικό τους φλοιό - και πως εννοείται; Βοηθημένοι από την οξυδέρκεια και την ευαισθησία ,από την εμπειρία και τη φαντασία μας πρέπει με τη «συμπάθεια» να ζήσουμε απάνω στο ανθρώπινο βάθος μας. Άρα σημιολογώ μια πράξη (ξένη ή δική μου)θα πει της δίνω τη σημασία που έχει. Και μπορεί να έχει ηθική, θρησκευτική, αισθητική κλπ σημασία και όχι φυσιολογική ,κοινωνιολογική κλπ σημασία. Επίσης άλλο πράγμα είναι το «σημασιολογώ» και άλλο το αξιολογώ = αναγνωρίζω ότι αυτή η πράξη έχει την άλφα αξία και ως φορέα αυτής της αξίας τη θεωρώ ανώτερη ή κατώτερη από μια άλλη του ίδιου είδους. Ο κοινός νους και λόγος συχνά ταυτίζει τις δύο έννοιες. Μεταξύ τους όμως υπάρχουν πολλές και σοβαρές διαφορές, μολονότι ο συντομότερος δρόμος προς την αξία περνάει από το χώρο των σημασιών : με τη σημασία που της δίνουμε μια πράξη γίνεται ή όχι δεκτική αξίας. Άρα για την ανεύρεση του αληθινού και ακριβούς περιεχομένου μιας πράξης προηγείται η σημασιολόγηση (που είναι αναλυτική μέθοδος) και έπεται η αξιολόγηση (που είναι αυθεντική μέθοδος). Αλλά το δικαστήριο δέχτηκε κατά πλειοψηφία, εσφαλμένα, ότι οι φράσεις»την ώρα που καθόμαστε μου ζήτησαν γι' αυτό συγνώμη»και ότι»έχουμε πέσει σε λάθος»είναι πολυσήμαντες, ενώ είναι μονοσήμαντες. Δηλαδή η εκφορά της λέξης «συγνώμη» σημαίνει οπωσδήποτε ομολογία για κάποια πράξη που είναι βλαπτική στους άλλους». Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα Εφετών, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα και εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτή, πλήρως και σαφώς συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ιδία, η μη λήψη υπόψη και η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των αυτόπτων μαρτύρων κατηγορίας Κ. Κ. και του Σ. Μ. και Π. Μ. αστυνομικών, που τους συνέλαβαν επ' αυτοφώρω και της μάρτυρος Μ. Π., αρχαιολόγου, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όπως επίσης η μη ορθή εκτίμηση της ομολογίας των κατηγορουμένων στον μάρτυρα Κ. Κ., αγρότη που πρώτος τους αντιλήφθηκε τη βραδυνή ώρα της κλοπής. Επομένως, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση προαναφερόμενο Δικαστήριο, που δέχθηκε, ως ορισμένο το λόγο εφέσεως και τυπικά δεκτή την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αιγαίου και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, δεν υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ.Α και 171 παρ. 1α' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, αποτελεί και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής συνθέσεως του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 1756/1988 (ΚΟΔΚΔΛ), το Πενταμελές Εφετείο συγκροτείται από πρόεδρο εφετών και τέσσερις εφέτες.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 παρ.2 του ΚΠοινΔ, «οι αποφάσεις των πολυμελών δικαστηρίων καταρτίζονται από την ψήφο των δικαστών που συγκρότησαν το δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παρίσταται και ο γραμματέας. Εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση, συγκεντρώνει τις ψήφους, αρχίζοντας από τον κατώτερο στο βαθμό και σε περίπτωση που οι δικαστές είναι ισόβαθμοι από το νεότερο στο βαθμό, ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος. Αν υπάρχει διχογνωμία, επικρατεί η γνώμη της πλειοψηφίας, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας, η ευμενέστερη γνώμη για τον κατηγορούμενο...». Επίσης, η γνώμη της μειοψηφίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 40 του ν. 2172/1993, αναφέρεται μαζί με την απόφαση από τον απαγγέλλοντα αυτή και καταχωρίζεται υποχρεωτικώς, με αναφορά και του ονόματος του δικαστή που μειοψήφησε, στην εγγράφως μετά ταύτα συντασσόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα πρακτικά αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτό, συγκροτήθηκε από τον Σπυρίδωνα Γρηγοράτο, Πρόεδρο Εφετών και τους εφέτες Σάββα Κυριακίδη, Γεώργιο Ταμβακάκη, Γεώργιο Κουρούση και Αμαλία Ζαρκαδούλα. Από το αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε, μετά από μυστική διάσκεψη, σε απόφαση περί ενοχής, κατά πλειοψηφία, κατά τη γνώμη των Εφετών Σάββα Κυριακίδη, Γεωργίου Κουρούση και Αμαλίας Ζαρκαδούλα, ενώ δύο δικαστές, οι Σπυρίδων Γρηγοράτος, Πρόεδρος Εφετών, και ο εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, μειοψήφισαν υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων. Όμως, από την αντιπαραβολή των παραπάνω παραδοχών του αιτιολογικού προκύπτει ότι το μέλος της συνθέσεως, εφέτης Γεώργιος Κουρούσης, ψήφισε δύο φορές και μάλιστα ταυτόχρονα υπέρ της ενοχής και υπέρ της αθωώσεως των κατηγορουμένων, ενώ ο εφέτης Σάββας Κυριακίδης δεν άσκησε τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα και ουδόλως συνέπραξε στην ψηφοφορία και στην κατάρτιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του άνω δικαστηρίου που συμμετείχε ως τακτικό μέλος της συνθέσεως, όπως θάπρεπε κατά νόμο. Επομένως, σύμφωνα με αυτά που προαναφέρθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως άκυρη για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, κατά το χρόνο που έλαβε σε διάσκεψη και δημοσίευσε την κατά πλειοψηφία καταδικαστική απόφαση του. Ήτοι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως, μη προτεινόμενο μεν από τους αναιρεσείοντες, με την κρινόμενη αίτηση τους, αλλά με το υπόμνημα τους, ο οποίος όμως λόγος εξετάζεται, κατά το άρθρο 511 του ΚΠοινΔ, αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε παραδεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως των πέντε καταδικασθέντων κατηγορουμένων και δη παραδεκτός ο παραπάνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, και οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν στον Άρειο Πάγο. Αναιρουμένης δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τον ανωτέρω λόγο, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατ' άρθρο 519 ΚΠοινΔ, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 68/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ