Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 49 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Πράγματα κοινόχρηστα.




Περίληψη:
Στην περίπτωση που με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου καταργούνται οι κοινόχρηστοι χώροι και καθίστανται οικοδομήσιμοι, η επ’ αυτών κυριότητα του Δήμου ή της κοινότητας παραμένει και δεν επανέρχεται στους ιδιοκτήτες τους επισπεύσαντες την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, εκτός αν με την ίδια την τροποποίηση του σχεδίου καθίστανται συγχρόνως κοινόχρηστος, ειδικά σε αντικατάσταση των καταργουμένων ή ιδιοκτήτες κατά την έγκριση του σχεδίου με το οποίο έγιναν οι χώροι αυτοί αρχικά κοινόχρηστοι, είχαν με την οικεία σύμβαση επιφυλάξεις για τους εαυτούς τους την κυριότητα επ’ των χώρων αυτών σε περίπτωση καταργήσεως τους από κοινόχρηστους.




Αριθμός 49/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Διονύσου Αττικής, που εδρεύει στη Δημοτική Κοινότητα Αγίου Στεφάνου και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Μ. του Π., κατοίκου ... 2) Σ. Γ. του Φ., κατοίκου ... 3) Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Νέα Αιολίς - Συν.Π.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Α. Π. του Η., κατοίκου ... και 5) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Λατομείων Μαρμάρου Διονύσου Πεντέλης και Τεχνικών Ξενοδοχειακών Γεωργικών Μεταφορικών και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων και Αντιπροσωπειών" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαιρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 15/2/1996 ανακοίνωση δίκης των 1ου και 2ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 22/4/1996 πρόσθετη παρέμβαση του 3ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4797/1997, 2376/2005 μη οριστικές, 149/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1647/2011 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον Δήμος με την από 28/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι 1ος, 2ος, 3ος και 5η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 24/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 4 εδ. α', γ' και δ', 568 παρ. 4 και 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο ’ρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ... και .../20-9-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, στη δεύτερη από τις οποίες προσαρτώνται η από 20-9-2001 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η από 21-9-2011 βεβαίωση περί αναστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της πέμπτης αναιρεσίβλητης Κωνσταντίνου Γκούμα, δυνάμει του .../10-10-2012 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Ματσανιώτη, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 7-11-2012 και κλήση προς συζήτησης της αναίρεσης, κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα και τον τέταρτο αναιρεσίβλητο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε - μετά από αίτημα του δεύτερου και πέμπτης αναιρεσίβλητης - για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων και ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 534 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από την παρ. 1 του άρθρου 44 του ν.3994/13-7-2001-ΦΕΚ 165Α/25-7-11 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εγκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τούτου. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά κλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (ΟλΑΠ 16/1990 Ελλ. Δικ. 31.805). Ενόψει τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά απευθύνεται, μετά την πάροδο - όπως ο αναιρεσείων Δήμος αποδέχεται - της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, κατά της οριστικής 1467/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του κατά της 149/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω της ερημοδικίας του, νόμιμα δε και παραδεκτά προτείνονται, ως σφάλματα αυτής, επικαλούμενα της προμνημονευόμενης - 149/2010 - πρωτόδικης απόφασης.
ΙΙΙ. Η §1 του αρθρ. 1 του ν.δ. 690 της 7/8 Μαΐου 1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", ορίζει, ότι "οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κλπ.), οι καθοριζόμενοι υπό των μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων, επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμετάλλευσιν των οικείων εκτάσεων, σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτους σχεδίου του συνοικισμού, είτε επεβλήθη εις τους ως άνω επισπεύοαντας την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος, νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως αν εξεπληρώθη αύτη ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις, η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον, κατ' αμάχητον τεκμήριον, επακολούθημα την κατ' ελεύθερον βούλησιν αυτών παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανόμενων γηπέδων, άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομημάτων δι' οιονδήποτε σκοπόν χώρων. Οι ως ανω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται εις την κοινήν χρήσιν ελεύθεροι παντός βάρους, υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κλπ. περιοριζόμενων επί των λοιπών ακινήτων των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου". Κατά δε την §2 του ιδίου άρθρου, "η προηγουμένη παράγραφος (1) ισχύει και δια τους συνεπεία μεταγενέστερος τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντος κοινοχρήστους χώρους τους καταλαμβάνοντας γήπεδα ανήκοντα κατά τον χρόνον της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφ' όσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ' οιονδήποτε χρόνον, έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ισχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων. Εν ιη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου οι τυχόν εκ της τροποποιήσεως καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι, περιέχονται εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου, καθ' ό ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων". Κατά δε το εδάφιο 1 της παρ. 8 του αυτού άρθρου "οι διατάξεις του άρθρου τούτου εφαρμόζονται και επί των μετά την ισχύν του παρόντος εγκριθησομένων συνοικισμών, ή και επεκτάσεων συνοικισμών ή γενικώς σχεδίων πόλεων και κωμών τη επισπεύσει οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με αυτές των άρθρων 967, 968 και 971 ΑΚ, με τις οποίες ορίζονται τα κοινόχρηστα πράγματα, η επ' αυτών κυριότητα και η αποβολή της ιδιότητας τους ως κοινοχρήστων, συνάγεται ότι με μόνη την έγκριση του οικείου σχεδίου ρυμοτομίας συνοικισμού και από ταύτης καθίστανται πράγματα κοινόχρηστα οι χώροι οι καθοριζόμενοι ως κοινόχρηστοι με το εν λόγω ρυμοτομικό σχέδιο, η επ' αυτών δε κυριότητα των ιδιοκτητών χάνεται και περιέρχεται στο Δήμο ή την Κοινότητα, χάριν των οποίων εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, όπως π.χ. μεταγραφή ή αποζημίωση των ιδιοκτητών λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, εφόσον η έγκριση του σχεδίου έγινε με επιδίωξη τους γιατί με την ενέργεια τους αυτή τεκμαίρεται αμάχητα ότι παραιτήθηκαν της κυριότητας και συνακόλουθα της αποζημιώσεως και ανεξαρτήτως αν πράγματι έγινε ή όχι χρήση των πραγμάτων τούτων ως κοινοχρήστων. Ακόμα από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση που με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου καταργούνται οι κοινόχρηστοι χώροι και καθίστανται οικοδομήσιμοι, η επ' αυτών κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας παραμένει και δεν επανέρχεται στους ιδιοκτήτες τους επισπεύσαντες την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, εκτός αν με την ίδια την τροποποίηση του σχεδίου καθίστανται συγχρόνως κοινόχρηστοι, ειδικά σε αντικατάσταση των καταργουμένων άλλοι τέτοιοι χώροι της κυριότητας των ιδιοκτητών και ίσου εμβαδού με αυτό των καταργουμένων ή οι ιδιοκτήτες κατά την έγκριση του σχεδίου με το οποίο έγιναν οι χώροι αυτοί αρχικά κοινόχρηστοι, είχαν με την οικεία σύμβαση επιφυλάξει για τους εαυτούς τους την κυριότητα επί των χώρων αυτών σε περίπτωση καταργήσεως τους από κοινοχρήστους (Ολ.ΑΠ 228/1983). Η θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων συμπορεύεται με την επιταγή του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία απαιτεί ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό (ΣΕ 64/1992 ΝοΒ 41.142) Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα την ενσωματωμένη σ' αυτήν 149/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει τη υπ' αριθμ. …/23.11.1955, …/10.3.1956, …/9.3.1958 και …/10.7.1958 αγοραπωλητήριων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Πασχάλη Κωνσταντίνου Μόσχου, ο προσθέτως παρεμβαίνων, Οικοδομικός Συνεταιρισμός "ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ", έγινε κύριος μίας έκτασης 2.713 περίπου στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στο άλλοτε κτήμα "Διόνυσος" εντός της κτηματικής περιφέρειας πρώην Δήμου Μαραθώνα μετέπειτα της Κοινότητας Σταματάς και σήμερα της ενάγουσας. Η ως άνω έκταση αγοράστηκε από τον Η. Α. Η. και από τα τέκνα και κληρονόμους του Θ. Η. Με επίσπευση του ως άνω Συνεταιρισμού εγκρίθηκε, με το Β.Δ. της 23.5.1962 (ΦΕΚ 70/8.6.1962/τ.Δ'), το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής, καθώς και οι όροι και περιορισμοί δομήσεως. Στο εν λόγω ρυμοτομικό σχέδιο εντάχθηκε η έκταση των 2.713 στρεμμάτων και οι εντός αυτής γεωργικοί κλήροι τρίτων ιδιοκτητών. Στη συνέχεια το ως άνω σχέδιο τροποποιήθηκε με επίσπευση και πάλι του παραπάνω Συνεταιρισμού, με την υπ' αριθμ. 278515/20.10.1979 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ 630/6.11.1979/τ.Δ') "περί τροποποιήσεως του σχεδίου της πρώην Κοινότητας Μπάλας" στην περιοχή του Οικοδομικού Συνεταιρισμού "ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ" της σημερινής Κοινότητας Διονύσου Αττικής. Με την τροποποίηση αυτή διάφοροι κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι είχαν περιληφθεί με αυτόν το χαρακτήρα στο αρχικό σχέδιο καταργήθηκαν και διαμορφώθηκαν σε οικοδομικά τετράγωνα. Οι εν λόγω κοινόχρηστοι χώροι αντικαταστάθηκαν με άλλους χώρους της περιοχής του Συνεταιρισμού μεγαλύτερης εκτάσεως, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως κοινόχρηστοι ή χώροι προορισμένοι για δημοσιολογικούς σκοπούς, ανέγερση κτηρίων κοινής ωφέλειας κλπ.. Η ως άνω απόφαση της Νομαρχίας Αττικής εκδόθηκε κατόπιν κοινής αιτήσεως του πιο πάνω Συνεταιρισμού και της Ανώνυμης Γεωργικής και Βιομηχανικής Εταιρείας "Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ". Μεταξύ των καταργηθέντων κοινοχρήστων και διαμορφωθέντων σε οικοδομήσιμους χώρους, είναι και το υπό στοιχείο ... Οικοδομικό Τετράγωνο, το οποίο περικλείεται από τις οδούς …. Στο εν λόγω ... Ο.Τ. οι εναγόμενοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../29.9.1986 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Λεμονιάς Ξηροκώστα - Τζίνου, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μαραθώνα στον τόμο … και με αριθμό …, αγόρασαν από τον Α. Η. Π., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το υπ' αριθμ. 25 τμήμα του με αριθμό 12 οικοπέδου, έκτασης 835,96 τ.μ., το οποίο φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΗΖΑ στο από Σεπτεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η. Σ. και συνορεύει, σύμφωνα με το πιο πάνω διάγραμμα, βόρεια με το υπ' αριθμ. 5 οικόπεδο επί πλευράς ΒΗ μέτρων 21,50, νότια με την οδό … επί προσώπου ΑΖ μέτρων 9,74, ανατολικά με το υπ' αριθμ. 24 τμήμα του αυτού οικοπέδου επί πλευράς ΗΖ μέτρων 53,84 και δυτικά με το υπ' αριθμ. 13 οικόπεδο επί πλευράς ΑΒ μέτρων 53,45. Στον παραπάνω πωλητή το επίδικο εδαφικό τμήμα είχε περιέλθει με αγορά από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ", δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. .../18.6.1982 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, η αγορά δε αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. .../21.11.1990 πράξη εγκρίσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ματσανιώτη από την Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Λατομείων Μαρμάρου Διονύσου Πεντέλης και Τεχνικών Ξενοδοχειακών Γεωργικών Μεταφορικών και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων και Αντιπροσωπειών, η οποία ήταν συγκυρία, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, του πιο πάνω με αριθμό 12 οικοπέδου του ... Ο.Τ. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψαν τα εξής: Οι εκτάσεις, οι οποίες εντάχθηκαν στο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής Διονύσου Αττικής με το ως άνω από 23.5.1962 Β.Δ., όπως στη συνέχεια αυτό τροποποιήθηκε με την παραπάνω 278515/20.10.1979 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, περιλαμβάνονται στις εκτάσεις, οι οποίες αγοράστηκαν από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό "ΝΕΑ ΑΙΟΛΙΣ", με τα προαναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Πασχάλη Μόσχου, συνολικού εμβαδού 2.713,323 τ.μ., οι οποίες (εκτάσεις) αποτελούσαν μέρος του δασοκτήματος "ΔΙΟΝΥΣΟΣ" ιδιοκτησίας του Η. Η. και των κληρονόμων του Θ. Η. Με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου με την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Αττικής αποχαρακτηρίστηκαν από κοινόχρηστοι χώροι που ήταν και χαρακτηρίστηκαν ως οικοδομήσιμοι, οι ακόλουθες εκτάσεις: α) Το Ο.Τ. ..., εμβαδού 26.413,98 τ.μ., β) το Ο.Τ. ..., εμβαδού 4.999,11 τ.μ. και γ) το ΟΤ. ..., εμβαδού 8.358 τ.μ., ήτοι συνολικού εμβαδού 43.771,09 τ.μ.. Με την ανωτέρω τροποποίηση, χαρακτηρίστηκαν ως κοινόχρηστοι χώροι οι ακόλουθοι χώροι του προσθέτως παρεμβαίνοντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού "ΝΕΑ ΑίΟΛΙΣ", οι οποίοι στο αρχικό σχέδιο ήταν χώροι χωρίς πολεοδομική ρύθμιση: α) Χώρος μεταξύ των Ο.Τ. .. και 154Α, εμβαδού 13.200 τ.μ., β) χώρος μεταξύ των Ο.Τ. … και …, εμβαδού 61.200 τ.μ., γ) χώρος μεταξύ των Ο.Τ… και …, εμβαδού 13.950 τ.μ., δ) χώρος μεταξύ των Ο.Τ. … και .., εμβαδού 5.850 τ.μ. και ε) χώρος μεταξύ των Ο.Τ. … και …, εμβαδού 4.200 τ.μ.. Επιπλέον, με την παραπάνω τροποποίηση του Νομάρχη Αττικής, χώροι οι οποίοι είχαν χαρακτηριστεί είτε ως οικοδομικά τετράγωνα είτε ως χώροι χωρίς πολεοδομική ρύθμιση στο αρχικό σχέδιο πόλεως, χαρακτηρίστηκαν με την εν λόγω απόφαση τροποποίησης του Νομάρχη, ως χώροι κοινωφελείς ειδικών χρήσεων, προς εξυπηρέτηση δημοσιολογικών σκοπών, ήτοι προς ανέγερση κτηρίων κοινής ωφελείας. Οι χώροι αυτοί, οι οποίοι ανήκαν στην κυριότητα του Οικοδομικού Συνεταιρισμού είναι οι ακόλουθοι: α) Το Ο.Τ. …για ανέγερση γυμνασίου, εμβαδού 9.840 τμ., β) το Ο.Τ. … για ανέγερση σχολείου, εμβαδού 5.450 τ.μ., γ) ο χώρος μεταξύ των Ο. Τ, …και … για πολιτιστικό κέντρο, εμβαδού 21.700 τ.μ., δ) ο χώρος μεταξύ των Ο. Τ. … και ... για τουριστικό κέντρο, εμβαδού 6.300 τ.μ. και ε) ο χώρος μεταξύ των Ο.Τ. … και … για κέντρο αναψυχής, εμβαδού 7.300 τ.μ.. Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων Συνεταιρισμός διέθεσε συνολικά από την ιδιοκτησία του έκταση ίση με 146.990 τ.μ. ως αντιστάθμισμα έναντι των 43.771,09 τ.μ. η οποία με την εν λόγω τροποποίηση από κοινόχρηστη έκταση που είχε χαρακτηρισθεί στο αρχικό σχέδιο, χαρακτηρίσθηκε ως οικοδομήσιμη. Κατόπιν των ανωτέρω, πλήρως αποδείχθηκε ότι το Ο.Τ. με αριθμό ... αποτελεί έκταση κυριότητας του προσθέτως παρεμβαίνοντος και κατ' επέκταση το επίδικο τμήμα του οικοπέδου, όπως αυτό αναλυτικά περιγράφεται παραπάνω, το οποίο απέκτησαν οι εναγόμενοι, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό ο καθένας, με παράγωγο τρόπο (αγορά και μεταγραφή του σχετικού συμβολαίου), αποτελεί συνιδιοκτησία τους.
Συνεπώς, γενομένης δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι (εναγόμενοι και όχι οι) ενάγοντες..... (όπως από προφανή παραδρομή στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται) πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθεί σε βάρος της ενάγουσας η δικαστική δαπάνη των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος". Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε με σαφήνεια, ότι η επίδικη έκταση με την τροποποίηση του σχεδίου χαρακτηρίστηκε ως οικοδομήσιμη από κοινόχρηστη που είχε χαρακτηριστεί στο αρχικό σχέδιο και συγχρόνως, σε αντικατάστασή της, χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστη η πολύ μεγαλύτερη πιο πάνω έκταση. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, υπό την αναιρετική αυτή αιτίαση, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) νια σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει απόδειξη και, ειδικότερα, την παραπάνω ένσταση ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων και του - δικαιοπαρόχου αυτών - προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντος, ότι η κυριότητα της επίδικης έκτασης επανήλθε στον προσθέτως παρεμβάντα και εν τέλει στους εναγομένους, γιατί με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, δυνάμει της 278515/1979 απόφασης του Νομάρχη Αττικής κατέστησαν συγχρόνως κοινόχρηστοι ειδικά σε αντικατάσταση των αναφερόμενων καταργουμένων συνολικού εμβαδού 43.771,78 τμ., - στους οποίους εμπίπτει και η επίδικη - οι αναφερόμενοι μεγαλύτερης έκτασης χώροι κυριότητας του προσθέτως παρεμβάντος, δυνάμει των αναφερόμενων τίτλων κυριότητας που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, με επίσπευση του οποίου εγκρίθηκε αρχικά και τροποποιήθηκε στη συνέχεια το σχέδιο, είναι απορριπτέος ως αόριστος, γιατί ο παραπάνω ισχυρισμός - πλημμέλεια της προδικαστικής απόφασης - στον οποίο στηρίζεται - και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ - προτάθηκε νόμιμα από τον ηττηθέντα και στον πρώτο βαθμό ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα - με λόγο έφεσης - στο Εφετείο, και, πάντως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την 4797/1997 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε διαταχθεί απόδειξη ως προς την εν λόγω ένσταση ιδίας κυριότητας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2011 αίτηση του Δήμου Διονύσου Αττικής για αναίρεση της 1647/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, επιμεριζόμενα λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή