Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1967 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Δήμευση.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανή. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών: α) περί προμήθειας, κατοχής για αποκλειστική χρήση τοξικομανούς και β) περί ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 §2 α΄ και δ΄ ΠΚ. Δήμευση κατασχεθέντων χρημάτων χωρίς ειδική αιτιολογία. Αναίρεση εν μέρει (μόνο ως προς τη δήμευση των χρημάτων) της καταδικαστικής απόφασης.




Αριθμός 1967/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ... και ήδη κρατούμενου στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, για αναίρεση της 618/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με συγκατηγορούμενο τον Σ1.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1498/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. Β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 10 του ν. 2161/2003 (Βλ. ήδη άρθρο 20 του ΚΝΝ-3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η πώληση πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και για το σκοπό αυτό παράδοσής της από τον πωλητή στον αγοραστή με τίμημα που συμφωνήθηκε. Ακόμη για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσος εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Επίσης η κατοχή ναρκωτικής ουσίας πραγματοποιείται με τη φυσική επί της ουσίας αυτής εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να τη διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Περαιτέρω για την αιτιολόγηση της απόφασης σχετικά με την τέλεση των εγκλημάτων της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός: α)της ποσότητας (βάρους) τούτων, που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει την τέλεση τούτων με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β)του χρόνου των επί μέρους πράξεων, εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής των εγκλημάτων τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ)του επιτευχθέντος τιμήματος από κάθε μερικότερη πράξη και δ)της ταυτότητας των πωλητών και των αγοραστών, του ύψους του καταβληθέντος τιμήματος ως και του δόλου, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία ή πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο (ΑΠ 1242/2006 Ποιν. Λόγος ΣΤ/1189 και ΑΠ 1941/2006 Ποιν. Λόγος ΣΤ/1986).
Από τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ που ορίζει, ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διάταξης αυτής δεν απαγγέλλεται ρητώς ακυρότητα, πλην όμως η παράβασή της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ), διότι έτσι θίγεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, όπως το δικαίωμα υπεράσπισής του διαμορφώνεται επιτρεπτώς υπέρ αυτού με τη διάταξη του άρθρου 211 ΚΠΔ, επομένως ιδρύεται σχετικός λόγος αναίρεσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ). Όμως η απαγόρευση ισχύει μόνο κατά το στάδιο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο αχθεί σε καταδικαστική κρίση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο περί ατιμωρίας του κατηγορουμένου που είναι τοξικομανής και προμηθεύεται ή κατέχει μικροποσότητα ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρα 12 παρ. 1 και 13 παρ. 4 περ. α' του ν. 1729/1987) αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 618/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Σ1, κατά πιστή αντιγραφή, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "1.- Στην αστυνομία είχε περιέλθει η πληροφορία ότι στο ..., κάποιος με το ψευδώνυμο "Α..." διακινεί ηρωίνη και ινδική κάνναβη. Κατά την επαλήθευση της πληροφορίας αυτής, διαπιστώθηκε πρώτα ότι το πρόσωπο που χρησιμοποιούσε το εν λόγω ψευδώνυμο ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος, πράγματι, έχει γεννηθεί στη Ν.Υόρκη των ΗΠΑ. Κατόπιν, εντοπίσθηκε η κατοικία του, στην οδό ... και τέθηκε υπό παρακολούθηση. Τότε διαπιστώθηκε ότι πολλά πρόσωπα, που από την εμφάνισή τους έδειχναν να κάνουν χρήση ναρκωτικών, μπαινόβγαιναν στο σπίτι του. Ένα από αυτά ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατά την έξοδό του ελέγχθηκε από τους αστυνομικούς και βρέθηκε να έχει στην κατοχή του 7 γραμμάρια ηρωίνης. Σε σχετική ερώτηση αποκάλυψε ότι την εν λόγω ποσότητα είχε αγοράσει αμέσως πριν, αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, από τον πρώτο κατηγορούμενο, τον οποίο είχε επισκεφθεί στο σπίτι του. Κατόπιν ελέγχθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και βρέθηκε να κατέχει στο σπίτι του μια συσκευασία με 2 γραμμάρια ηρωίνης, άλλη συσκευασία με 10 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 12 δισκία του ναρκωτικού, φαρμάκου "methadone" και έξι σακούλες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 785 γραμμαρίων. Οι ποσότητες αυτές είχαν αγορασθεί λίγο καιρό πριν από τη σύλληψή του, από πρόσωπο το οποίο δεν κατονόμασε και αντί τιμήματος το οποίο δεν προσδιόρισε. 2.- Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε εξ αρχής ότι υπήρξε ο προμηθευτής του δευτέρου. Ο δεύτερος, θέλοντας να βοηθήσει τον πρώτο ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακάλεσε την αρχική ομολογία του, σύμφωνα με την οποία είχε αγοράσει την ηρωίνη από εκείνον. Το Δικαστήριο θεωρεί αναξιόπιστη τόσο την άρνηση του πρώτου όσο και την ανάκληση του δευτέρου. Η κρίση αυτή στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα ..., αστυνομικού, που είπε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη σύλληψή του [και συνεπώς πριν προλάβει να μεθοδεύσει τη σκέψη και τις δηλώσεις του], προσδιόρισε ως προμηθευτή του τον πρώτο, κατά την αμέσως προηγηθείσα επίσκεψη στο σπίτι εκείνου. Και ενισχύεται από το πραγματικό γεγονός ότι η εν λόγω ποσότητα ηρωίνης βρέθηκε στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου αμέσως μετά την έξοδό του από το σπίτι του πρώτου. Και ακόμη, ενισχύεται από το πραγματικό γεγονός ότι στο σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 610.000 δραχμών, που θεωρείται σημαντικό για να βρίσκεται στην κατοχή ενός προσώπου που δεν εργάζεται και κάνει περιθωριακή ζωή. Επίσης, στο σπίτι του βρέθηκε και ζυγαριά ακριβείας. Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο δέχεται ότι μεταξύ των δύο κατηγορουμένων συντελέσθηκε πράγματι η αγοραπωλησία που αναφέρθηκε. 3.- Και οι δύο κατηγορούμενοι, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων που τους αποδίδονται, είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσαν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Κατά συνέπεια είχαν την ιδιότητα του χρήστη ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.1 του ν. 1729/1987 και με την ιδιότητα αυτή πρέπει να αντιμετωπισθούν και πάλι από το Δικαστήριο αυτό, όπως είχε συμβεί και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός τους, όμως, ότι προόριζαν τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή τους για αποκλειστικά προσωπική χρήση δεν αποδείχθηκε. Ως προς τον πρώτο, η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι η αρχική πληροφορία, που τον έφερε ως διακινητή ναρκωτικών, επαληθεύθηκε από την πώληση της ηρωίνης προς το δεύτερο και από το μέγεθος της κατεχόμενης ποσότητας ινδικής κάνναβης. Ως προς το δεύτερο, η κρίση αυτή στηρίζεται στο ότι η ποσότητα, την οποία είχε αγοράσει από τον πρώτο, επέτρεπε τη χρήση ηρωίνης περίπου 35 με 70 φορές (100 ως 200 μιλλιγράμ τη φορά), πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με τη συνηθισμένη πρακτική των εξαρτημένων χρηστών να προμηθεύονται κάθε φορά για τον εαυτό τους μία - δύο δόσεις. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ότι προόριζαν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν για δική τους χρήση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών (κατά περίπτωση) ως τοξικομανείς, αλλά όχι αποκλειστικά για προσωπική χρήση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Υπέρ του πρώτου κατηγορουμένου, που έχει προηγούμενες καταδίκες για ναρκωτικά και δεν εμφάνισε κάποιο δείγμα μεταμέλειας (πλην της συμμετοχής σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο, αν και παρήλθε πολύς χρόνος από την έναρξή του, δεν έχει ολοκληρωθεί) δεν συντρέχει κάποια ελαφρυντική περίσταση. Υπέρ του δευτέρου, που δεν έχει τιμωρηθεί στο παρελθόν, πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προηγούμενου έντιμου βίου, όχι, όμως, και εκείνο της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, αφού αυτός συνεχίζει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και δεν υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αβασίμους τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος περί προμήθειας και κατοχής από αυτόν των ναρκωτικών ουσιών που κατασχέθηκαν για δική του αποκλειστική χρήση όντας τοξικομανούς και περί της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και δ' του ΠΚ, τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών ως άτομο έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσης τέτοιων ουσιών και μη μπορώντας να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις και τον καταδίκασε συνολικά σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α , 27 παρ. 1 και 94 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν. Α5, Α6, πιν Β5, 5 παρ. 1 εδ. Β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2161/1993 και άρθρο 13, παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες, κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την απολογία του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Σ1 ενώπιον του (Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών).
Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα α)ο ισχυρισμός του περί προμήθειας και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει για δική του αποκλειστική χρήση, αφού το Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε αυτόν δεχόμενο ότι αυτός αγόρασε διάφορες ποσότητες διαφορετικών ναρκωτικών ουσιών και διακίνησε περαιτέρω αυτές με χρήματα και β)ο ισχυρισμός του περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και δ' ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου και ειλικρινούς μετάνοιας του), τον οποίο το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία συνολικά ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, καίτοι δεν είχε τέτοια υποχρέωση (ιδιαίτερης απαντήσεως) λόγω της αόριστης προβολής του (βλ. σελίδα 8 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για α)απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και β)έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσο αφορά την ενοχή και την ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά και όσο αφορά το μέρος της ενοχής και της ποινής του αναιρεσείοντος με το δεύτερο των πιο πάνω λόγων πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω όμως και όσο αφορά το αίτημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων στο Δικαστήριο της ουσίας περί απόδοσης σ' αυτόν του χρηματικού ποσού των 610.000 δραχμών που κατασχέθηκε στην οικία του με την από ...έκθεση κατάσχεσης του αρχιφύλακα Φ1 της Υ.Δ.Ν / Τμήματος ..., λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό αποτελούσε τίμημα πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που υποβλήθηκε νόμιμα (βλ. 8η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) το Δικαστήριο το απέρριψε με γενική αναφορά (βλ. αρχή 21ης σελίδας προσβαλλόμενης απόφασης) δηλαδή χωρίς την επιβαλλόμενη και ως προς το μέρος της απόφασης που αναφέρεται στη δήμευση η απόδοση των κατασχεθέντων πραγμάτων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Συνεπώς ως προς το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη με ιδιαίτερη αιτίαση από τον αναιρεσείοντα απόφαση παραδεκτά (άρθρα 492 και 504 παρ. 2 ΚΠΔ), πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης (περί έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας), να αναιρεθεί μερικώς και μόνο κατά την περί δημεύσεως του ως άνω χρηματικού ποσού διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση και μόνο κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει και μόνο κατά την διάταξη περί δήμευσης του χρηματικού ποσού των εξακοσίων δέκα χιλιάδων (610.000) δραχμών, που ανήκει στον αναιρεσείοντα και αναφέρεται στην από ... έκθεση κατάσχεσης του αρχιφύλακα Φ1 της Υ.Δ.Ν/Τμήματος ..., την υπ' αριθμ. 618/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση μόνο κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, στο ανωτέρω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ