Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1821 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Ε.Σ.Δ.Α., Συναυτουργία, Υποτροπή, Καταλογισμός.




Περίληψη:
Αγορά - κατοχή ναρκωτικών. Έννοια κατοχής και αγοράς. Δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της ποσότητας και το ύψος του τιμήματος. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία. Προσδιορισμός χρόνου αγοράς πριν από την ημερομηνία που κατελήφθη να κατέχει τα ναρκωτικά. Δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον δεν επιδρά στο χρόνο της παραγραφής. Ως προ της από κοινού αγορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς. Η παραδοχή ότι σκοπούσε στην περαιτέρω διάθεση των ναρκωτικών δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, αλλά αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού, ότι αυτά προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Υπότροπος μπορεί αν είναι και ο τοξικομανής. Η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, δεν οδηγεί σε ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ προϋποθέσεις. Ελαφρυντικά της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς. Πότε είναι ορισμένοι. Λόγοι αναίρεσης: ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε για τις πιο πάνω πράξεις, «παρά την παντελή έλλειψη μαρτύρων, ούτε αυτού τούτου του αστυνομικού μάρτυρος κατηγορίας» και ότι στερήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλει ερωτήσεις στον μάρτυρα κατηγορίας για να τον αντικρούσει, ενώ το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ευνοϊκά για αυτόν έγγραφα. Αβάσιμος ο λόγος. Ο κατηγορούμενος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις και δεν ζήτησε την αναβολή της δίκης προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ο εν λόγω μάρτυρας. Απορρίπτει αναίρεση.





Αριθμός 1821/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Κουτουμάνο, περί αναιρέσεως της 214-215/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1525/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 2161/1993 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Δυνατή είναι και η κατά συναυτουργία τέλεση των άνω εγκλημάτων [45 ΠΚ], συνεπώς και του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Υπάρχει δε συγκατοχή όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσίασης της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας και η δυνατότητα σε όλους τους δράστες - συναυτουργούς άσκησης αυτής της φυσικής εξουσίασης με τη δυνατότητα διαπιστώσεως οποτεδήποτε της ύπαρξής της, και της κατά τη βούλησή τους διάθεσής της, χωρίς στην περίπτωση αυτή να απαιτείται για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο προσδιορισμός και της εκτάσεως της φυσικής εξουσίασης που καθένας έχει επί των ουσιών αυτών. Για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 214-215/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στον ...... Ηλείας σε προγενέστερο χρόνο της 2-7-2001 αγόρασε μαζί με τον Γ1 από τον Αλβανό ......., ανεξακρίβωτη ποσότητα ηρωίνης, οπωσδήποτε όμως τέτοια βάρους 50 γραμμαρίων, αντί αγνώστου τιμήματος την οποία κατείχε από κοινού με τον ανωτέρω Γ1 κατά τον ως άνω χρόνο (2-7-2001) και είχε κρύψει στο έδαφος ανάμεσα σε φυτά βάμβακος σε κτήμα ιδιοκτησίας Χ1 που βρίσκεται στη θέση ..... Πύργου, προκειμένου να τη διαθέσουν περαιτέρω. Ο κατηγορούμενος κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν τοξικομανής, καθόσον είχε αποκτήσει την έξη ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορούσε να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις (αρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 1729/1987). Μάλιστα αυτός (κατηγορούμενος) είναι και υπότροπος, ιδιότητα η οποία συντρέχει με την τοξικομανία κατά τα άρθρα 8 και 13 παρ. 4 του Ν. 1729/87 γιατί μέσα στην προηγούμενη 5ετία είχε καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 295/1999 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, πάλι για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών και 4 μηνών. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών είχε ηλαττωμένο καταλογισμό να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψη του λόγω τοξικομανίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον κάτι τέτοιο δυσχερώς δύναται να νοηθεί, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ενήργησε από κοινού με άλλον βάσει σχεδίου και έχοντας φροντίσει άριστα για την αγορά και κατοχή της ναρκωτικής ουσίας δια της λήψεως των καταλλήλων μέτρων τα οποία προϋποθέτουν πλήρη πνευματική διαύγεια και αδιατάρακτη συνείδηση του δράστη. Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως της συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β', δ' και ε' του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν νοείται εμπορία ναρκωτικών από αδήριτη ανάγκη. Το γεγονός δε και μόνο ότι ομολόγησε τις πράξεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια, αλλά προσπάθεια να αποκτήσει δικονομικά πλεονεκτήματα και επιεική μεταχείριση. Ούτε το γεγονός ότι μετά την πράξη του προσπάθησε να αποθεραπευθεί από την τοξικομανία του θεμελιώνει ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2001 μέχρι Ιούνιο 2001 κατάρτισε πλαστά έγγραφα και έκανε χρήση αυτών και συγκεκριμένα κατάρτισε τις με αριθμ. ...., ..... και ..... άδειες οδηγήσεως αυτοκινήτου επ' ονόματι των ........, ..... και ...., τυπωμένες σε έντυπα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, τα οποία είχαν κλαπεί τον Ιανουάριο του 2001 από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Ιλίου, με τις οποίες εφέροντο ψευδώς ότι οι αναφερόμενοι σ' αυτές είχαν δικαίωμα οδήγησης Β' ερασιτεχνικής κατηγορίας. Ειδικότερα, έθεσε σ' αυτές τις φωτογραφίες των φερομένων ως δικαιούχων, πλαστή σφραγίδα του ως άνω Υπουργείου, το όνομα και την υπογραφή κατ' απομίμηση του φερομένου ως εκδότη αυτών υπαλλήλου (.... για τις δύο πρώτες και ..... για την τρίτη από αυτές)....". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος της αγοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας ως τοξικομανής με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, ως υπότροπος, καθώς και της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1, 216 παρ. 1 του Π.Κ., και άρθρ. 4 5§§1, 3 Πιν.Α5, 5 §1 στοιχ. α, β, ζ, 2, και 8 του Ν 1729/1987, όπως το άρθρ. 5 αντικ-με αρθρ. 10 του Ν. 2161/1993 και άρθρ. 1α, 3§1, 5§§1, 2, 3 και 50§1 Ν. 2910/2001, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 7 ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος και τοξικομανής και σε φυλάκιση 5 μηνών για την πλαστογραφία Καθόρισε δε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών και δύο μηνών. II. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Πατρών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική διάταξή του για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος και τοξικομανής (ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, η απόφαση δεν προσβάλλεται με σαφή και ορισμένο λόγο αναιρέσεως), αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων πιο πάνω εγκλημάτων της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ουδεμία ασάφεια προκύπτει από το ότι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της αγοράς των ναρκωτικών προσδιορίζεται στην απόφαση "σε προγενέστερο χρόνο της 2-7-2001", αφού κατά τις σαφείς πιο πάνω παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως ο χρόνος αγοράς συνδέεται και συσχετίζεται αμέσως χρονικά με τον χρόνο της κατοχής (2-7-2001), και ως εκ τούτου αυτονοήτως συνάγεται ότι η πιο πάνω ποσότητα αγοράστηκε κατά τον αμέσως προηγούμενο αυτό χρόνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων την έκρυψε στο αναφερόμενο στην απόφαση κτήμα του, για εύλογο χρονικό διάστημα μερικών ημερών, πάντως όχι ετών, ώστε να προκύπτει ζήτημα παραγραφής, όπως αβασίμως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, δεδομένου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η απόκρυψη της ποσότητας αυτής έγινε προκειμένου αυτή να διατεθεί περαιτέρω. Εξάλλου, ως προς την από κοινού αγορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητη για την αιτιολόγηση της αποφάσεως, η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, ούτε χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των συγκεκριμένων εγκλημάτων και επομένως εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά Επίσης δεν απαιτείται, για την αιτιολόγηση της τέλεσης της παραπάνω πράξεως της αγοράς, ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας των ναρκωτικών (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή του, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, ούτε, όπως προαναφέρθηκε, απαιτείται η αναφορά του συγκεκριμένου χρόνου τελέσεως της πράξεως, αφού δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Περαιτέρω, η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτήν, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον έβδομο, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, την αιτίαση ότι η "η απλή επανάληψις του διατακτικού δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία, δοθέντος ότι στερείται σκέψεων και συλλογισμών, στοιχείων απαραιτήτων δια το πλήρες και σύννομο ταύτης". Έτσι όμως όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες, έστω με την κατ' αντιγραφή του διατακτικού, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται, ποία πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας αυτού. Τέλος, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και την ενσωματωμένη σε αυτά προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την από .... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ιατροδικαστή......, όπως αυτό σαφώς προκύπτει από το ότι έγινε δεκτό το πόρισμα αυτής ότι ο κατηγορούμενος ήταν τοξικομανής, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση και συσχέτιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, με όσα διαλαμβάνει στον έκτο λόγο αναιρέσεώς του.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., σχετικοί (πρώτος, δεύτερος, έκτος έβδομος και όγδοος)) λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.


ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι κρυμμένα ναρκωτικά σκοπούσαν στην περαιτέρω διάθεσή τους, αφού αυτός κατηγορείτο μόνο για αγορά και κατοχή, Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού με την παραδοχή του αυτή το Δικαστήριο δεν απέδωσε στον κατηγορούμενο την τέλεση επιπλέον ή διαφορετικού εγκλήματος, όπως αυτός εσφαλμένα υπολαμβάνει, αλλά αιτιολόγησε την απόρριψη του, κατά την απολογία του, υποβληθέντος ισχυρισμού του, ότι η ποσότητα ηρωίνης που κατείχε προοριζόταν αποκλειστικά για δική του χρήση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1β του ίδιου Κώδικα, (τρίτος) λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως αυτός εκτιμάται, λόγω μεταβολής της κατ' αυτού της κατηγορίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως υπότροπος διότι, εφόσον κρίθηκε ότι είναι τοξικομανής, η έννοια της υποτροπής και η της τοξικομανίας είναι ασυμβίβαστες, δεν στηρίζονται στο νόμο. Ειδικότερα, με το άρθρο 8 του Ν. 1727/1987 (ήδη άρ. 23 του ΚΝΝ) θεσπίσθηκε ειδική υποτροπή, η οποία ισχύει πέραν της γενικής υποτροπής, που συντρέχει όταν ο δράστης τέλεσης πράξης παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως για παράβαση του ίδιου νόμου σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Ο τοξικομανής δράστης, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπό του η επιβαρυντική περίπτωση της υποτροπής με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως τιμωρείται, κατά τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 1729/87 (ήδη άρ. 30 παρ. 4 του ΚΝΝ).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, όπως αυτός εκτιμάται, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Η τοξικομανία του εξαρτημένου χρήστη, κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του ΚΝΝ (ν. 3459/2006), δηλαδή εκείνου που έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, δεν οδηγεί στην προβλεπομένη από το άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό και αν δεν συντρέχει μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 36 παρ. 1 ΠΚ, προϋποθέσεις. Για να είναι δε σαφής και ορισμένος ο σχετικός ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να υπάρχει εντεύθεν υποχρέωση του Δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί η επίκληση μόνον του άρθρου 36 του ΠΚ ή του όρου ότι ο κατηγορούμενος είναι "τοξικομανής". Αλλά θα πρέπει για τη θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση των περιστατικών εκείνων επί των οποίων θεμελιώνεται η νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών ή η διατάραξη της συνειδήσεώς του, εξαιτίας, των οποίων έχει μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει, επί λέξει, την αιτίαση ότι "η έννοια, του τοξικομανή, εμπεριέχει αφ' εαυτής, το στοιχείον, του ηλαττωμένου καταλογισμού, καθόσον, η αποκλειστική εμμονή εις την προμήθειαν των ναρκωτικών, τον καθιστά εν μέρει αδύνατο, ή ανίκανο, να επιμεληθεί, εαυτού και της περιουσίας του". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αποδίδει σαφή και ορισμένη πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με την εκδοχή ότι πλήττει την απόφαση κατά το μέρος αυτής που απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι κατά το χρόνο τελέσεως των παραπάνω πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών είχε ηλαττωμένο καταλογισμό να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων αυτών και να ενεργήσει σύμφωνα με την περί τούτου αντίληψη του, λόγω τοξικομανίας του, ενώ θα έπρεπε να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του αυτό, εκ μόνου του λόγου ότι δέχθηκε ότι αυτός ήταν τοξικομανής, αφού "η έννοια, του τοξικομανή, εμπεριέχει αφ' εαυτής, το στοιχείον, του ηλαττωμένου καταλογισμού" είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος. V. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου, όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με πραγματικά περιστατικά, τα οποία μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων ο οποίος καταδικάστηκε για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν στις πιο πάνω ποινές, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζήτησε, πλην άλλων να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β, δ και ε του ΠΚ, διότι α) στην πράξη του ωθήθηκε λόγω του αδήριτου της ανάγκης του προς χρήση ηρωίνης, β) διότι ωμολόγησε την πράξη του και αυτοβούλως προσπάθησε να αποθεραπευτεί παρακολουθών πρόγραμμα απεξαρτήσεως αναγνωρισμένο από το κράτος και γ) διότι, το ότι μετά την πράξη προσπάθησε να αποθεραπευτεί, αποδεικνύει ότι δια μεγάλο χρονικό διάστημα συμπεριεφέρθηκε καλώς. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο αντιπαρήλθε το αίτημά του για την αναγνώριση του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας (ως προς την απόρριψη των λοιπών αιτημάτων δεν διατυπώνει αιτίαση) και έτσι δεν "ελαχιστοποίησε ως όφειλε την ποινή του". Με το πιο πάνω, όμως, περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση ελαφρυντικών, ήταν αόριστος, αφού ούτε η ομολογία της πράξεως, ούτε η προσπάθεια απεξάρτησης, χωρίς την επίκληση άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία μαρτυρούν ότι αυτός επιζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών (αλλά και της πλαστογραφίας), για τις οποίες καταδικάστηκε, στοιχειοθετούν την ελαφρυντική αυτή περίσταση. Το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, λόγω της αοριστίας του, απάντησε, με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφασή του, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας αυτόν (όπως και τους λοιπούς) κατ' ουσία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συνδρομής της πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. VΙ. Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων προβάλλει, περαιτέρω, τις αιτιάσεις, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα αυτού για δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), διότι καταδικάστηκε για τις πιο πάνω πράξεις, "παρά την παντελή έλλειψη μαρτύρων, ούτε αυτού τούτου του αστυνομικού, μάρτυρος κατηγορίας" και ότι στερήθηκε του δικαιώματός του να υποβάλλει ερωτήσεις στον μάρτυρα κατηγορίας για να τον αντικρούσει, ενώ το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ευνοϊκά για αυτόν έγγραφα. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και την ενσωματωμένη σε αυτά προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του, όπως ήδη αναφέρθηκε, όλα τα αναφερόμενα σε αυτό, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα. Ο μάρτυρας αστυνομικός ..... δεν εξετάστηκε, διότι δεν προσήλθε, πλην όμως αναγνώστηκε η περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατάθεσή του. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραστάθηκε δια συνηγόρου, δεν πρόβαλε αντιρρήσεις για στην κατ' αυτόν τον τρόπο πρόοδο της δίκης και η λήψη υπόψη της προηγούμενης καταθέσεως του μάρτυρα αστυνομικού από το Δικαστήριο, δεν παραβιάζει τα από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαιώματα του κατηγορουμένου, αφού ο ίδιος κατά την διαδικασία, δεν ζήτησε την αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί από αυτόν και τον συνήγορό του ο εν λόγω μάρτυρας, και το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του αυτό, ώστε να δύναται να προβάλει τις πιο πάνω αιτιάσεις.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, ένατος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, διότι παραβιάστηκε παρεχόμενο προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου δικαίωμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VII. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 49/21-8-2007 αίτηση του Χ1 και ήδη κρατούμενου της Κλειστής Φυλακής Χαλκίδας για αναίρεση της 214-215/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή