Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2383 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Έφεση του Εισαγγελέα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αυτής, με έκθεση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τον ορισμένο λόγο αυτής, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγοι αναιρέσεως η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση.





ΑΡΙΘΜΟΣ 2383/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 422/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Υ1 και 2. Υ2, κατοίκους Καλαμάτας, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μαντά.
Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1388/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία τους, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας εξέχθη τυπικά την υπ' αριθμ. 42/14 Μαρτίου 2007 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας κατά της υπ' αριθμ. 668/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας και στη συνέχεια, αφού εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο δε για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, επέβαλε δε αυτόν ποινή φυλακίσεως συνολική δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και προσδιόρισε το ποσό που αναλογεί για κάθε ημέρα σε πέντε (5.00) ΕΥΡΩ.
Στην άνω έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Καλαμάτας, η οποία συνετάγη ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του πρωτοδικείου και την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο ’ρειος Πάγος, για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο άνω εισαγγελέας ασκεί έφεση κατά της υπ' αριθμ. 668/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων, Χ1, για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και ζητεί, κατά πιστήν εδώ μεταφορά (εκ της εφέσεως): "επειδή το προαναφερόμενο Δικαστήριο δεν εξετίμησε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης, οπότε θα έπρεπε να οδηγηθεί σε καταδίκη του κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα πράξη.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Χ1 παραπέμφθηκε στο ανωτέρω Δικαστήριο με το υπ' αριθμ. 79/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καλαμάτας για να δικασθεί ως υπαίτιος ότι στην Καλαμάτα την 23-2-2003 από αμέλειά του και δη από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου και ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του επί της οδού Λακωνικής, εντός της πόλης της Καλαμάτας και με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς (προς την έξοδο της πόλης), αν και όσοι χρησιμοποιούν τις οδούς έχουν υποχρέωση να οδηγούν με σύνεση και με την προσοχή τους διαρκώς τεταμένη, επιπλέον δε, κάθε οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν, ακόμη και να διακόπτει την πορεία του, αν είναι αναγκαίο, αυτός, μολονότι από ικανή απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ότι στην ανωτέρω οδό και με αντίθετη ως προς αυτόν κατεύθυνση εκινείτο το υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο οδηγούμενο από τον Μ1 του ... (ίδιο επώνυμο με Υ1) και συνεπιβάτης του οποίου ήταν ο Μ2 του ... (ίδιο επώνυμο με Υ2) και το οποίο δίκυκλο μοτοποδήλατο είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του (κατηγορουμένου), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματός του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του προκειμένου να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους κάθε φορά χειρισμούς, αλλά έβαινε απερίσκεπτα με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα και δη κινούμενος με 53 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 40 χιλιόμετρα ανά ώρα, δεδομένου ότι υπήρχε σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, δεν μείωσε την ταχύτητά τους στο ελάχιστο όριο που επέβαλαν οι περιστάσεις, διακόπτοντας εν ανάγκη της πορεία του, όπως όφειλε, αλλά εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, συνέχισε με την ίδια ακριβώς ταχύτητα που είχε, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί μετωπικά με το ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο και να τραυματίσει θανάσιμα τους Μ1 Μ2. Ειδικότερα, συνεπεία της σύγκρουσης ο Μ1 τραυματίσθηκε θανάσιμα, ο θάνατος δε αυτού επήλθε αυθημερόν, δηλαδή την 23-2-2003, από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, ολιγαιμική καταπληξία ένεκα του εκτεταμένου αιμοθώρακα - πνευμονοθώρακα και της ρήξης των μεγάλων αγγείων του μεσοθωρακίου. Ο Μ2 υπέστη βαρεία τραυματική θλάση του θώρακος με ρήξη των πνευμόνων και της αορτής και απεβίωσε στο νοσοκομείο Πατρών την 24-2-2003.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συλλεγέν αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και τα αναφερόμενα στα συνημμένα πρόχειρα πρακτικά της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη για την οποία είχε παραπεμφθεί και έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος, δεδομένου ότι:
Α) Από τα συνταχθέντα από το Τμήμα Τροχαίας Καλαμάτας για τις συνθήκες του ανωτέρω οδικού τροχαίου ατυχήματος και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και συγκεκριμένα την από 23-2-2003 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, το από 23-2-2003 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου ατυχήματος και το από 23-2-2003 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης οδικού τροχαίου ατυχήματος, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανώτατου ορίου της επιτρεπόμενης, εφόσον, ενώ το όριο αυτό ήταν, σύμφωνα με υπάρχουσα πινακίδα του ΚΟΚ (Ρ-32), 40 χλμ. ανά ώρα, έβαινε με ταχύτητα 53 τουλάχιστον χλμ. ανά ώρα. Προκύπτει δε περαιτέρω ότι η ταχύτητα του οχήματός τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη, χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, εφόσον στο ανωτέρω δελτίο ιχνών τροχοπέδησης αναφέρεται ότι η υπολογισθείσα με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης ταχύτητα των 53 χλμ. ανά ώρα δεν είναι πραγματική, επειδή μέρος αυτής απορροφήθηκε από τη σύγκρουση και δεν μπορεί να υπολογιστεί. Το γεγονός δε ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας και το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, ανευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου σε μήκος 16,10 μ. και 15,10 μ. ανατρέπει τον ισχυρισμό του ότι αντελήφθη το δίκυκλο (χωρίς μάλιστα να διακρίνει ότι πρόκειται για δίκυκλο) 4 μέτρα πριν από τη σύγκρουση (βλ. της επ' ακροατηρίου απολογία του, όπου αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι "Είδα ένα μαύρο πράγμα... είδα τον όγκο να έρχεται καταπάνω μου 4 μ. πριν γίνει το συμβάν").
Β) Πέραν της υπάρχουσας πινακίδας, η οποία υποχρέωνε τον κατηγορούμενο να κινείται με ανώτατη ταχύτητα 40 χλμ. ανά ώρα, ο τελευταίος δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, εφόσον το συγκεκριμένο οδικό τροχαίο ατύχημα συνέβη νύχτα και οι συνθήκες φωτισμού της οδού, όπου συνέβη αυτό, δεν ήταν καλές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας ("ανεπαρκής δημοτικός φωτισμός").
Γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητό του ανυψώθηκε, επειδή εγκλωβίστηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος του το ανωτέρω μοτοποδήλατο, το οποίο εισήλθε στο ρεύμα πορείας του ολισθαίνοντας (βλ. την από 21-6-2003 συμπληρωματική προανακριτική απολογία του και την επ' ακροατηρίου απολογία του) και τροχοπέδησαν μόνο οι οπίσθιοι τροχοί, ανατρέπεται από τα αναφερόμενα στο ανωτέρω δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, όπου ως μήκος ιχνών τροχοπέδησης των μεν αριστερών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών αναφέρονται 16,10 μ., των δε δεξιών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών αναφέρονται 15,10 μ., επιπλέον δε, ο ανωτέρω ισχυρισμός περί εγκλωβισμού του μοτοποδηλάτου κάτω από το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ανατρέπεται από τα κατατατεθέντα από τους πραγματογνώμονες Π1 και Π2, οι οποίοι εξετασθέντες επ' ακροατηρίου ανέφεραν μεταξύ άλλων: "Αν πήγαινε από κάτω, δεν θα χτυπούσε έτσι το αυτοκίνητο... Θα είχε καταστραφεί και η μάσκα του αυτοκινήτου, αν έμπαινε η μηχανή από κάτω... Αν είχε η μοτ/τα μπει κάτω από το αυτοκίνητο, θα ήταν πολύ μεγάλες οι καταστροφές του δικύκλου, αλλά και του αυτοκινήτου" ο πρώτος. "Αν έμπαινε κάτω από το αυτοκίνητο η μηχανή, θα είχε διαλυθεί το μπροστινό σύστημα" ο δεύτερος. Από τα προεκτεθέντα και προκύψαντα κατά την προδικασία και την επ' ακροατηρίου διαδικασία στοιχεία, τα οποία θεμελιώνουν αμέλεια του κατηγορουμένου κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, συνάγεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν τα εξετίμησε ορθώς και εσφαλμένως οδηγήθηκε σε αθωωτική κρίση, ενώ με την προσβαλλόμενη με την παρούσα έφεσή μας υπ' αριθμ. 668/5-3-2007 απόφασή του έπρεπε να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο".
Ειδικότερα, η προεκτεθείσα έφεση του Εισαγγελέα διαλαμβάνει ως λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτιολογείται δε ειδικά και εμπεριστατωμένα, αφού εκτίθενται σε αυτή οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Η αιτιολογία αυτή της εισαγγελικής εφέσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, για την οποία, αυτός έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος και έτσι να δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση, να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δεν υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, μετά ταύτα, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, περί θετικής υπερβάσεως εξουσίας.
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρ. 302 του ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρ. 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 422/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι αποδείχθηκαν κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "Στις 23/2/2003 και περί ώρα 18:50' ο κατηγορούμενος οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και εκινείτο επί της οδού Λακωνικής εντός της πόλης της Καλαμάτας. Επί της ιδίας οδού και με αντίθετη κατεύθυνση εκινείτο και η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον Μ1 ετών 20 και με συνεπιβάτη τον 17 χρονο Μ2. Στο ύψος περίπου της ανωτέρω οδού όπου βρίσκεται η ταβέρνα "ΤΖΑΜΑΪΚΑ" τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν, όταν ο παραπάνω οδηγός της μοτοσικλέτας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα οδηγός και συνοδηγός της μοτοσικλέτας να τραυματιστούν θανάσιμα και ο μεν οδηγός να αποβιώσει αυθημερόν, ο δε συνοδηγός την επομένη στο Νοσοκομείο Πατρών. Η οδός Λακωνικής στην οποία έλαβε χώρα το θανατηφόρο ατύχημα είναι πολυσύχναστος δρόμος εντός της πόλης της Καλαμάτας, ασφαλτοστρωμένη με πλάτος οδοστρώματος 7,10 μ. και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, όπου το κάθε ρεύμα χωρίζεται από μη ευκρινή διπλή διαχωριστική γραμμή. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η κατάσταση της οδού ήταν ξηρή, ενώ το σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα δεν χαρακτηριζόταν από έλλειψη ορατότητας, πλην όμως ο δημοτικός φωτισμός που υπήρχε δεν ήταν επαρκής. Επί πλέον το ανώτατο όριο ταχύτητας σε εκείνο το σημείο ορίζεται σε 40 χιλ. την ώρα [υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα ρ-32] ενώ το οδόστρωμα παρουσίαζε μικρή κατωφέρεια στην πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου λόγω της ύπαρξης γεφυρακίου πριν ακριβώς από το συγκεκριμένο σημείο. Από τα ευρήματα της Τροχαίας στον τόπο του ατυχήματος τα οποία αποτυπώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα δηλαδή το σχεδιάγραμμα που συνέταξε αυτή αλλά και στην έκθεση αυτοψίας, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης των μεν αριστερών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου ήταν 16,10 μ., των δε δεξιών εμπροσθίου και οπισθίου τροχών 15,10μ. Επί πλέον πριν το οδηγούμενο από τον θανόντα Μ1 δίκυκλο εισέλθει στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου είχε διαγράψει πορεία περίπου οκτώ μέτρων αφού βρέθηκαν ίχνη πλάγια ολίσθησης τούτου αντιστοίχων μέτρων. Τέλος, σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου η ταχύτητα τούτου καταστράφηκε στα 53 χιλ. την ώρα. Υπό τα δεδομένα αυτά που αποδείχθηκαν πλήρως, στην επέλευση του θανατηφόρου ενδίκου ατυχήματος συνετέλεσε, κατά την κρίση της πλειοψηφούσας γνώμης του δικαστηρίου, και η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου οδηγού [ανεξάρτητα βεβαίως της συνυπαιτιότητας και κατά το μεγαλύτερο μάλιστα ποσοστό του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας], ο οποίος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει την συγκεκριμένη στιγμή, ως κάθε μέσος και συνετός οδηγός, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση με τους κατάλληλους αποφευκτικούς ελιγμούς να αποφύγει το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα η συγκλίνουσα αυτή αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα των 53 χιλ. την ώρα του αυτοκινήτου του, [η οποία κατά λογική ακολουθία σημειώνεται δεν πρέπει να ήταν και η αληθινή αλλά μεγαλύτερη καθόσον μέρος αυτής απορροφήθηκε και από την σύγκρουση] ενόψει κυρίως του ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και πολυσύχναστο δρόμο με ανεπαρκείς τις συνθήκες του φωτισμού και με κατωφέρεια στην πορεία του, αφού μόλις είχε περάσει το υπάρχον εκεί γεφυράκι. Εάν ο κατηγορούμενος είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και εκινείτο με την επιβαλλόμενη για τις περιστάσεις ταχύτητα θα μπορούσε να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του ή να διενεργήσει άλλον αποφευκτικό ελιγμό, εφικτό τη συγκεκριμένη στιγμή αφού η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή [βλ. σχετικά έκθεση αυτοψίας] και δεν υπήρχε άλλο εμπόδιο δεξιά ή αριστερά στην πορεία του, όταν από ικανή απόσταση είδε την κίνηση άλλως ήταν σε θέση να δει την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας [ορατότητα δεν περιοριζόταν] να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αντιλήφθηκε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα περί τα τέσσερα μέτρα πριν τη σύγκρουση, όταν αυτή ξαφνικά βρέθηκε μπροστά του δεν ευσταθεί κατά την ίδια πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου καθόσον ανατρέπεται από τα ανευρεθέντα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επίσης και ο άλλος ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου ότι το αυτοκίνητό του ανυψώθηκε επειδή η δίκυκλη μοτοσικλέτα εγκλωβίστηκε κάτω από το εμπρόσθιο μέρος αυτού ανατρέπεται ομοίως τροχών από τα αναφερόμενα ίχνη τροχοπέδησης των εμπροσθίων και οπισθίων τροχών αντίστοιχα του εν λόγω αυτοκινήτου, όσον και από τα κατατεθέντα από τους μάρτυρες πραγματογνώμονες Π1 και Π2 στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα πρακτικά του οποίου είναι αναγνωστέα στην παρούσα δίκη, οι οποίοι εξετασθέντες ανέφεραν μεταξύ άλλων <αν πήγαινε από κάτω .... δεν θα κτυπούσε έτσι το αυτοκίνητο .... θα είχε καταστραφεί η μάσκα του αυτοκινήτου, αν έμπαινε η μηχανή από κάτω .... αν είχε η μοτοσικλέτα μπει κάτω από το αυτοκίνητο θα ήταν πολύ μεγάλες οι καταστροφές του δικύκλου αλλά και του αυτοκινήτου> ο πρώτος, <αν έμπαινε κάτω από το αυτοκίνητο η μηχανή, θα είχε διαλυθεί το μπροστινό σύστημα> ο δεύτερος, πράγμα που όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας δεν έχει συμβεί. Κατ' ακολουθίαν κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος δύο ανθρωποκτονιών εξ αμελείας όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης, του βαθμού συνυπαιτιότητας του οποίου στην επέλευση τούτων θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής".
Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, κατά πλειοψηφία, κήρυξε ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και ειδικότερα, κατά πιστή αντιγραφή του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος του Προεδρεύοντος) του ότι: Στην Καλαμάτα, στις 23 Φεβρουαρίου 2003, από αμέλειά του και δη από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε το θάνατο άλλου. Ειδικότερα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, επί της οδού Λακωνικής, εντός της πόλεως της Καλαμάτας και με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς (προς την έξοδο της πόλης), αν και όσοι χρησιμοποιούν τις οδούς έχουν υποχρέωση να οδηγούν με σύνεση και με την προσοχή τους διαρκώς εντεταμένη, επί πλέον δε κάθε οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπ' όψη τις συνθήκες που επικρατούν, ακόμη και να διακόπτει την πορεία του αν είναι αναγκαίο, αυτός μολονότι από ικανή απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί ότι στην ανωτέρων οδό και με αντίθετη ως προς αυτόν κατεύθυνση εκινείτο ή υπό στοιχεία κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον Μ1 και συνεπιβάτης της οποίας ήταν ο Μ2, και η οποία δίκυκλη μοτοσικλέτα είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του (κατηγορουμένου), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του κατά την πορεία του οχήματός του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος προκειμένου να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους κάθε φορά χειρισμούς, αλλά έβαινε απερίσκεπτα με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα και δη κινούμενος με 53 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 40 χιλιόμετρα ανά ώρα δεδομένου ότι υπήρχε σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, δεν μείωσε την ταχύτητά του στο ελάχιστο όριο που επέβαλαν οι περιστάσεις, διακόπτοντας εν ανάγκη την πορεία του, όπως όφειλε, αλλά εξαιτίας του ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και δεν είχε διαρκώς εντεταμένη την προσοχή του, συνέχισε με την ίδια ακριβώς ταχύτητα που είχε, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί μετωπικά με το ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο και να τραυματίσει θανάσιμα τους Μ1 και Μ2. Ειδικότερα, συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης ο Μ1 τραυματίστηκε θανάσιμα, ο θάνατος δε αυτού επήλθε αυθημερόν, ήτοι 23-2-2003 από καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, ολιγαιμική καταπληξία ένεκα του εκτεταμένου αιμοθώρακα-πνευμονοθώρακα και της ρήξης των μεγάλων αγγείων του μεσοθωρακίου. Ο Μ2 υπέστη βαρεία τραυματική θλάση του θώρακος μετά ρήξεως των πνευμόνων και της αορτής, και απεβίωσε στο νοσοκομείο Πατρών στις 24-2-2003".
Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως συνολική για τις άνω πράξεις δεκαπέντε (15) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή και προσδιόρισε για κάθε ημέρα προς πέντε (5) ΕΥΡΩ.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1β, 28, 94 παρ. 1 και 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 422/2008 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 1)Π1, 2) Π3, 3) ... 4) ... και, 5) ... καθώς και τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων: 1) Υ1 και 2) Υ2 οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάσθηκαν χωρίς όρκο στο άνω ακροατήριο.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι οι παραδοχές του Δικαστηρίου, όπως αυτές αποτυπώνονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, είναι ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς έως αντιφατικές, ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν την υπαιτιότητά του ως προς το ατύχημα, με συνέπεια η απόφαση να στερείται της νόμιμης αιτιολογίας και της νόμιμης βάσεως. Και τούτο διότι, ενόψει όσων παραπάνω έχουν λεχθεί, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της πλειοψηφίας σε συνδυασμό προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει η χωρίς συνείδηση αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου στο ατύχημα, στο οποίο συνετέλεσε η, επίσης αμελής, συμπεριφορά του οδηγού του άλλου, εμπλακέντος στο εν λόγω ατύχημα, οχήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (ΚΠολΔ 176).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Αυγούστου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 6.846/6-8-08) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της με αριθμό 422/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή