Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1335 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Σύμβαση έργου, Επίδομα εορτών, Επίδομα αδείας.




Περίληψη:
Απασχολούμενοι με συμβάσεις έργου για την κάλυψη παγίων αναγκών σε ΝΠΔΔ, οι οποίοι, κατόπιν, κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι συμβάσεις έργου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, είχαν ως αντικείμενο την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα πριν από την κατάταξή τους. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1335/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου).
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (Ο.Α.Ε.Ε.), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Μαραβέλια.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Θ. Γ., 2) Ι. Γ., 3) Κ. Ξ., 4) ’. Κ., 5) Ε. Π., 6) Η. Κ., 7) Ε. Τ., 8) Ε. Τ., 9) Α. Κ., 10) Χ. Κ., 11) Β. Γ., 12) Α. Ρ., 13) Α. Ε., 14) Χ. Μ., 15) ’. Τ. Τ., 16) Κ. Γ., 17) Μ. Π., 18) Ν. Τ., 19) Κ. Π., 20) Γ. Κ., 21) Σ. Τ., 22) Μ. Δ., 23) Φ. Σ., 24) Κ. Μ., 25) Ε. Ν., 26) Γ. Γ., 27) Ε. Μ., 28) Ε. Ρ., 29) Α. Α. και 30) Π. Π., κατοίκων .... Οι υπό στοιχεία 1 έως 3, 5 έως 26 και 28 έως 30 αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 27 αναιρεσίβλητος Ε. Μ. απεβίωσε την 21-3-2009, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 194/Α/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Λαρισαίων και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Π. Ο. χήρα Ε. Μ., κάτοικος ... και β) Β. Μ. του Ε., κάτοικος ... οι οποίες παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του ως άνω δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη. Η υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την 23-12-2002. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 808/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1410/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-7-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 8-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Επειδή, κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν αποδεικνύεται κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που έγιναν προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, με εκείνες των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ.1 και παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται ο διάδικος, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, ερευνάται αυτεπάγγελτα το έγκυρο της επισπεύσεως αυτής εκ μέρους του απολειπομένου και από απόψεως πληρεξουσιότητας. Σε περίπτωση, κατά την οποία δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που επισπεύδει τη συζήτηση για λογαριασμό του απολειπομένου διαδίκου, επέρχεται η ακυρότητα της γενομένης κλήσεως ως προς αυτόν και, συνακόλουθα, το απαράδεκτο της συζητήσεως, εφ' όσον, βεβαίως, αυτός δεν κλητεύθηκε, από τον αντίδικό του ή κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, αλλά κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 19-7-2011, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1410/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι (βλ. την .../28-2-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …), μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ’. Κ. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η εν λόγω 4η από τους αναιρεσίβλητους, ούτε και πήρε νομίμως μέρος στη συζήτηση. Εν όψει, λοιπόν, του ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύει πληρεξουσιότητα και εκ μέρους της απολειπομένης εξ αυτών, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί ως προς τη διάδικο αυτή και η συζήτηση να προχωρήσει μεν ως προς άπαντες τους λοιπούς, που μετέχουν νομίμως στη διαδικασία, να κηρυχθεί, όμως, απαράδεκτη ως προς την ως άνω απολειπομένη από τους αναιρεσίβλητους.
2.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι για το χαρακτηρισμό της εργασίας ως εξαρτημένης απαιτείται αυτός, που την παρέχει, να τελεί, κατά την εκτέλεσή της, κάτω από τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος ρυθμίζει τον τόπο, το χρόνο και την έκταση της παροχής, μέσα στα συμβατικά ή νόμιμα όρια, κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό, ενώ ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη (ΟλΑΠ 28/ 2005). Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή ως σύμβασης έργου γίνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αξιολόγηση όλων των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή καταρτίσθηκε και λειτούργησε, ανεξάρτητα από την ονομασία, την οποία προσέδωσαν σ' αυτήν οι ενδιαφερόμενοι, ακόμη και με τυπική εφαρμογή κάποιας διάταξης νόμου, την οποία, ουσιαστικώς, καταστρατήγησαν. Η δυνατότητα τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως συμβάσεως έργου ή εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ισχύει και για τις εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 και 1 παρ.3 του ν. 4547/1966, όλοι οι μισθωτοί, εφ' όσον απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, δικαιούνται να λάβουν, κατά την έναρξη της κανονικής τους άδειας και το επίδομα αδείας. Για τη λήψη του επιδόματος αδείας πρέπει ο μισθωτός αφ' ενός να υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 539/1945 ή σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση κανονικής άδειας και αφ' ετέρου να δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανονική άδεια με αποδοχές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980 και 1 παρ. 1 και 2 της 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, σε όλους τους μισθωτούς, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, καταβάλλεται επίδομα (δώρο) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως ορίζεται ειδικότερα στην απόφαση αυτή. Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφ' όσον μια ενοχική σχέση χαρακτηρισθεί από το αρμόδιο δικαστήριο ως παροχή εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας, ακόμη και αν, για οποιοδήποτε λόγο, η σχέση αυτή δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση εργασίας.
3.
Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 επιτράπηκε στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, αντί αμοιβής που συνίσταται σε ποσοστό επί των εκάστοτε εισπράξεων. Με τις ίδιες διατάξεις καθορίσθηκε ότι η ανάθεση της είσπραξης γίνεται υποχρεωτικά με συμβάσεις μισθώσεως έργου, των οποίων οι λεπτομέρειες ρυθμίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681 επ. ΑΚ και 15 παρ.1 εδ. β', 2 και 3 του ν. 1735/1987. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές και προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν υποκρύπτεται παροχή εξαρτημένης εργασίας, ορίσθηκε ότι ο ανάδοχος θα εισπράττει την αμοιβή του εκδίδοντας δελτίο παροχής υπηρεσιών και ότι η εκτέλεση του έργου δεν θα συνδέεται με το ωράριο εργασίας της ωφελούμενης υπηρεσίας. Ακόμη, ορίσθηκε ότι απαγορεύεται η απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή καθήκοντα, άσχετα με εκείνα που προβλέπονται στη σύμβαση ή ξένα προς την ειδικότητά του. Στη συνέχεια, μεταβλήθηκε το ως άνω νομικό καθεστώς και με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 ορίσθηκε ότι για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ ή με άλλες, ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των εκεί αναφερομένων υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, πρέπει να καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελεσθεί, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου. Ακόμη, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ότι πρόκειται για "γνήσια" σύμβαση έργου, ήτοι τέτοια που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και ότι σύμβαση, που κατ' επίφαση χαρακτηρίζεται ως μίσθωση έργου, ενώ, πράγματι, καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του νομικού προσώπου, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Επίσης, ορίσθηκε ότι ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς, κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ακολούθησε νέα νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 78 του ν. 2676/1999 ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης σε ιδιώτες, η οποία εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και να διενεργείται με την κατάρτιση συμβάσεων μισθώσεως έργου. Από αυτό, όμως, και σε συνέπεια προς το ότι ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός της ενοχικής σχέσης γίνεται πάντοτε από το δικαστήριο (βλ. παραπάνω, αρ.2), δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση, εφ' όσον αποδεικνύεται ότι συντρέχουν τα γνωρίσματα της παροχής εξαρτημένης εργασίας, να διαγνωσθεί δικαστικώς ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν, κατ' επίφαση, τη μεταξύ τους σχέση ως σύμβαση έργου, ενώ, στην πραγματικότητα, πρόκειται για σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του ωφελούμενου νομικού προσώπου και η οποία, λόγω των ως άνω νομοθετικών περιορισμών, καταρτίσθηκε και λειτούργησε ακύρως, οπωσδήποτε, πάντως, πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
4.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000, "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000, στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα της τελευταίας απασχόλησης, εφ' όσον κατά την 31-3-2000: (α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. (β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών. (γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1-1-1995 και εφεξής. (δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 [που ορίζουν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών] και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 [που απαγορεύουν την κατάρτιση συμβάσεων έργου για την αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών]. (ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται". Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.4 του ν. 2839/2000, "Προσωπικό το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης με σύμβαση μίσθωσης έργου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 89 του ν. 2084/1992, υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ.1 υπό την προϋπόθεση ότι έχει συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, κατά την 31-3-2000, είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον μήνες, επιφυλασσομένων των προϋποθέσεων των εδαφίων γ', δ' και ε' της παρ.1 του παρόντος άρθρου. Καθήκοντα των υπαγομένων στην παρούσα παράγραφο είναι η συνέχιση κάθε εσωτερικής ή εξωτερικής υπηρεσίας που θα τους ανατεθεί αρμοδίως, συμπεριλαμβανομένης και της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις περί μισθοδοσίας προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου διατάξεις, πλην αυτών που ασχολούνται, μέχρι την ολοκλήρωση της μηχανογράφησης, με την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών με ένσημα (εξωτερικές εισπράξεις) που εξακολουθούν να αμείβονται με ποσοστά επί των εισπράξεων". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.6 και 7 του ν. 2839/2000, "Οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης" και "Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ.1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 2266/1994". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.8 του ν. 2839/2000, "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους, από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου του εδ.α' της παρ.1 λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: Το δικαίωμα του εργαζόμενου για τη χορήγηση επιδόματος αδείας και δώρων εορτών προϋποθέτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Κατά συνέπεια, δικαίωμα για τη χορήγηση των εν λόγω παροχών δεν γεννάται εάν μεταξύ των ενδιαφερομένων λειτουργεί σύμβαση έργου. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ.1 του ν. 2839/2000 επιτράπηκε [μεταξύ άλλων και] στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου να κατατάξουν το προσωπικό που απασχολούσαν [είτε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε] με σύμβαση μίσθωσης έργου σε ήδη υφιστάμενες οργανικές θέσεις ή σε προσωρινώς συνιστώμενες, προσωποπαγείς θέσεις, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλεγόταν, υπό στοιχείο (δ) και το να μην απέβλεπε η πρόσληψη τού προς κατάταξη προσωπικού, κατά το χρόνο που είχε γίνει, στην αντιμετώπιση παγίων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας του φορέα πρόσληψης. Να ήταν, δηλαδή, "γνήσια" σύμβαση έργου και να μην υπέκρυπτε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Παρά ταύτα, η συντέλεση της κατάταξης, η οποία αποτελεί μια εσωτερική, διοικητική διαδικασία του φορέα πρόσληψης, δεν υποδηλώνει άνευ ετέρου το αντίθετο. Ως εκ τούτου, διατηρείται πάντοτε η δυνατότητα δικαστικής διάγνωσης του ότι, παρά την κατάταξη, οι υπηρεσίες, που είχαν παρασχεθεί πριν από αυτήν, απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών και προσφέρθηκαν στο πλαίσιο άκυρης σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Οπότε, η παροχή τους δημιούργησε για τους εργαζόμενους αντίστοιχο δικαίωμα λήψεως επιδομάτων εορτών και αδείας (ΑΠ 1165/2012).
5.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ μεταξύ των ετών 1991 και 1996, με συμβάσεις που χαρακτηρίσθηκαν από το εναγόμενο ως συμβάσεις έργου με διάρκεια ενός έτους, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως επιμελητές εισπράξεων ασφαλιστικών εισφορών και απογραφείς μη ασφαλισμένων επαγγελματιών και βιοτεχνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και αντί αμοιβής, συνιστάμενης σε ποσοστό 2% επί του ύψους των πραγματοποιούμενων εισπράξεων και 10% επί της εισφοράς εγγραφής για κάθε νέο ασφαλιζόμενο. Ότι, έκτοτε, οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν κατ' επανάληψη μέχρι την κατά τα έτος 2000 κατάταξη των εναγόντων σε οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις της υπηρεσίας του εναγομένου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000. Ότι οι ένδικες συμβάσεις, στην πραγματικότητα, ήσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι οι ενάγοντες τελούσαν υπό καθεστώς εξάρτησης από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου παροχής των υπηρεσιών τους, υποκείμενοι στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου. Ότι, ειδικότερα, η εξάρτηση αυτή προκύπτει από το ότι α) απέδιδαν καθημερινά στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας και αγόραζαν ένσημα ίσης αξίας, β) παρέδιδαν ονομαστική κατάσταση αυτών που κατέβαλαν τις εισφορές τους, δελτίο εισπράξεως εισφορών και δελτίο αγοράς ενσήμων, με συμπληρωμένες τις σχετικές ενδείξεις, γ) τηρούσαν κατάσταση με τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες διέρχονταν από τα καταστήματα των ασφαλισμένων και εκείνων που αρνούνταν την καταβολή των εισφορών, δ) υποχρεώνονταν να παρίστανται στο εκάστοτε αρμόδιο δικαστήριο ως μάρτυρες, όταν εκδικάζονταν υποθέσεις καθυστέρησης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του εναγομένου, ε) ενημερώνονταν διαρκώς επί των εγκυκλίων διαταγών της υπηρεσίας, παρείχαν στους ασφαλισμένους πληροφορίες για τις συνταξιοδοτικές παροχές του εναγομένου, έκαναν εξακριβώσεις, διαγραφές, επανεγγραφές και εγγραφές νέων ασφαλισμένων και καταχωρούσαν τις εισφορές τους στις καρτέλες των ασφαλισμένων. Ότι για την παροχή των υπηρεσιών αυτών ήσαν υποχρεωμένοι να προσέρχονται κάθε πρωί στα γραφεία του εναγομένου, όπου υπέγραφαν σε παρουσιολόγιο, εκτελούσαν εργασίες γραφείου επί δύο έως δυόμισι ώρες και, ακολούθως, αναχωρούσαν για τον τομέα ευθύνης τους, απασχολούμενοι καθ' όλη τη διάρκεια του πρωινού ωραρίου των καταστημάτων με την είσπραξη εισφορών, την επικόλληση σχετικών ενσήμων, τη χρονολόγηση και την υπογραφή τους από αυτούς και τους ασφαλισμένους σε ειδική στήλη, καθώς και με την τήρηση των προαναφερομένων καταστάσεων. Ότι οι ενάγοντες ακολουθούσαν τις εγκύκλιες οδηγίες του εναγομένου, δέχονταν οποτεδήποτε και αποφασιστικά τον έλεγχο των οργάνων του, που απαιτούσαν συνεχή και αυξημένη επιμέλεια στην εργασία τους και υπόκειντο σε πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση αδικαιολόγητης βραδύτητας περί την εκτέλεση της υπηρεσίας, με εντονότερη συνέπεια την εκ μέρους του εναγομένου δυνατότητα καταγγελίας της υφιστάμενης σύμβασης, αναποζημιώτως. Ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ και στο ΤΕΑΠΟΚΑ, είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις, τις οποίες είχε και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου. Ότι από το έτος 1997, οπότε άλλαξε ο τρόπος εισπράξεως των ασφαλιστικών εισφορών (γινόταν πλέον μηχανογραφικά, με επιταγές μέσω των ΕΛΤΑ), οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν στην εσωτερική υπηρεσία του εναγομένου, στα μηχανογραφικά τμήματα και παρείχαν, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι, την ίδια με αυτούς υπηρεσία, τηρούντες το ίδιο ωράριο και ελεγχόμενοι ως προς αυτό με την υπογραφή του βιβλίου παρουσίας και αποχώρησης. Ότι, τέλος, οι ενάγοντες κατατάχθηκαν ήδη, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δυνάμει σχετικών αποφάσεων του Διοικητή του εναγομένου, σε οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις της υπηρεσίας του. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο συνολικός χρόνος των συμβάσεων έργου των εναγόντων έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν καταρτίσθηκαν έγκυρες συμβάσεις εργασίας, υπήρχε απλή σχέση εργασίας, συνεπεία της οποίας οι ενάγοντες δικαιούνται και πάλι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του α.ν. 539/1945, του ν. 4504/1966, του ν. 1082/1980 και της ΥΑ 19040/1981, να λάβουν ως δώρα εορτών, επίδομα και αποδοχές άδειας για τα έτη 1999 και 2000 το συνολικό ποσό των 5.282,48 ευρώ, που είχε ζητηθεί με την ένδικη αγωγή. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί τα ίδια. Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, σύμφωνα με σκέψεις που προηγήθηκαν, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή έργου ανήκει στο δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή και εφ' όσον αυτά προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη έννομη σχέση διαφορετικά. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
6.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τη συζήτηση απαράδεκτη ως προς την απολειπομένη 4η από τους αναιρεσίβλητους, ’. Κ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς τους λοιπούς διαδίκους την από 19-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1410/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή