Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1723 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (έλλειψη νόμιμης βάσης) και εσφαλμένης εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1723/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1.Ψ1, 2. Ψ3 και 3. Ψ2 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπελογιάννη.

Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2022/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως α) του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και β) του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, και δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη (άρθρ. 15 ΠΚ), πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται η συνδρομή της ανωτέρω ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου ή η ειδική σχέση, απ' όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 497/8-10-2008 απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα, από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των εξετασθέντων πολιτικώς εναγόντων (Ψ1, Ψ2 και Ψ3), τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την από ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ... και ..., τεχνικών υπαλλήλων της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Ν Α Μεσσηνίας και από όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, ότι αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις ... και περί ώρα 18.25, ο πρώτος κατηγορούμενος Ψ1 οδηγούσε την υπ' αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του και εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση προς .... Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια ανά κατεύθυνση λωρίδα κυκλοφορίας και στο οδόστρωμά της υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο 5,7 χιλιόμετρο της ως άνω οδού, συνολικού πλάτους 7,70 μέτρων (3,85 + 3,85), σημειώθηκε σύγκρουση της ως άνω μοτοσικλέτας με το υπ' αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (Χ1). Η σύγκρουση έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατ/νος, μήκους 3,85 μέτρων, εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία, που βρίσκεται δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού προς .... και έστριψε αριστερά προκειμένου να καταλάβει το ρεύμα πορείας της οδού προς ... και να κατευθυνθεί προς ... Με την άνω, όμως, κίνηση του απέκλεισε την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία ευρίσκετο σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Ειδικότερα, η σύγκρουση έγινε περί το μέσον του οδοστρώματος και προς το ρεύμα πορείας προς..., όπως τούτο συνάγεται κυρίως από τα θραύσματα ύαλων, οι δε συγκρουσθείσες επιφάνειες ήταν, του μεν αυτοκινήτου, η αριστερή πλευρά (μέσον), της δε μοτοσικλέτας, το εμπρόσθιο μέρος, ήτοι τιμόνι, ποδιά, τροχός. Κατά το χρόνο της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εισέλθει εν μέρει, ήτοι κατά το εμπρόσθιο μέρος του, στο ρεύμα πορείας προς ..., παραβιάζοντας έτσι τη διπλή διαχωριστική γραμμή και ευρίσκετο σε πλάγια θέση, με κατεύθυνση προς ... Από τη σύγκρουση, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέστη κάταγμα πλευρών (αρ), μηριαίου (δε), πηχεοκαρπικής (Δ) σκαφοειδούς, χειρ/κου αυχένα (ΑΡ) βραχιονίου και θλάση σπληνός, η δε επιβαίνουσα στη δίκυκλη μοτοσικλέτα Θ1, υπέστη κάταγμα εξάρθρημα 1ου και 2ου αυχενικού σπονδύλου μετά διατομής του νωτιαίου μυελού, από τα οποία τραύματα επήλθε ο θάνατος της. Ο δεύτερος κατ/νος, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημα του, κατά την οδήγησή του, το θάνατο και τη σωματική βλάβη των ανωτέρω, κατά τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα η αμέλεια του συνίσταται στο ότι δεν παρεχώρησε προτεραιότητα στην κινούμενη επί της επαρχιακής οδού μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο πρώτος κατ/νος, αλλά εισήλθε ξαφνικά και ανεξέλεγκτα στην εν λόγω οδό, παραβιάζοντας και τη διπλή διαχωριστική γραμμή αυτής και αποκλείοντας την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, η οποία τη στιγμή εκείνη εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας προς ...και ευρίσκετο σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (αρθρ. 84§2α Π.Κ.), όπως στο διατακτικό, απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84§2ε Π.Κ., καθόσον δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά θετικής συμπεριφοράς προς υποστήριξη του και δη ότι εργάζεται καθημερινά μαζί με τον πατέρα του στα πλαίσια επιχείρησης με αντικείμενο οικοδομικές εργασίες, όπως επικαλείται. Περαιτέρω, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά συγκλίνουσας αμέλειας του πρώτου κατηγορουμένου στο ένδικο ατύχημα. Η παρεμβολή του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο δεύτερος κατ/νος, στην ως άνω επαρχιακή οδό, έγινε ξαφνικά, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και στην ελάχιστη απόσταση των 10 περίπου μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα, εις τρόπον ώστε αυτός να μην μπορέσει να το αποφύγει, παρότι επεχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, ενέργεια του ήταν η μόνη δυνατή και προσήκουσα, για να αποφύγει το ατύχημα και η οποία αποδεικνύει ότι είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη τον έλεγχο της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, καταβάλλοντος την επιβεβλημένη από το νόμο και τις κρατούσες περιστάσεις προσοχή. Επομένως ο εν λόγω κατ/νος πρέπει να κηρυχθεί αθώος, κατά πλειοψηφίαν, της πράξεως για την οποία κατηγορείται (ανθρωποκτονία από αμέλεια), όπως στο διατακτικό.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, των πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια από υπόχρεο και της σωματικής βλάβης από αμέλεια και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο (2) ετών και τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 302 παρ. 1 και 314 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Συγκεκριμένα αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες το επελθόν αποτέλεσμα, αφενός με τη θανάτωση της Θ1, η οποία επέβαινε της δικύκλου μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Ψ1, αφετέρου με τον τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος. Τούτο, γιατί κατά την υπό τούτου οδήγηση του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, δεν επέδειξε την επιμέλεια του συνετού οδηγού, αλλά κινούμενος σε δευτερεύουσας προτεραιότητας οδό, σε σχέση με την οδό που κινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας, εξήλθε από παρόδιο ιδιοκτησία, που βρίσκεται δεξιά ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας και χωρίς να πραγματοποιήσει τον αναγκαίο έλεγχο της οδού, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της οδού προς ...και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να λάβει το όχημά του πορεία με κατεύθυνση προς .... Με τον τρόπο αυτό της αιφνίδιας εισόδου του στο ρεύμα που κινείτο ο οδηγός της μοτοσικλέτας, απέκλεισε την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν τα δυο αυτά οχήματα. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση των δυο οχημάτων, έγινε εξαιτίας της ανεπίτρεπτης εισόδου του οχήματος που οδηγούσε ο αναιρεσείων, αφού το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου κατέλαβε μέρος της οδού, αποκλείοντας με τον τρόπο αυτό την ελεύθερη προσπέλαση της μοτοσικλέτας. Περαιτέρω, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτον, γιατί το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ..., από την οποία προκύπτει η έλλειψη υπαιτιότητάς του, δεύτερον γιατί ενώ, η αμέλειά του συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, εν τούτοις δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 του Π.Κ, και τρίτον γιατί δεν γίνεται αναφορά, αν το όχημα του αναιρεσείοντος, χρησιμοποιείτο για βιοπορισμό του. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα, ο οποίος είχε εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο σύμφωνα με τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν. Δεύτερο, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται στην προκείμενη περίπτωση η συνδρομή και η αναφορά των στοιχείων του άρθρου 15 του Π.Κ, δεδομένου ότι η αμελής συμπεριφορά που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, συνίστανται σε συγκεκριμένες ενέργειες και παραλείψεις του, οι οποίες επισυνέβησαν μάλιστα κατά παράβαση απαγορευτικών διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι η ποινική δίωξη για τις παραβάσεις του ως άνω νόμου 2696/1999, έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 32 του ν. 3346/2005. Τέλος, όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, για την αυτεπάγγελτη δίωξη του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, αρκεί το γεγονός ότι το όχημα που οδηγούσε ο αναιρεσείων, εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων, δηλαδή όταν το όχημα οποιασδήποτε κατηγορίας αποτελεί κατά την κύρια και συνήθη χρήση του αμέσως ή εμμέσως αναγκαίο μέσο για βιοπορισμό και τέτοιο είναι το φορτηγό αυτοκίνητο. Επομένως, οι παραπάνω αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-12-2008 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ' αριθμό 497/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή