Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1983 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο, Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, διότι ο αναιρεσείων απώλεσε το δικαίωμα για άσκηση εμπρόθεσμης εφέσεως, όχι από δική του υπαιτιότητα ή πλημμελή άσκηση δικαιώματος, αλλ’ εξ αιτίας πεπλανημένης συμπεριφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Απορρίπτεται ο λόγος αυτός ως ουσία αβάσιμος. 2) Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτεται και ο ως άνω λόγος, διότι ήταν αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη το αποδεικτικό κλητεύσεως του αντικλήτου των κατηγορουμένων, αφού αυτοί ήταν παρόντες και δεν προέβαλαν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Απορρίπτεται η αναίρεση στο σύνολό της.





Αριθμός 1983/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αθανασίου, περί αναιρέσεως της 6107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Μαρτίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν αυτόκλητοι, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόφαση αυτή, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοια αιτιολογία, που να πληροί δηλαδή τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, προϋποθέτει ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση ή το βούλευμα του εφετείου, ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (ΟλΑΠ 5/1995, 6, 7/1994), χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός των κατ' άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητάς του, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία θα πρέπει να καλύπτει και το θέμα αυτό.
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 6107/29.1.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτες, καθ' ό εκπρόθεσμες, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 156.313/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τους καταδίκασε για παράβαση του άρθρου 19 του Νόμου 2523/1997, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους τον καθένα, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ασκηθεί εκπρόθεσμα η έφεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις εφέσεων των κατηγορουμένων κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 156.313/05 αποφάσεως του μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε παρόντων των κατηγορουμένων διά του συνηγόρου τους (άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ), στις 21.12.2005. Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν στις 31.10.2006, μετά πάροδο, δηλαδή, της δεκαήμερης προθεσμίας.
Συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις, ασκηθείσες εκπροθέσμως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα". Ήτοι, αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογία ότι η εκδίκαση της υποθέσεως έγινε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την παρουσία των εκκαλούντων, στις 21 Δεκεμβρίου 2005 και ότι οι κατ' αυτής εφέσεις των αναιρεσειόντων ασκήθηκαν την 31η Οκτωβρίου 2006, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, δεν αναφέρεται δε στην αιτιολογία χρόνος νόμιμης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε αποδεικτικό σχετικό με αυτήν, διότι δεν έγινε επίδοση (ούτε άλλωστε απαιτούνταν να γίνει τέτοια), αφού, όπως προαναφέρεται και όπως προκύπτει και από την παραδεκτώς γενόμενη από το Δικαστήριο τούτο επισκόπηση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η συζήτηση της υποθέσεως έγινε με την παρουσία των κατηγορουμένων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο τους. Οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να δικαιολογήσουν το εκπρόθεσμο της εφέσεώς τους, ισχυρίστηκαν στις εκθέσεις εφέσεώς τους, ότι ο παραστάς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πληρεξούσιος δικηγόρος τους, από παραδρομή, δεν άσκησε αυτήν εμπροθέσμως. Τούτο, όμως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος (Ολ.Α.Π. 5/1005), εφ' όσον δε οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνταν με τις εφέσεις τους άλλους λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογία για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ως εκ περισσού δε, εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. ΕΠΕΙΔΗ, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α] αναγκαίοι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού, και β] να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαίωμά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του και επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, συνεπεία της απορρίψεως των εφέσεών τους, διότι απώλεσαν το δικαίωμα για άσκηση εμπρόθεσμης εφέσεως, όχι από δική τους υπαιτιότητα ή πλημμελή άσκηση δικαιώματος, άλλα από πεπλανημένη συμπεριφορά (σύγχυση) του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που παρέστη με εξουσιοδότηση στην πρωτόδικη δίκη, ως προς την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως , διότι λαθεμένα πίστεψε ότι θα ασκούσε τις εφέσεις μετά την επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, περί υπερβάσεως εξουσίας, λόγω παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι, πέραν από τα επικαλούμενα, προς θεμελίωση του λόγου αυτού ως άνω πραγματικά περιστατικά, ταυτόσημα με εκείνα για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της εφέσεως, ως συνιστώντα ανώτερη βία, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνουν τον ως άνω λόγω υπερβάσεως εξουσίας, δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες άλλα γεγονότα, από τα οποία να προκύπτει ότι οι συνέπειες από την ως άνω απόρριψη των εφέσεών τους είναι ιδιαιτέρως επαχθείς, λαμβανομένων υπόψη τόσο του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτούς, όσο και της απαξίας της αξιόποινης πράξεως, για την οποία αυτοί έχουν καταδικασθεί. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση των αναιρεσειόντων, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το αποδεικτικό κλητεύσεως του αντικλήτου των κατηγορουμένων, αφού αυτοί ήσαν παρόντες και δεν προέβαλαν αντίρρηση ως προς την πρόοδο της δίκης.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 36 και 37/21.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, κατά της 6107/29.1.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ